Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΥΠΕΡΠ ΜΕΤΑΝ.Οι αλλαγές που έλαβαν χώρα στον κόσμο από την αυγή του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας, είναι τόσες πολλές και τέτοιας έκτασης που κάνουν τις δύο εποχές να φαντάζουν αρκετά μακρύτερα χρονικά από τα διακόσια περίπου χρόνια που τις χωρίζουν πραγματικά. Ωστόσο, πέραν της μετανάστευσης που καλούμαστε να εξετάσουμε για τις δύο χρονικές περιόδους, κοινό σημείο μεταξύ τους μοιάζει να είναι η εμφάνιση δύο φαινομένων που στην εξέλιξή τους θα ξεπερνούσαν τα όρια της Ευρώπης, αποκτώντας ουσιαστικά παγκόσμιο χαρακτήρα και επηρεάζοντας άμεσα και αυτό το φαινόμενο της μετανάστευσης. Το πρώτο, έχει να κάνει με ότι αποκαλούμε Βιομηχανική Επανάσταση1 το οποίο άλλαξε τη δομή και τη φύση της οικονομίας, τα θεμέλια της οποίας βασίζονταν στη γεωργία για δέκα χιλιάδες χρόνια περίπου. Το δεύτερο, αφορά την παγκοσμιοποίηση που επίσης έχει (και) οικονομική βάση και χαρακτήρα.
1 Η διένεξη μέρους της επιστημονικής κοινότητας για το αν είναι δόκιμη ή όχι η μεταφορά του όρου Επανάσταση από την πολιτική στην οικονομική ιστορία δε θα μας απασχολήσει εδώ, αλλά θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο για λόγους συνεννόησης.
Σύμφωνα με τον ιστορικό EHobsbawm αποτέλεσμα της Βιομηχανικής Επανάστασης υπήρξε αφενός η συντριβή όλων των κοινωνικών δεσμών (πλην εκείνου του χρήματος) σε συνδυασμό με την εκτόξευση όλων των σχετικών με την οικονομία δεικτών (Hobsbawm, 1992: 52). Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της προηγούμενης διαπίστωσης μοιάζει να είναι σε συμφωνία με τα στοιχεία που μας δίνει ο Pounds για τη συγκεκριμένη περίοδο, καθώς μαζί με τον υπερδιπλασιασμό του ευρωπαϊκού πληθυσμού, παραθέτει τον υπερδιπλασιασμό της αγροτικής παραγωγής, τον δεκαπλασιασμό της βιομηχανικής παραγωγής και τον εξαπλασιασμό το ευρωπαϊκού ακαθάριστου προϊόντος (Pounds, 2001: 171). Όμως πίσω από τους οικονομικούς δείκτες, κρύβονται βαθιές ανακατατάξεις και αλλαγές στον τρόπο ζωής των ευρωπαίων, γεγονός που μαρτυρά η μαζική μετανάστευση και η χωρίς προηγούμενο διόγκωση των αστικών κέντρων.
Τη μετανάστευση της συγκεκριμένης περιόδου μπορούμε να τη διακρίνουμε σε εσωτερική,
ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΥΠΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ, ΣΤΙΣ Η.Π.Α.
ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΥΠΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ, ΣΤΙΣ Η.Π.Α.
από την αγροτική ύπαιθρο κάθε ευρωπαϊκής χώρας προς τις μεγάλες πόλεις που είχαν βιομηχανική παραγωγή, ικανή να απασχολήσει εργατικά χέρια, και σε υπερπόντια, που αν και μικρότερης έκτασης από την προηγούμενη θα αποκτήσει βαρύνουσα σημασία (Pounds, 2001: 182). Αρχικά τουλάχιστον, τόπο προέλευσης των μεταναστών θα αποτελέσουν οι λιγότερο εύφορες αγροτικές εκτάσεις, ενώ όσο κυλούσε ο αιώνας θα συρρέουν στις πόλεις ακόμα και από περιοχές στις οποίες η γεωργία δεν ήταν αποδοτική, λόγω του ότι δεν χρειάζονταν πλέον τόσο εντατική εργασία όσο στο παρελθόν (Pounds, 2001: 182). Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο βαθμός της μετανάστευσης έμοιαζε να κινούνταν με ρυθμούς αντιστρόφως ανάλογους της αγροτικής παραγωγής, δηλαδή σε τόπους ή χρονιές που η απόδοση της γης έπεφτε σε χαμηλά επίπεδα, αυξάνονταν ο αριθμός εκείνων που μετανάστευαν (Pounds, 2001: 184).
Μια ακόμα διάκριση που μπορούμε να κάνουμε, είναι αυτή μεταξύ της εποχικής και της μόνιμης μετανάστευσης. Στην αρχή του 19ου αιώνα, η πρώτη είχε προορισμό τις εγγύτερες πόλεις σε μικρή απόσταση από τον τόπο προέλευσης, αλλά ειδικά μετά εμφάνιση του ατμόπλοιου ακόμα και η υπερπόντια μετανάστευση μπορεί να λογαριάζονταν ως εποχική. Ωστόσο, εκείνο που ξεκινούσε σε αρκετές περιπτώσεις για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μπορεί στην πορεία να μετατρέπονταν σε μόνιμο (Pounds, 2001: 182).
Επιπλέον, ο χαρακτήρας της μετανάστευσης της συγκεκριμένης περιόδου ήταν κυρίως προλεταριακός. Δηλαδή, ένα ογκώδες κύμα προερχόμενο από τις αγροτικές μάζες θα κατακλείσει τις πόλεις ώστε να εργαστεί στη βιομηχανία και στο εξής οφείλει να συμμορφωθεί σε πρωτοφανείς εργασιακές συνθήκες, όσον αφορά ωράρια και μισθολογικά συστήματα, ενώ επιπλέον δεν θα κατέχει το ίδιο τα μέσα παραγωγής. Το πλέον ευάλωτο τμήμα του, το όποιο χρησιμοποιείται σαν φθηνό εργατικό δυναμικό, αντλείται από τις τάξεις των παιδιών και των γυναικών (Γαγανάκης, 1999: 247).
ΠΟΛΕΜ ΜΕΤΑΝΕξαίρεση, λόγω των συνθηκών, στους παραπάνω κανόνες, φαίνεται πως αποτελούσαν οι Εβραίοι που δεν είχαν ούτε το δικαίωμα κατοχής γης, ούτε εκείνο της εγκατάστασης σε μεγάλες πόλεις. Έτσι, θα στραφούν σε μικρεμπόριο και σε χειρωνακτικές τέχνες και όταν οι συνθήκες ευνόησαν ώστε να αποκτήσουν πλήρη δικαιώματα, όπως στην αυτοκρατορία των Αψβούργων το 1867 κι έπειτα στη Γερμανία το 1871, θα επιδοθούν στο εμπόριο και στις τραπεζικές επιχειρήσεις. Διαφορές παρουσίαζε όμως και η υπερπόντια μετακίνησή τους, αφενός γιατί δεν ήταν εποχική, αφετέρου διότι η απασχόλησή τους δεν ήταν αγροτική αλλά υπήρξαν τεχνίτες και έμποροι (Pounds, 2001: 188,189).
