Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ κ' ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ κ' ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

ΑΠΟ ΤΟΝ 2ο ΕΩΣ ΤΟΝ 9ο ΑΙΩΝΑ 
ΓΕΩΡΓΙΑ
ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΥΠΑΙΘΡΟΣ        Νέος τύπος αλετριού από ξύλο με χαρακτηριστικό: μεγάλο βάρος, δυσκολία να στρίψει στο τέλος του χωραφιού. Επιπτώσεις: ανάγκη για συνδυασμένες προσπάθειες από την κοινότητα και χρήση σε χωράφια τα οποία έπρεπε να ελαχιστοποιούν τις στροφές που θα έπαιρνε.
Μεσόγειος: σιτάρι, κριθάρι, σύστημα δύο χωραφιών με αγρανάπαυση, λαχανικά, διαδεδομένη κτηνοτροφία




Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΡΛΟΜΑΓΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ:
ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΝΙΣΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΟΝ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΧΩΡΟ
ΓΕΩΡΓΙΑ
Χαρακτηριστικά αγροτικής δομής: α) κατακερματισμός της γης και καλλιέργεια από ελεύθερους αγρότες και β) η τάση να παραχωρούνται αυτά τα μικρά κομμάτια γης από τους ιδιοκτήτες τους, σε μοναστήρια και γαιοκτήμονες, με αντάλλαγμα την προστασία τους. Ετσι αναδύεται ένα νέο σύστημα χρήσης και ιδιοκτησίας της γης, η φεουδαρχία. Ετσι η γη καταλήγει να χωρίζεται σε μεγάλες ιδιοκτησίες (villae) με διμερή διαχωρισμό: το ένα μέρος να καλλιεργείται για λογαριασμό του μοναστηριού  και το άλλο να παραχωρείται σε αγρότες με αντάλλαγμα εργασιακές παροχές και πληρωμές σε είδος. Κυρίως στη Γαλλία.
Σύστημα τριών σταδίων ανα έτος (από μια καλλιέργεια το φθινόπωρο και την άνοιξη και το καλοκαίρι αγρανάπαυση). Σίκαλη, σιτάρι το φθινόπωρο, βρωμη, κριθάρι την άνοιξη.
Νότια Ευρώπη: προβληματική γεωργική ανάπτυξη λόγω πολεμικών συρράξεων. Κεντρική και βόρεια Ιταλία : οικονομική ευημερία, στην κεντρική ίδρυση μεγάλων φαρμών από τους θρησκευτικούς άρχοντες και ενίσχυση των καλλιεργειών, βόρεια επικράτηση φεουδαρχίας. Ισπανία: βελτίωση και επέκταση αρδευτικών συστημάτων από τους Μαυριτανούς και ανάπτυξη εντατικών καλλιεργειών.
Μακεδονία – Θράκη: κοινωνία χωρικών γεωργών, μικρά αγροτεμάχια αναμεμειγμένα το ένα με το άλλο, αμπελοκαλλιέργειες και κτηνοτροφική δραστηριότητα σε μεγάλη κλίμακα. Δημητριακά που μεταφέρονταν με πλοία κατα μήκος των ακτών για τον εφοδιασμό της Κων/πολης.
Αγγλία: φεουδαρχικό σύστημα (ιδιοκτησία μεγάλων εκτάσεων γης τα οποία καλλιεργούσαν ελεύθεροι αγρότες με υποχρεώσεις σε είδος και χρήμα προς τους ιδιοκτήτες τους.)
Η εμφάνιση θεσμών όπως το μοναστήρι και ο κλήρος συνδέεται άμεσα με τη μετέπειτα εμφάνιση και ανάπτυξη του φεουδαρχικού συστήματος. Με την εμφάνιση του θεσμού δημιουργήθηκαν μεγάλες ιδιοκτησίες γης, των οποίων ο κατακερματισμός και η παραχώρηση με σκοπό την καλλιέργεια τους από τους μη έχοντες γη προς καλλιέργεια, δημιούργησε δεσμεύσεις, οι οποίες είναι από τις χαρακτηριστικές παραμέτρους της φεουδαρχίας.