Μια από τις βασικότερες συνέπειες που είχαν οι εξελίξεις που περιγράψαμε, ήταν η ανακατανομή του αυξημένου ευρωπαϊκού πληθυσμού, με κατακόρυφη μεγέθυνση των μεγάλων πόλεων και των βιομηχανικών κέντρων, ενώ η ύπαιθρος παρέμεινε στάσιμη, είτε μειώθηκε ο πληθυσμός της. Χαρακτηριστικό είναι πως ο ευρωπαϊκός πληθυσμός υπερδιπλασιάστηκε τη στιγμή που ο αντίστοιχος αστικός εικοσαπλασιάστηκε (Pounds, 2001: 196). Πιθανά σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη, μοναδική εξαίρεση να αποτελούσε η Ολλανδία, λόγω έλλειψης βιομηχανικής ανάπτυξης (Pounds, 2001: 192).
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό των βιομηχανικών περιοχών, υπήρξε η μείωση των ρυθμών γεννήσεων και θανάτου συγκριτικά με την υπόλοιπη χώρα, όπως για παράδειγμα στον ιταλικό βορρά και στην Καταλονία. Αντίθετα σε περιοχές με προβιομηχανική οικονομία, η μόνη λύση στις τάσεις υπερπληθυσμού ήταν η μετανάστευση, όπως συνέβη στον ιταλικό νότο και στην Cuenea της Νέας Καστίλης (Pounds, 2001: 194).
Επιπλέον, στις αγροτικές περιοχές που ο πληθυσμός μειώθηκε λόγω της μετανάστευσης, το γεγονός είχε αντανάκλαση και στην πτώση των αναπτυξιακών ρυθμών (Pounds, 2001: 193). Αντίθετα, οι πρωτεύουσες και τα βιομηχανικά κέντρα αναπτύχθηκαν, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δημιουργήθηκαν πόλεις απ’ την αρχή, χάρη στην ύπαρξη βιομηχανικής παραγωγής. Βέβαια, στις τελευταίες ήταν εμφανής η έλλειψη άλλων στρωμάτων πλην της εργατικής τάξης και υπολείπονταν στον τομέα των υπηρεσιών (Pounds, 2001: 196). Αναλογικά, οι μεγάλες πόλεις επέδειξαν μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης από τις μικρομεσαίες και παράλληλα εμφανίστηκε και ο τριτογενής τομέας των υπηρεσιών. Συνάμα, σε αρκετές μεγάλες πόλεις οι διοικητικές λειτουργίες έφτασαν σε βαθμό να υπερτερούν των άλλων τομέων της οικονομίας κι οι αγροτικές ασχολίες μειώθηκαν όπου δεν εξαλείφθηκαν εντελώς (Pounds, 2001: 198).
Ωστόσο, η αστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση παρουσίαζαν και αρκετά σοβαρά προβλήματα,ΝΕΑ ΜΕΤΑΝ τουλάχιστον στην πρώτη φάση της ανάπτυξης και σε αρκετές περιπτώσεις μέχρι και την καμπή του εικοστού αιώνα. Οι πυκνοκατοικημένες εργατογειτονιές, πέρα από το πρόβλημα αισθητικής, λόγω της μονότονης ομοιομορφίας τους, έθεταν και σοβαρό ζήτημα υγιεινής, καθώς η πυκνή δόμηση και ο συνωστισμός ευνοούσαν τη μετάδοση ασθενειών. Επίσης, τα υποτυπώδη μέτρα υγιεινής σε συνδυασμό με το πρόβλημα έλλειψης καθαρού πόσιμου νερού που αντιμετώπιζαν αρκετές μεγάλες πόλεις απειλούσαν τη δημόσια υγεία , με αποτέλεσμα την εξάπλωση επιδημιών όπως η χολέρα. Επιπλέον, πρόσβαση στους τομείς της ενέργειας- αρχικά στο αέριο και στην συνέχεια στο ηλεκτρικό – είχαν πρόσβαση (όπως και σε καθαρό νερό), μόνο στις καλύτερες γειτονιές (Pounds, 2001: 202). Τέλος, όσο οι πόλεις μεγάλωναν, τόσο αναδεικνύονταν τα προβλήματα στις μετακινήσεις και τις μεταφορές. Έτσι, ευνοήθηκε η λύση των μαζικών μέσων μεταφοράς- λεωφορείων και τραμ- αρχικά ιππήλατων και στη συνέχεια ηλεκτρικών (Pounds, 2001: 202). Παράλληλα, καθώς το ζήτημα της τροφοδοσίας γίνονταν όλο και πιο επιτακτικό όσο μεγάλωνε η πόλη, οι αγορές εξειδικεύτηκαν και έγιναν μόνιμες, ενώ εργαστήρια παραγωγής τροφίμων απόκτησαν εργοστασιακή λειτουργία. Χάρη σ’ αυτές τις εξελίξεις, απομακρύνθηκε η απειλή των λιμών που έπληττε τα αστικά κέντρα κατά το παρελθόν (Pounds, 2001: 205).
Στον αιώνα που ακολούθησε, η μετανάστευση τόσο υπερπόντια -ειδικότερα τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα – όσο και εσωτερική εξακολουθούσε υφίσταται ως φαινόμενο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ειδικότερα μετά το πέρας του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, οι βιομηχανικές χώρες της βόρειας Ευρώπης, τόσο λόγω μεγάλης καταστροφής σε παραγωγικές δυνάμεις, υποδομές κ.λ.π, όσο και λόγω έλλειψης εργατικού δυναμικού αποτέλεσαν τόπο προορισμού για εργάτες από τις χώρες της νότιας Ευρώπης. Ωστόσο, χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης περιόδου, αποτελούσε η οργανωμένη και κεντρικά σχεδιασμένη μετανάστευση από τις αναπτυγμένες χώρες του βορά, χάρη στην ικανότητα και την επιθυμία τους να απορροφούν εργατικό δυναμικό. Όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η συγκεκριμένη κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, μέχρι του σημείου να μιλάμε ακόμα και για αντιστροφή της κατάστασης σε κάποια επίπεδα.
Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να εντοπίσουμε αλλαγές που αφορούν τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική μετανάστευση σε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα: Το πρώτο αφορά τη σύνθεση των μεταναστών όπου διακρίνουμε μεγαλύτερη κινητικότητα των προσφύγων και των αδήλωτων μεταναστών είτε πρόκειται για εξωτερική μετανάστευση από Αφρική και Ασία, είτε για ομάδες από την ανατολική Ευρώπη. Μεγαλύτερη κινητικότητα εμφανίζει επίσης και η εσωτερική μετανάστευση μεσαίων και υψηλών στρωμάτων, όπου κατευθύνονται αφενός προς τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις για εργασιακούς λόγους, αφετέρου σε τόπους που αποτελούσαν επιλογές διακοπών και αναψυχής. Παράλληλα, μαζί με την εμφάνιση των νέων ρευμάτων, μεγαλύτερη σημασία αποκτά η γυναικεία μετανάστευση. (Αράπογλου, 2008: 138,139)
Το δεύτερο επίπεδο συμπεριλαμβάνει τις αλλαγές των τόπων προέλευσης αλλά και των τόπων προορισμού των μεταναστών. Έτσι, ο ευρωπαϊκός νότος, ο οποίος αποτελούσε παραδοσιακά τόπο αποστολής έχει μετατραπεί σε τόπο υποδοχής μεταναστών. Τόπους αποστολής συνιστούν αφενός η Αφρική αλλά και η Ασία στην εξωτερική μετανάστευση, αφετέρου η βόρεια και η ανατολική Ευρώπη προς τον νότο. (Αράπογλου, 2008: 139)
Το τρίτο επίπεδο έχει να κάνει με την επαγγελματική διάρθρωση των μεταναστευτικών κοινοτήτων. Το πρότυπο του προλετάριου μετανάστη τείνει να αντικαταστήσει σε σημασία, εκείνο του μικρού εμπόρου και επιχειρηματία που διεξάγει διασυνοριακό εμπόριο μέσα από μικρές εθνοτικές επιχειρήσεις στον τόπο υποδοχής. Εξάλλου, στελέχη πολυεθνικών και επαγγελματίες από το χώρο των υπηρεσιών, έχουν τόπο προορισμού τις πιο αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Συνάμα, αυξάνονται οι περιπτώσεις μόνιμης εγκατάστασης σε τόπους που αποτελούσαν επιλογές αναψυχής. (Αράπογλου, 2008: 139)
Στο τελευταίο επίπεδο αντικατοπτρίζονται οι αλλαγές των τρόπων κινητοποίησης. Καθώς στα σύγχρονα ρεύματα οι ανισότητες δεν εδράζονται [πάντα] σε ταξικούς λόγους αλλά στη γεωγραφική κινητικότητα, όπως και στην αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών [βλέπε τηλεεργασία] από νέα κοινωνικά στρώματα (Αράπογλου, 2008: 139)
ΜΕΤΑΝΕιδικότερα για τους πρόσφυγες και την αδήλωτη μετανάστευση, δύο γεγονότα ήρθαν να διογκώσουν το ρεύμα προς τις ευρωπαϊκές χώρες του νότου. Το πρώτο χρονικά αφορά την κατάρρευση των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού με αποτέλεσμα τη δημιουργία μεταναστευτικών ρευμάτων από την ανατολική προς τη δυτική Ευρώπη. Το δεύτερο αφορά τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που διεξάγουν οι Η.Π.Α. με τις συμμάχους τους και δημιουργεί κύματα Αφγανών προσφύγων και αλυσιδωτές αντιδράσεις στις γειτονικές χώρες (Λεοντίδου, 2008: 366). Ωστόσο, στη δεύτερη περίπτωση, όπως και σ’ αυτή των μεταναστών από την Αφρική δεν είναι πάντα καθαρό αν οι χώρες της νοτίου Ευρώπης αποτελούν πάντα τελικό προορισμό ή ενδιάμεσο σταθμό. Όπως και να έχει η γεωγραφική εγγύτητα, σε συνδυασμό με παραμέτρους όπως: η οικονομική ανάπτυξη της νοτίου Ευρώπης, η πολιτική αστάθεια αρκετών χωρών προέλευσης (όπως οι Βαλκανικές), η έλλειψη ετοιμότητας στη χάραξη μεταναστευτικής πολιτικής από τις χώρες προορισμού, η δημογραφική έκρηξη αφρικανικών πληθυσμών, υπήρξαν λόγοι διόγκωσης της αδήλωτης μετανάστευσης (Αράπογλου, 2008: 140)
Έτσι, η αντιμετώπιση στις χώρες υποδοχής παρουσιάζει μια πολυσημία που κυμαίνεται από την από την έξαρση του εθνικισμού και σε πιο ακραίες περιπτώσεις σε εκδήλωση ξενοφοβίας και ρατσισμού έως την εκδήλωση συναισθημάτων και πράξεων διεθνιστικής αλληλεγγύης και διοργάνωσης υποστηρικτικών εκδηλώσεων (Λεοντίδου, 2008: 369,374). Βέβαια, για την ελλειμματική ένταξη της συγκεκριμένης μερίδας μεταναστών που φτάνει μέχρι το βαθμό του κοινωνικού αποκλεισμού, μεγάλο βάρος πέφτει στις κυβερνήσεις και στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση σε επίπεδο κορυφής. Από τη μια, για την αντιρρεαλιστική αρχική πολιτική της «Ευρώπης –φρούριο», που είχε στόχο να αποκλείσει τους μετανάστες από Αφρική, Ασία και Ανατολική Ευρώπη από τα εδάφη της. Από την άλλη, για την αδιαφορία ή την έλλειψη βούλησης ακόμα και σήμερα, να διασφαλίσει οικιστική και εργασιακή αποκατάσταση (Λεοντίδου, 2008:365,367).
Μολονότι η αντιμεταναστευτική ρητορεία, συνεπικουρούμενη σε αρκετές περιπτώσεις και από μερίδα των μέσων μαζικής επικοινωνίας, μετατοπίζει το βάρος κοινωνικών προβλημάτων, με πολλές φορές ατεκμηρίωτες κατηγορίες, για αύξηση της ανεργίας ή της εγκληματικότητας, στην αθρόα μετανάστευση. Στους μετανάστες μπορεί να πιστωθεί η συμβολή στην αναπαραγωγή και την ευημερία μεσοστρωμάτων των χωρών υποδοχής μέσω: της διατήρησης χαμηλού κατασκευαστικού κόστους στις παρυφές των πόλεων, απελευθέρωσης των γυναικών από το βάρος της οικιακής φροντίδας με αποτέλεσμα την ευκολότερη επαγγελματική αποκατάσταση των τελευταίων, την προσφορά εργασίας είτε σε παλιές μεταποιητικές μονάδες είτε σε παλιές και νέες βιομηχανικές συνοικίες, την ενίσχυση του εισοδήματος των μικρών ιδιοκτητών μέσω της ενοικίασης των παλιών οικιών στο κέντρο της πόλης, τη διατήρηση ή την επέκταση του κοινωνικού εξοπλισμού (Αράπογλου, 2008: 142).
Σ’ ένα άλλο επίπεδο η νέα μορφή μετανάστευσης μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, σε αναζήτηση1 ενός ποιοτικότερου τρόπου ζωής, μοιάζει να έχει αντίστροφη κατεύθυνση από αυτήν που ακολουθούσε μεταπολεμικά η εσωτερική ευρωπαϊκή μετανάστευση για εργασιακούς λόγους. Όμως η κατεύθυνση από το βορά προς το νότο δεν αποτελεί τη μόνη αντιστροφή. Σε οικονομικό επίπεδο, αυτό το ρεύμα διακρίνεται περισσότερο για την κατανάλωση – ειδικά υπηρεσιών – παρά για την παραγωγή. Στον εργασιακό τομέα, η αξιοποίηση των δυνατοτήτων νέων τεχνολογιών, όπως η τηλεεργασία, επιτρέπει την μετακίνηση και ενεργών παραγωγικά τμημάτων, εκτός των συνταξιούχων. Επιπλέον, πολιτιστικά ενσωματώνεται αρκετά εύκολα, χωρίς να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης που διατρέχουν οι οικονομικοί μετανάστες και οι πρόσφυγες (Λεοντίδου, 2008: 373). Η συμβολή τους μπορεί να αναγνωριστεί στην αναβάθμιση οικισμών, μέσω χρημάτων που προσφέρουν για την συντήρηση παραδοσιακών οικισμών, αλλά και στην πληθυσμιακή σταθεροποίηση τόπων που κινδύνευαν με ερήμωση. Στον αντίποδα, η παρουσία τους ενθαρρύνει την τάση για «ξεπούλημα», ενώ επίσης υποβόσκει μια τάση αποκλεισμού των ντόπιων, είτε λόγω αδυναμίας των τελευταίων στην απόκτηση κατοικίας, είτε λόγω ιδιωτικοποίησης χώρων όπως οι ακτές (Λεοντίδου, 2008: 374).