ΑΠΟ ΤΟΝ 9ο ΕΩΣ ΤΟΝ 14ο αι.
ΓΕΩΡΓΙΑ
Βασικό αγαθό διατροφής το ψωμί. Σύστημα δύο καλλιεργειών με αγρανάπαυση. Νότια λόγω των κλιματολογικών συνθηκών αναπτύχθηκε μια φθινοπωρινή καλλιέργεια (σιτάρι, κριθάρι) την οποία ακολουθούσε η αγρανάπαυση (μέχρι και τον 19ο αι.). Μεγάλες εκτάσεις και εντατικό όργωμα, μεγάλες σε μάκρος «γραμμές καλλιέργειας» με σκοπό την αποφυγή των τακτικών στροφών του αρότρου. Παράλληλα με το σύστημα του ανοικτού αγρού αναπτύχθηκε και αυτό των μικρών εκτάσεων, περίκλειστων από φράχτη ή τοίχο. Η κτηνοτροφία δεν έχει αναπτυχθεί, εξαίρεση στην νότια ευρώπη και στις περίκλειστες περιοχές

Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 14ου αι                                                          ΑΑΓΡΟΤΙΚΟ ΣΠΙΤΙ
ΓΕΩΡΓΙΑ
80%-90% του πληθυσμού ήταν αγρότες. Το φεουδαρχικό σύστημα όριζε τις κοινωνικές σχεσεις, τη δομή και τα συστήματα καλλιέργειας της γης: α) ο «ανοικτός αγρός», βορειοδυτική και κεντρική ευρώπη, τρεις μεγάλοι αγροί διαιρούνταν σε μακρές, στενές και ελαφρά ελικοειδείς λωρίδες όπου ο ένας αγρός οργωνόταν και σπερνόταν φθινόπωρο, ο επόμενος την άνοιξη και το τρίτος σε αγρανάπαυση για ένα χρόνο, με τα ζώα να βόσκουν και να τον λιπαίνουν. Β) «περίκλειστος αγρός» όπου ελεύθεροι αγρότες εμπορεύονταν το περίσσευμα της παραγωγής τους, φτωχό έδαφος, γ) στο «χωριό-δρόμο» κυρίως στην ανατολική ευρώπη όπου το πίσω μέρος της οικίας καλλιεργείται με απλά αγροτικά εργαλεία, από τον ιδιοκτήτη της. Η γεωργική παραγωγή συμπληρώνεται από την αλιεία και το κυνήγι.
Δημητριακά βάση της διατροφής. Σιτάρι και σίκαλη ενώ στα φτωχά εδάφη της βόρειας ευρώπης, βρώμη και κριθάρι. Λαχανικά τη συμπληρώνουν, περιορισμένη χρήση κρέατος και γαλακτοκομικών.
Λίγο λίπασμα, οι φτωχές σοδειές ήταν συχνό φαινόμενο
Νότια Ευρώπη: αμπελουργία
Το ελαιόλαδο όχι σημαντικό. Καλλιέργειες σπόρων για βιοτεχνική χρήση, ενισχυμένη η σημασία της κτηνοτροφίας.
Άλογη εκμετάλλευση δασών με δυσμενείς συνέπειες. Σημαντική καταστροφή στη Βόρεια ευρώπη.