Όπως γίνεται αντιληπτό, η μετανάστευση αποτελεί ένα πολυσύνθετο, πολυπαραγοντικό και πολυεπίπεδο φαινόμενο που αφορά μετακινήσεις πληθυσμών από τον τόπο προέλευσης στον τόπο προορισμού. Οι λόγοι αυτής της μετακίνησης μπορεί να είναι επίσης ποικίλοι και σύνθετοι ειδικά στις μέρες μας με τους περιορισμούς που θέτει αλλά και τις δυνατότητες που ανοίγει η παγκοσμιοποίηση. Από αυτήν την άποψη μια συγκριτική ανάλυση της μετανάστευσης, οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν τόσο τα χαρακτηριστικά των πληθυσμών (εθνικά, ταξικά, πολιτιστικά κ.α.) που μετακινούνται, όσο και τις διεργασίες και τους λόγους (πολιτικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτισμικούς κ.λ.π) που ώθησαν στην μετακίνηση αυτή, και συνάμα, τη δυνατότητα αντικειμενικής εκτίμησης της διαμορφωθείσας κατάστασης στους τόπους προορισμού. Με αυτήν την έννοια η δυνατότητα αξιοποίηση της διεπιστημονικότητας, αντί της υιοθέτησης μιας μόνο διαίρεσης των ήδη υπαρχόντων κλάδων της γεωγραφίας, και μιας προσπάθειας σύνθεσης όλων των κλάδων της ανθρωπογεωγραφίας –Κοινωνική, πολιτική, Οικονομική κ.οκ- που θα συμπεριλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές της πραγματικότητας, μοιάζει να είναι το προσφορότερο εργαλείο για ένα τόσο σύνθετο φαινόμενο όπως η μετανάστυευση.
.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. HobsbaumE./ H εποχή των επαναστάσεων 1789-1848/ σ. 52/ Εκδ. ΜΙΕΤ/ Αθήνα 1992
  2. PoundsN.J.G./ Ιστορική Γεωγραφία της Ευρώπης, τ’ Α/ Εκδ. Ε.Α.Π./ Πάτρα 2001
  3. Αράπογλου Βασίλης/ Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός/ Εκδ. Ε.Α.Π./Πάτρα 2008
  1. Γαγανάκης Κ/ Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 1999
  2. Λεοντίδου ΛίλαΑγεωγράφητος Χώρα/Εκδ. Ελληνικά Γράμματα/ Αθήνα 2008
                                                                                                                                             Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ (ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ-ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΛΕΜΟ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ (ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ-ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΛΕΜΟ)

Από τον 16ο έως τον 19ο αι
Γεωργία
Παράγοντες που επηρεάζουν: καιρικές συνθήκες, όροι μίσθωσης της γης, περιορισμένη ποιοτική γη, έλλειψη λιπασμάτων, έλλειψη κεφαλαίων. Ο αγροτικός πληθυσμός αποτελεί τα 2/3 του οικον.ενεργού πληθυσμού. Μεγάλος γαιοκτήμονας η εκκλησία (συντηρητισμός, μη ευελιξία). Υφίσταται ακόμη ο θεσμός της δεκάτης που υποχρεούται ο αγρότης να καταβάλλει. Η κτήση της γης χαρακτηρίζεται από ανομοιογένεια σε ότι αφορά το μέγεθος των εκτάσεων. Οι ιδιοκτησίες πάντα διαιρούνταν και ανασυγκροτούνταν διαμέσου της αγοράς και της κληρονομιάς (με εξαίρεση την μεγάλου μέρους της Ισπανίας και της Αν. Γερμανίας)
Η φεουδαρχικού τύπου χρήση της γης έπαψε στη Μεγάλη Βρετανία και στις Κάτω Χωρες, η σημασία της μειώνεται στη Γαλλία, συνεχίζεται στη Γερμανία και την αν.ευρώπη. Μέχρι τον 18ο αι. η δουλοπαροικία συνεχίζεται στην ανατ.ευρώπη, Ρωσία, Λιθουανία.
Επέκταση στις Κάτω Χωρες ενός πιο ευέλικτου συστήματος καλλιέργειας: χρήση της χέρσας γης για μια επιπλέον καλλιέργεια, οσπρίου και χόρτου (συμπληρωματική καλλιέργεια ενώ το έδαφος έπρεπε να βρίσκεται σε αγρανάπαυση) Αποτέλεσμα: παραγωγή επιπλέον ποσότητας σανού για τα ζώα άρα περισσότερης κοπριάς για λίπασμα και μεγαλύτερες ποσότητες λαχανικών (τέλος του 18ου αι. στην Αγγλία, Κάτω Χώρες και Γαλλία). Το νέο σύστημα βρήκε σοβαρές αντιδράσεις και από τον συντηρητισμό των χωρικών αλλά και γιατί η αγρανάπαυση ήταν θεσμοθετημένη. Επίσης συνεχίστηκε η αποξήρανση των παράκτιων ελών σε πολλά μέρη της ευρώπης.
Η επιλογή της καλλιέργειας δημητριακών καθοριζόταν από το έδαφος, την αγορά και κυρίως από την παράδοση. Οι καλλιέργειες για χρήση στη βιοτεχνία έγιναν σημαντικές (λινάρι, κάνναβη, βρώμη, κριθάρι, σίκαλη για την ζυθοποιία). Σημαντική εξέλιξη η καλλιέργεια της πατάτας και του καλαμποκιού που εισήχθησαν από τον Νέο Κόσμο τον 16ο αι. Η καλλιέργεια γης ελιάς ήταν σε ύφεση
Αλλαγές στα εργαλεία, μεθόδους, διαχείριση, χωρίς όμως σημαντικές αλλαγές στην τεχνολογία.
Η γη για αγροτική χρήση επεκτείνεται, μειώνονται οι δασικές εκτάσεις ( και λόγω της χρήσης του ξύλου ως πρώτης ύλης στην σιδηρουργία)
Στην κτηνοτροφία αυξάνεται ο αριθμός των ζώων, το λίπασμα και τα κτηνοτροφικά προϊόντα. Μείωση τιμών αγροτικών προιόντων, αύξηση ζήτησης κτηνοτροφικών (17ος 18ος αι.). Εξειδίκευση στην κτηνοτροφία λόγω της βελτίωσης των συγκοινωνιών και της αύξησης των ταξιδιών και των μεταφορών μακρινών αποστάσεων.