Ο ΥΣΤΕΡΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ (ΑΡΧΕΣ 14ου – ΑΡΧΕΣ 16ου αι.)
ΟΙ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ
Αδυναμία καλλιέργειας εκτεταμένων εκτάσεων γης λόγω ανυπαρξίας εργατικού δυναμικού, γεγονός που οδήγησε στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, γιατί υπήρχε η δυνατότητα χρήσης της γης γι’αυτό το σκοπό.
Το σύστημα των τριών καλλιεργειών ανά ετος με αγρανάπαυση εγκαταλείπεται και αρχίζουν να αναπτύσσονται νέες πιο ευέλικτες μέθοδοι σε περιοχές όπου οι εδαφολογικές συνθήκες το επέτρεπαν, π.χ Κάτω Χώρες.
Διαφοροποιήσεις στο καθεστώς ιδιοκτησίας της γης (φεουδαρχικό) στην Αγγλία και στις Κάτω Χωρες.
Αλλαγές προοίμιο της παγίωσης και περίφραξης των αγρών, της εγκατάλειψης της αγρανάπαυσης και εισαγωγής πιο ευέλικτων μεθόδων καλλιέργειας, βάση ανάπτυξη κτηνοτροφίας και βελτίωση διατροφής

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ
Αγροτική ανάπτυξη
Ο 16ος αι. αποτελεί το μεσοδιάστημα μεταξύ φεουδαρχίας και ελεύθερης ιδιοκτησίας. Ο αγροτικός πληθυσμός αποτελεί τα 4/5 του συνόλου. Τα περισσότερα εδάφη ανήκουν στη λαϊκή αριστοκρατία ή στην εκκλησία.
Ενα μικρό μέρος της γης καλλιεργούνταν από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες, το μεγαλύτερο μέρος χωριζόταν σε μικρούς κλήρους και μισθωνόταν σε χωρικούς ή «καλλιεργούνταν» σε μεγαλύτερες μονάδες, ενώ στην ανατολική ευρώπη μεγάλες εκτάσεις παρέμεναν στα χέρια των ιδιοκτητών που απαιτούσαν απόδοση εργασίας από τους χωρικούς τους. Υποχρεώσεις χωρικών: Δουλοπαροικία (στέρηση προσωπικής ελευθερίας, οι δουλοπάροικοι ανήκαν στη γή που καλλιεργούσαν και μπορούσαν να πωληθούν μαζί της, μή έχοντας δικαίωμα να την εγκαταλείψουν: έχει εκλείψει (Βρετανία), έχει περιοριστεί (Κάτω Χώρες, Β. Ιταλία, Ελβετία), είναι ισχυρή (Γερμανία), βρίσκεται σε εξέλιξη (κεντρική και ανατολική Ευρώπη). Η ο χωρικός έπρεπε να δουλεύει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα την εβδομάδα, να παρέχει ο ίδιος τα ζώα και τα εργαλεία. Αλλά στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης ο γαιοκτήμονας μίσθωνε τη γη σε έναν αγροτη με σταθερό ενοίκιο. Η δουλεία των χωρικών ήταν λιγότερο σημαντική στη Μ. Βρετανία, στις Κάτω Χωρες και στη βόρεια Ιταλία, δηλ. στις περιοχές στις οποίες αναπτύχθηκε η μεσαία τάξη και υπήρξε οικονομική ανάπτυξη.
Κυρίαρχο το σύστημα των δύο καλλιεργειών με αγρανάπαυση, διαφοροποιήσεις στις Κάτω Χωρες, έλλειψη τεχνολογικής εξέλιξης και λιπασμάτων.
Αύξηση της ζήτησης, λόγω της αστικής ανάπτυξης, για μεταποιημένα αγροτικά προιόντα (λινάρι, φυσικά χρώματα). Επέκταση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων λόγω αυξημένης ζήτησης για ψωμί.
Κτηνοτροφία: διαχείμαση (μεταφορά ζώων σε κατάλληλες για το χειμώνα περιοχές), μεταφορά κοπαδιων σε μεγάλες αποστάσεις σε περιπτώσεις όπου η κτηνοτροφία είναι βασική πηγή εισοδήματος και η τροφοδοσία των αστικών κέντρων το απαιτούσε. Στη δυτική ευρώπη η αγροτική καλλιέργεια άρχισε να στρέφεται προς την κτηνοτροφία.
Τα σιτηρά  αποτελούν τη βασική καλλιέργεια και τη διατροφή όλων των τάξεων. Βόρεια Ευρώπη: βρώμη, κριθάρι
Οι χερσότοποι άρχισαν να αξιοποιούνται