Αγγλία: (ακολουθώντας το παράδειγμα των Κάτω Χωρών) 18ος – αρχές 19ου αι. παύση της αγρανάπαυσης, εισαγωγή τεχνητών χόρτων και προπάντων ριζών, υιοθέτηση διάφορων καλλιεργειών εκ περιτροπής, σύστημα περιφράξεων. Η αυξημένη παραγωγή σανού επιτρέπει την εκτροφή περισσότερων ζώων και η χρήση περιφραγμένων αγρών ενθαρρύνει μια πιο επιστημονική προσέγγιση της εκτροφής αυτής.
Υπήρχε μια έντονη εσωτερική ιεράρχηση στην τάξη των χωρικών που εξαρτιόταν από την έκταση του κλήρου. Ο χωρικός φορολογούνταν υπερβολικά μη έχοντας πληρη απασχόληση, ο κλήρος του ήταν πολυ μικρός με μικρή απόδοση ενώ οι εργατικές του υποχρεώσεις πολύ μεγάλες.
Τα ποσοστά γεωργικής απόδοσης σε τμήματα της βορειοδυτικής ευρώπης βελτιώθηκαν σημαντικά ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης πολύ μικρών αλλαγών στα εργαλεία, τις μεθόδους και τη διαχείριση
    
 Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
                       (μετά τους ναπολεόντειους πολέμους) 
     ΑΓΡΟΤΙΚΗ                    ΓΕΩΡΓΙΑ
Συνεχίζεται η εφαρμογή της πρακτικής των τριών σταδίων με αγρανάπαυση, παράλληλα όμως υιοθετούνται και νέες μέθοδοι.
Αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς ως αποτέλεσμα της Γαλλικής Επανάστασης και της απόδοσης νόμιμων τίτλων στους καλλιεργητές της γης. Η χρήση της γης βρισκόταν σε άμεση σχέση με την ασφάλεια του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της. Μόνο όταν η ιδιοκτησία ήταν κατοχυρωμένη ο καλλιεργητής ήταν διατεθειμένος να επενδύσει στη γη του.
Σημαντικός παράγοντας για το μέγεθος και την κατάτμηση της γης ήταν η νομική βάση για την κληρονομιά της. Στο μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου (ιδιαίτερα εκεί όπου ίσχυε το σύστημα των ανοιχτών αγρών) επικρατούσε το καθεστώς της κληροδότησης της περιουσίας στον πρώτο γιο. Έτσι η γη διατηρείται ανέπαφη, δεν μοιράζεται αλλά και λόγω του ότι δεν υπάρχει ελευθερία χρήσης της γης, μη οικονομική δυνατότητα καλλιέργειας, ο αγρότης αναγκαζόταν να την πουλήσει.
Το άλλο διαδεδομένο σύστημα κληρονομιάς ήταν αυτό του διαχωρισμού της γης ανάμεσα σε κληρονόμους, σύμφωνα με τον Ναπολεόντειο Αστικό Κώδικα της Γαλλίας, σύστημα που έδινε δυνατότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των αγροτών ή η αύξηση του αριθμού των μικροιδιοκτησιών συνέβαλαν στη δημιουργία ενός εξαθλιωμένου αγροτικού προλεταριάτου.
Δυτ. Γερμανία: η φεουδαρχία εξαφανίστηκε, Πολωνία και Ρωσία: η δουλοπαροικία ανθεί. Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία: διαφορετικές μορφές δουλοπαροικίας. Μεγάλο μέρος της γης εκτός από την Αγγλία, τις Κάτω Χώρες, τη Γαλλία και την Ελβετία  βρισκόταν υπό το καθεστώς των μεγάλων ιδιοκτησιών.
Τύποι αγροτικής καλλιέργειας και εκτροφής ζώων:
  1. Εκτατική καλλιέργεια γης. Ένα μικρό κομμάτι γης καλλιεργείται σε μη μόνιμη βάση, λόγω ιδιαίτερων κλιματολογικών συνθηκών που δεν επιτρέπουν τη μόνιμη καλλιέργεια της. (Σκανδιναβία, περιοχές Πρωσίας, ορεινή κεντρική και ανατολική Ευρώπη, λοφώδεις περιοχές Ευρώπη ατλαντικού)
  2. Εκτροφή ζώων με τη γεωργική καλλιέργεια ως δευτερεύουσα δραστηριότητα (νότια Ευρώπη, πεδιάδα Ουγγαρίας, ανατολ. Πολωνία, στέπες Ρωσίας)
  3. Ανάμεικτη καλλιέργεια, με την κτηνοτροφία και τη γεωργία ως παράλληλες δραστηριότητες και αλληλοεξαρτώμενες. (Μεγάλη Βρετανία, Κάτω Χώρες). Το πλέον προοδευτικό σύστημα της περιόδου λόγω δυνατοτήτων ευελιξίας.
  4. Αρόσιμη καλλιέργεια. Σύστημα τριών καλλιεργειών με αγρανάπαυση. Η κτηνοτροφία έχει περιορισμένη σημασία.
  5. Εντατική καλλιέργεια, όπου απαιτείται εντατική αξιοποίηση της γης, κοντά σε αστικά κέντρα, όπου υπάρχει η δυνατότητα εξειδικευμένης παραγωγής (αμπελουργία Ν. Ευρώπη)
Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
ΓΕΩΡΓΙΑ
Αύξηση της παραγωγής λόγω της εντατικοποίησης χρήσης της γης και τέλος της λογικής της αυτάρκειας τροφίμων σε τοπικό επίπεδο, με την παράλληλη ανάπτυξη εθνικών ή ακόμη και ευρωπαϊκών αγορών για ορισμένα προϊόντα.
Αλλαγές στις τεχνικές και στη δομή. Η αύξηση της παραγωγής αποτελεί ένα γενικό ευρωπαϊκό φαινόμενο.
Τα φεουδαρχικά χαρακτηριστικά αρχίζουν να εκλείπουν. Το σύστημα της αγρανάπαυσης σταδιακά καταργείται. Στην πλειοψηφία τους οι αγρότες ενοικιάζουν τη γη με ανταλλάγματα σε είδος ή χρήμα. Σε πολλές περιπτώσεις το ζήτημα της μεταρρύθμισης της γης και του ιδιοκτησιακού καθεστώτος είναι από τα πλέον σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά θέματα προς επίλυση.
Τρόποι χρήσης γης: α) Ιδιοκτησία της γης από τον αγρότη. Δυνατότητα εφαρμογής νέων μεθόδων καλλιέργειας και υποχρέωση απόδοσης φορολογίας του εισοδήματος ή τήρηση άλλων κρατικών παρεμβατισμών, β) εκμίσθωση – χρονομίσθωση της γης (leasing) για συγκεκριμένο χρόνο και τιμή. Μέθοδος διαδεδομένη στην Αγγλία. Οι μακροχρόνιες μισθώσεις έδιναν τη δυνατότητα σχεδιασμού και επενδύσεων, γ) η από κοινού εκμετάλλευση της παραγωγής με τον ιδιοκτήτη της γης – η επίμορτη καλλιέργεια – ο οποίος παρείχε την έκταση, τα εργαλεία και το κεφάλαιο, με αντάλλαγμα συνήθως τη μισή παραγωγή, δ) η καλλιέργεια της κοινής ή δημόσιας γης, η οποία θεωρητικά δεν ανήκε πουθενά αλλά πρακτικά υπήρχαν διαμάχες για τη χρήση και την ιδιοκτησία της.
Στην Αγγλία παρατηρείται διαχείριση μέσω του leasing, η γη δεν διαμελίζεται σε μικρές εκτάσεις με αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή, αλλά αντίθετα παρατηρείται  ορθολογική χρήση απόλυτα συμβατή με τη διαδικασία εκβιομηχάνισης και την αύξηση του πληθυσμού.
Γαλλία, Βέλγιο και Νότια Ιταλία: κυριαρχούν οι μικρές εκτάσεις. Βαλκάνια: μεγάλες εκτάσεις λίγοι ιδιοκτήτες.
Εξελίξεις στις τεχνικές παραγωγής: 1. αλλαγή στο σύστημα χρήσης του αγρού, 2. εισαγωγή ευέλικτων μορφών καλλιέργειας, 3. υιοθέτηση μεικτής καλλιέργειας, 4. χρήση βελτιωμένων εργαλείων και υλικών.
Απομάκρυνση του αγρότη από το παραδοσιακό σύστημα της ανοικτής γης. Αξιοποίηση μέρους της γης για τη βοσκή των ζώων, την καλλιέργεια σπορών (τριφύλλι) ως ζωική τροφή, αύξηση της κοπριάς και άρα λιπάσματος, ενοποίηση λωρίδων γης για καλλιέργεια. Διάχυση πληροφορίας μέσω του έντυπου υλικού, διοργάνωση εξειδικευμένων εκθέσεων. Επεκτείνεται η χρήση των χημικών λιπασμάτων. Στην Αγγλία οι εξελίξεις είναι πιο έντονες συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ στη νότια, Βαλκάνια, Ρωσία, περιορισμένες.
Αύξηση σημασία κτηνοτροφίας. Η στροφή από τη μέθοδο της ανοικτής γης σε αυτή της περίκλειστης δίνει τη δυνατότητα καλύτερης και πιο αποτελεσματικής διαχείρισης των ζώων. Έμφαση στην εκτροφή όχι μόνο προβάτων, αλλά και βοωειδών, επακόλουθο της αυξημένης ζήτησης σε κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα.  Εντατικοποίηση και εξειδίκευση χωρών όπως η Δανία, η Ολλανδία, Αγγλία, Ελβετία. Η αυξανόμενη εξειδίκευση συνεπάγεται τον περιορισμό της διαχείμασης και της εποχικής μεταφοράς των ζώων σε πιο θερμά κλίματα

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΑ
Αύξηση της παραγωγής με μειωμένο εργατικό δυναμικό λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων. Στροφή σε νέα αγροτικά προϊόντα, πατάτα, ζαχαρότευτλο, καλαμπόκι, (ήταν σημαντικά για τη Γερμανία, Κάτω Χωρες, Πολωνία και Ρωσία) ενώ η παραγωγή των παραδοσιακών προϊόντων μειώνεται. Η ελαιοκαλλιέργεια βρισκοταν σε ύφεση μπροστά στον ανταγωνισμό των ζωικών λιπών και η αμπελοκαλλιέργεια εξαπλωνόταν στη νότια Γαλλλια, Ισπανία, Ιταλία και Βαλκάνια, σε άλλες περιοχές υποχωρούσε. Τα δημητριακά παραμένουν το κύριο αγροτικό προϊόν. Η Δ. Ευρώπη δεν είναι πλέον αυτάρκης (εν μέρει λόγω της αύξησης του πληθυσμού και εν μέρει εξαιτίας της αυξανόμενης σημασίας της καλλιέργειας σανού) αλλά εισάγει σιτάρι από τη Ρωσία, Νέο Κόσμο και Αυστραλία. Ολόκληρη η ανατολική ευρώπη είχε πλεόνασμα σιταριού, το περισσότερο από το οποίο εξαγόταν στην κεντρική και δυτική ευρώπη. Όσο αφορά άλλα δημητριακά, ελάχιστα αποτελούσαν αντικείμενο του διεθνούς εμπορίου και ως επί το πλείστον καταναλώνονταν εκεί όπου ευδοκιμούσαν.
Κτηνοτροφία: Η μέθοδος της μεικτής καλλιέργειας επεκτείνεται. Τα βοοειδή αποκτούν πρωτεύουσα σημασία (και την πλειονότητα στην κτηνοτροφία) μιας και υπάρχει στροφή προς την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων  (Ολλανδία, Δανία). Λόγω της περιορισμένη εξέλιξης της κλωστοϋφαντουργίας και εισαγωγής καλύτερης ποιότητας μαλλιού από την Αυστραλία μειώνεται η εκτροφή προβάτων σε όλη την ήπειρο (εκτός Αγγλίας,  Ολλανδίας και Βαλκανίων). Ανάπτυξη στη χοιροτροφία.

ΠΗΓΕΣ
  1.  Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  3. Ράπτης Κώστας/ Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα/ Εκδόσεις ΕΑΠ/ Πάτρα 2000
  4. Aldcroft D – Ville S. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005
  5. North D. C., Δομή και μετ

Ο ΝΕΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ κ' ΟΙ ΡΙΖΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Ο ΝΕΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ κ' ΟΙ ΡΙΖΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ 

Β. ΕΠ ΕΡΓ      Εάν προσπαθήσουμε να περιγράψουμε τη διαδικασία κατά την οποία η Ευρώπη πέρασε από τον φεουδαρχικό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, θα διαπιστώσουμε γρήγορα πως καταπιανόμαστε με ένα πολυσύνθετο, πολυεπίπεδο και πολύπαραγοντικό φαινόμενο. Από την εποχή του ύστερου Μεσαίωνα έως τον 19ο αιώνα, διεργασίες σε τομείς κοινωνικούς, οικονομικούς, τεχνολογικούς, γεωγραφικούς και άλλους, έλαβαν χώρα μεταμορφώνοντας κυριολεκτικά το ευρωπαϊκό τοπίο. Η πληθώρα και η αλληλοδιαπλοκή όλων αυτών των παραγόντων, εύλογα γεννά και μια ποικιλία προσεγγίσεων από την πλευρά των μελετητών, όσον αφορά τη χρονική στιγμή της μετάβασης από τη μια εποχή στην άλλη, αλλά και τον εντοπισμό των βασικών αιτίων της μετάβασης αυτής[1].