ΠΗΓΕΣ
  1.  Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  3. Ράπτης Κώστας/ Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα/ Εκδόσεις ΕΑΠ/ Πάτρα 2000
  4. Aldcroft D – Ville S. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005
  5. North D. C., Δομή και μετ

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΦΕΟΥΔΑΛΙΣΜΟΥ & Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (13ος – 18ος αι.)

 Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΦΕΟΥΔΑΛΙΣΜΟΥ & Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (13ος – 18ος αι.)

 Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΦΕΟΥΔΑΛΙΣΜΟΥ (13ος – 14ος αι.)

 ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Στις αρχές του 14ου αι. εμφανίζονται σημάδια ύφεσης στην φεουδαλική οικονομία. Η αγροτική παραγωγή μπαίνει σε βαθιά κρίση, με στασιμότητα στην απόδοση και ανεπάρκεια ικανοποίησης των οικονομικών απαιτήσεων της αριστοκρατίας. Η στασιμότητα αποτέλεσε φυσικό επακόλουθο του εκτατικού τρόπου καλλιέργειας, ο οποίος δεν μπορούσε να αυξήσει ικανοποιητικά την παραγωγή του καλλιεργούμενου εδάφους. Επιπλέον, τα επισιτιστικά προβλήματα επιδεινώθηκαν λόγω αύξησης αφενός πληθυσμιακής, αφετέρου του αριθμού των μικρών σε έκταση κλήρων.
Δύο ακόμα παράγοντες της κρίσης υπήρξαν: η έλλειψη παραγωγικών επενδύσεων, τμήματος των κερδών στον τεχνολογικό τομέα, από την πλευρά της αριστοκρατίας. Κύρια όμως λόγω εφαρμογής  «του ιδιαίτερα ανελαστικού πλαισίου εκμετάλλευσης που καθόριζε τις σχέσεις ανάμεσα στην μεγάλη χωροδεσποτεία και τον οικογενειακό αγροτικό κλήρο, τη θεμελιώδη μονάδα της φεουδαρχικής παραγωγής». Στο κοινωνικό επίπεδο, η ένταση ανάμεσα στους φεουδάρχες και τις κοινότητες των χωρικών εκφράστηκε με μια σειρά αγροτικών εξεγέρσεων.
Στον αστικό χώρο, διαδραματίστηκαν επίσης αρκετές εξεγέρσεις σαν συνέπεια της κρίσης. Η σιτοδεία σε ΠΑΝΩΛΗσυνδυασμό με την επιδημία της Μεγάλης Πανώλης του 14ου αι., οδήγησαν την κρίση σε εφιαλτικά επίπεδα θνησιμότητας.
Οι ιστορικοί της σχολής των  Annales, αναζήτησαν τα αίτια της κρίσης στην έλλειψη ισορροπίας μεταξύ της δημογραφικής ανάπτυξης από τη μια, και της δυνατότητας κάλυψης των αυξημένων διατροφικών αναγκών, λόγω ανεπάρκειας των μεσαιωνικών καλλιεργητικών πρακτικών από την άλλη.Απόρροια του προηγούμενου συνδυασμού ήταν οι διαδοχικές υφέσεις και ανακάμψεις.
Οι μαρξιστές ιστορικοί, δίνουν έμφαση είτε στην πολιτική συνιστώσα της ταξικής πόλωσης και τις συγκρούσεις ανάμεσα σε φεουδάρχες και αγρότες, είτε στην αντίφαση οικονομικών μεγεθών, που προκύπτει μεταξύ της μεγάλης χωροδεσποτείας και του μικρού αγροτικού κλήρου.