Σ’ ένα άλλο επίπεδο, η διαφοροποίηση των προσεγγίσεων εστιάζεται γύρω από τη σημασία του όρου «βιομηχανική επανάσταση». Δηλαδή, αν όντως στα πλαίσια της ευρωπαϊκής εκβιομηχάνισης, επέδρασε καταλυτικά ένα φαινόμενο τεράστιας έντασης και σημασίας στο μετασχηματισμό των ευρωπαϊκών οικονομιών από αγροτικές σε βιομηχανικές[2] ή αν πέρα των όποιων ιδιαιτεροτήτων, ο βιομηχανικός μετασχηματισμός της Ευρώπης υπήρξε προϊόν μακροχρόνιων και σταδιακών διεργασιών. Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της καθεμιάς από τις δύο προηγούμενες προσεγγίσεις. Ωστόσο, εδώ κρίνεται σκόπιμο να κάνουμε μια διασαφήνιση με την οποία χρησιμοποιούμε τους όρους εκβιομηχάνιση και βιομηχανική επανάσταση. Η πρώτη αναφέρεται ως μια συνεχής διαδικασία, με διαφωνίες ως προς την αφετηρία της, αλλά που φτάνει ως τις μέρες μας, ενώ η δεύτερη ως πεπερασμένο φαινόμενο, κατά τη διάρκεια του οποίου η αξία της βιομηχανικής παραγωγής προσπέρασε την αντίστοιχη της αγροτικής[3].
Σίγουρα ακόμα και η πιο ρηξικέλευθη ανατροπή, σε πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό ή όποιο άλλο επίπεδο, δεν έρχεται από την μια στιγμή στην άλλη δίχως πρώτα να έχει προετοιμαστεί το έδαφος για αυτήν. Έτσι, όσοι υποστηρίζουν πως ο όρος βιομηχανική επανάσταση είναι δόκιμος, για να περιγράψει το φαινόμενο μετατροπής των ευρωπαϊκών οικονομιών, από αγροτικές σε βιομηχανικές, με πρώτη εκείνη της Βρετανίας των τελών του 18ου αιώνα, εντοπίζουν τις αιτίες που οδήγησαν ή προετοίμασαν το έδαφος σε προγενέστερα γεγονότα. Για παράδειγμα, οι περιφράξεις των δημόσιων γαιών της Βρετανίας και το πέρασμά τους στην ιδιοκτησία μιας ολιγαρχίας, που θα στρέψει την αγροτική παραγωγή προς την αγορά, θεωρείται αποφασιστικής σημασίας για τις εξελίξεις που ακολούθησαν, περίπου έναν αιώνα αργότερα.[4] Ως κύριες συνέπειες του προηγούμενου γεγονότος αξιολογούνται: α) η αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας, κάτι που επέτρεψε να θραφεί το πλεονάζον ανθρώπινο δυναμικό που στράφηκε προς τις πόλεις, β) προσφορά εργατικών χεριών για την αναπτυσσομένη βιομηχανία και γ) δημιουργία μηχανισμού συσσώρευσης κεφαλαίου που θα στραφεί σε νέους κλάδους.[5] Συνάμα, ο συνδυασμός μιας ισχυρής οικονομίας, κυρίως χάρη στην ανάπτυξη της βρετανικής βαμβακουργίας, με τις ευνοϊκές κρατικές πολιτικές προς την κατεύθυνση της αποικιοκρατικής εξάπλωσης, υπήρξε ένας ακόμα αποφασιστικής σημασίας παράγοντας.[6] Σ’ ένα άλλο επίπεδο, διαφαίνεται η ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα, χάρη σε μια σειρά από λόγους όπως: ο κρατικός παρεμβατισμός υπέρ των εγχώριων προϊόντων, η αγοραστική δύναμη που απόκτησαν οι αγροτικές μάζες και η σταδιακή εξάρτησή τους από τα κατασκευασμένα προϊόντα,, οι διάφορες καινοτομίες που εφαρμόστηκαν ως απόρροια των πιέσεων της αγοράς, ένα πρώτο πλεόνασμα κεφαλαίου που έστω διστακτικά επενδύεται στη  Β. ΕΠ ΕΡΓ 2βιομηχανία.[7]
Ωστόσο, η παραπάνω εικόνα απλά προσπαθεί να σκιαγραφήσει τις αιτίες που οδήγησαν στη βιομηχανική επανάσταση. Ακολούθως, θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε την κατάσταση που επικράτησε από τέλη του 18ου αιώνα, ώστε η συγκεκριμένη διαδικασία να δικαιολογεί το όνομα επανάσταση. Μια γλαφυρή περιγραφή δίνει ο ιστορικός  E. Hobsbaum, τονίζοντας την αποδόμηση όλων των κοινωνικών δεσμών (πλην εκείνου του χρήματος) σε συνδυασμό με την κατακόρυφη άνοδο όλων των δεικτών που είχαν σχέση με την οικονομία.[8] Μέσα σε λίγα χρόνια θα δημιουργηθεί μια αλλαγή ισορροπιών στο εσωτερικό της Βρετανίας, μεταξύ αστικού χώρου και υπαίθρου με τον πρώτο να διογκώνεται εις βάρος της δεύτερης, γεγονός που επέφερε έναν καινοφανή καταμερισμό εργασίας.[9] Ένα ογκώδες κύμα νέου προλεταριάτου, προερχόμενο από τις αγροτικές μάζες θα κατακλείσει τις πόλεις και στο εξής οφείλει να συμμορφωθεί σε πρωτοφανείς εργασιακές συνθήκες, όσον αφορά ωράρια και μισθολογικά συστήματα. Το πλέον ευάλωτο τμήμα του, το όποιο χρησιμοποιείται σαν φθηνό εργατικό δυναμικό, αντλείται από τις τάξεις των παιδιών και των γυναικών. Παράλληλα, ξεπηδά μια νέα βιομηχανική αστικά τάξη, δίπλα σ’ εκείνη των εμπόρων και των κτηματιών, της οποίας η ακόρεστη διάθεση για πλουτισμό, δημιουργεί τις συνθήκες «άγριου καπιταλισμού» που καταδίκασε χιλιάδες εργαζόμενους σε δυστυχία. Με την συνακόλουθη αρωγή τόσο των τραπεζιτών, όσο και των κυβερνητικών πολιτικών, από το β’ μισό του 19ου αιώνα οι αριθμοί σε παραγωγή και εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων, θα εκτιναχθούν καθιστώντας τη Βρετανία χώρα πρότυπο της βιομηχανικής επανάστασης.[10]  Μετά τα συγκεκριμένα γεγονότα, ο κόσμος θα μετασχηματίζονταν βαθιά, εφόσον λόγω της βιομηχανικής επανάστασης επήλθε μια ανατρεπτική αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων, στερώντας από την πλειοψηφία του πληθυσμού τα μέσα παραγωγής και δημιουργώντας ένα νέο τοπίο.
Εξάλλου, ο δυναμισμός της νεοανερχόμενης αστικής τάξης, θα εκφραστεί και μέσα από την ονομαζόμενη νομική επανάσταση, όπου σε μια σειρά από χώρες εξυπηρέτησε τον μετασχηματισμό της παλιάς αγροτικής κοινωνίας. Εκεί που ο συγκεκριμένος δυναμισμός εκπέμπει όμως τον ισχυρότερο συμβολισμό είναι στο πεδίο της πολιτικής, με την Γαλλική Επανάσταση του 1789. Στην τελευταία περίπτωση, φαίνεται ξεκάθαρα η αποφασιστικότητα της αστικής τάξης ώστε να διεκδικήσει το μερίδιο εξουσίας που της αναλογεί και ταυτόχρονα διακρίνεται η αδυναμία του παλαιού καθεστώτος να την αναχαιτίσει, με τα θεμέλια του να τρίζουν επικίνδυνα[11].
Επιστρέφοντας στο πεδίο της οικονομίας, στο β’ μισό του 19ου αιώνα ακολούθησε το φαινόμενο που ονομάστηκε δεύτερη βιομηχανική επανάσταση. Η ειδοποιός διαφορά από την πρώτη φάση είναι πως στηρίχθηκε κυρίως στην βαριά βιομηχανία και στην ανάπτυξη του σιδηρόδρομου.[12] Η περίοδος, σημαδεύτηκε από νέα μεγάλη προλεταριοποίηση και από εξίσου μεγάλη επένδυση κεφαλαίου.[13] Ως αποτέλεσμα της συνεχούς βιομηχανικής ανάπτυξης, εμφανίζεται ένας τριτογενής οικονομικός τομέας, αυτός των υπηρεσιών, της διοίκησης, της εκπαίδευσης και του λιανεμπορίου.[14] Πιθανά όμως η μεγαλύτερη συνέπεια σε σχέση με τον οικονομικό τομέα, είναι πως στο εξής η βιομηχανία θα αυτονομηθεί και οι ευρωπαϊκές αγορές θα επηρεάζονται πλέον από την κατάσταση των επιχειρήσεων και όχι από την γεωργία.[15]
Β. ΕΠ 3     Στον αντίποδα όσων αποδέχονται τη σημασία της βιομηχανικής επανάστασης, υπάρχουν απόψεις όπως αυτή του M. Fores που θεωρούν αδόκιμη τη μεταφορά του όρου επανάσταση από την πολιτική στο πεδίο της κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας. Κατά τον ίδιο άλλωστε, δεν υπάρχει διάκριση από το φαινόμενο που συντελέστηκε πριν 5.000 χρόνια στην Μεσοποταμία, όπου έλαβε χώρα η διάκριση πληθυσμών μεταξύ πόλης και υπαίθρου. Το νήμα της ιστορίας μοιάζει αναλλοίωτο, μόνο που τη θέση των φτωχών της Μεσοποταμίας θα πάρουν οι μισθωτοί εργαζόμενοι.[16] Διαφορετικές αιτιάσεις διατυπώνουν άλλοι μελετητές, αμφισβητώντας την επαναστατικότητα των οικονομικών αλλαγών του 18ου και 19ου αιώνα, στο μέτρο που αυτές βασίστηκαν σε διαδικασίες που επικεντρώνονται σ’ ένα πιο μακρινό παρελθόν, όπως η οικοτεχνία ή η εμπορική ανάπτυξη.[17]
Παρόμοια μοιάζει η προσέγγιση του D. North, ο οποίος επανεξετάζει τη βιομηχανική επανάσταση δίχως να αρνείται την εντυπωσιακή μεταμόρφωση της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, που πραγματοποιήθηκε στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Εστιάζοντας όμως στην ουσία της μεταμόρφωσης αυτής, την αποδίδει στην επιτάχυνση και στο μέγεθος συγκεκριμένων μεταβολών και όχι στον επαναστατικό χαρακτήρα τους.[18] Σύμφωνα με τον ίδιο δεν μπορούμε να μιλάμε για επανάσταση, εφόσον δεν έχουμε πραγματική ρήξη με το παρελθόν, αλλά κορύφωση μιας διαδικασίας που είχε αρχίσει αρκετά νωρίτερα.[19] Εν τέλει ότι ονομάζουμε βιομηχανική επανάσταση δεν είναι παρά αποτέλεσμα μεταβολών οργανωσιακού τύπου, που είχαν στόχο τον καλύτερο έλεγχο των εργατών.[20]
Ο μοναδικός ίσως κοινός παρονομαστής όλων των αναλύσεων, είναι πως τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στα τέλη του 18ου και στη διάρκεια του 19ου αιώνα, όποια κι αν ήταν η φύση ή οι αιτίες τους μεταμόρφωσαν την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα. Αναμφισβήτητα, η οριστική μετάβαση στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής συντελέστηκε τη συγκεκριμένη περίοδο, χάρη σ’ ένα συνδυασμό οικονομικών, κοινωνικών και ΣΙΔΗΡ πολιτικών εξελίξεων.[21]
Ο φιλελευθερισμός της αστικής τάξης θα μεταμόρφωνε ριζικά το κοινωνικό και οικονομικό τοπίο. Ωστόσο, η αστική προοδευτικότητα στη συγκεκριμένη περίοδο, έμοιαζε να εξαντλείται στο μέτρο που δε θίγονταν τα οικονομικά της συμφέροντα και αυτός μοιάζει ο κυριότερος λόγος υιοθέτησης πατερναλιστικών πολιτικών με στόχο την αναμόρφωση της εργατικής τάξης. Η τελευταία βέβαια, παρά την αρχική έλλειψη οργάνωσης, βαθμιαία θα ξεφύγει από τον εργοδοτικό έλεγχο και να αποκτά τη δική της ταξική συνείδηση, με συνέπειες τόσο με την υιοθέτηση ριζοσπαστικών αντιλήψεων, όσο και με το συνδικαλισμό.[22] Έτσι στην αυγή του 2οου αιώνα καινούριες αναταράξεις θα σημάδευαν την Ευρωπαϊκή ήπειρο σε οικονομικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Aldcroft D – Ville S. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005
  2. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  3. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  4. Hobsbaum E./ H εποχή των επαναστάσεων 1789-1848/ σ. 52/ Εκδ. ΜΙΕΤ/ Αθήνα 1992
  5. North D. C., Δομή και μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Εκδ. Κριτική, Α. Αλεξιάδη, Αθήνα 2000
Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

[1]               Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ σ. 21/   Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008 Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
[2] Ο.π/ σ. 75
[3] Ο.π/ σ. 76
[4] Κ. Γαγανάκης, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, σελ 241, Πάτρα 1999. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
[5] Hobsbaum E./ H εποχή των επαναστάσεων 1789-1848/ σ. 52/ Εκδ. ΜΙΕΤ/ Αθήνα 1992 Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
[6] Ο.π/ σ. 53
[7] Κ. Γαγανάκης/ σ. 241,242,243
[8] Hobsbaum E./ σ. 47,48
[9] Κ. Γαγανάκης/ σ. 245
[10] Ο.π/ σ. 246, 247
[11] Ο.π./ σ. 248, 249
[12]  Ο.π/ σ. 265
[13] Ο.π/ σ. 265
[14] Ο.π/ σ. 260
[15] Ο.π/ σ. 259
[16] Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ σ. 77
[17] Aldcroft D – Ville S. (Επιμ)./ Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914,   εκδ. Αλεξάνδρεια/ σ.14/ μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005
[18] D. C. North, Δομή και μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Εκδ. Κριτική, σελ. 249,252/ μτφ, Α. Αλεξιάδη, Αθήνα 2000
[19]         Ο.π/ σ. 263
[20] Ο.π/ σ. 263
[21] Κ. Γαγανάκης/ σ. 272
[22] Ο.π/ σ. 272