Στην κοινωνική διαστρωμάτωση στο εσωτερικό των αγροτικών πληθυσμών, διακρίνουμε μια μειοψηφία λίγων εύπορων οικογενειών που κατείχαν γη εργαλεία και προσωπικό σε βαθμό που μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στα βάρη της προσόδου και να αυτοσυντηρηθούν. Την πλειοψηφική ομάδα των μικροκαλλιεργητών που επιβίωναν με μεγάλη δυσκολία.
Επιπλέον η τεχνολογική πρόοδος δεν ήταν τέτοιου μεγέθους, ώστε να καλύψει τις απαιτήσεις για επιπλέον παραγωγή, λόγω της δημογραφικής ανάκαμψης. Επιπρόσθετα, η προώθηση του πλεονάζοντος πληθυσμού σε ανεκμετάλλευτες περιοχές δεν αρκούσε για να λύσει το πρόβλημα.  Έτσι, μειώθηκε ο μέσος οικογενειακός  κλήροςαυξήθηκε ο αριθμός των μικρών κλήρων και το αγροτικό πλεόνασμα μειώθηκε αισθητά.
Ο προηγούμενος παράγοντας της δημογραφικής ανάπτυξης, δεν αρκεί από μόνος του για να εξηγήσει την κρίση. Η αγροτική οικογένεια δε συνιστούσε αυτόνομη μονάδα, αλλά εντάσσονταν στο πλαίσιο της κοινοτικής οργάνωσης του χωριού. Οι σχέσεις ανάμεσα στις αγροτικές κοινότητες και τους χωροδεσπότες αποτελούν επιπλέον παράγοντα που πρέπει να εξεταστεί. Η στασιμότητα στην παραγωγή επηρεάζονταν κι από απαιτήσεις των αριστοκρατών, καθώς συνέβαλε στην αποστέρηση των αγροτών, ενός ικανοποιητικού χρηματικού αποθέματος, το οποίο θα αποτελούσε εν δυνάμει επενδυτικό κεφάλαιο προς όφελος της περαιτέρω ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής. Ο προσανατολισμός της αριστοκρατίας προς την αλόγιστη κατανάλωση και τον πόλεμο, καθιστούσε αδύνατη την επένδυση για βελτίωση της καλλιεργητικής απόδοσης.
Σαν μέσα αντίστασης στις εκμεταλλευτικές διαθέσεις της αριστοκρατίας, τα αγροτικά στρώματα χρησιμοποιούσαν είτε την παθητική αντίσταση και την δολιοφθορά, είτε ακόμα και τη βία, με αποτέλεσμα την απόσπαση από την πλευρά των κοινοτήτων  κάποιου βαθμού χειραφέτησης και την αναχαίτιση της αυξητικής τάσης της φεουδαλικής προσόδου.(70)
Άλλες Παράμετροι Υπήρξαν
  • 14ο αι., μερική αύξηση του μη αγροτικού πληθυσμού, με επιπτώσεις στην αστική ζωή.
  • Ανάπτυξη διοικητικού μηχανισμού στην υπηρεσία της αριστοκρατίας και της εκκλησίας.
  • Αύξηση του λειτουργικού κόστους της πολιτικής εξουσίας μέσα από τον πομπώδη καταναλωτισμό, ως ένδειξη κοινωνικής υπεροχής.
  • Αύξηση του κόστους του πολέμου και στροφή στα τοκογλυφικά δάνεια. (70)
Από τα μέσα του 14ου αι. η πανδημία της βουβωνικής πανώλης θα επηρεάσει την οικονομία
Εξάλλου την τελική έκβαση της αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο βασικών στρωμάτων της φεουδαρχικής κοινωνίας θα επηρεάσει ο κατά τόπους συσχετισμός δυνάμεων. Έτσι ενώ στην Αγγλία, η εξέγερση του 1381, οδηγεί στη μείωση της φεουδαλικής προσόδου. Αντίθετα, στην Ανατολική Ευρώπη, η απουσία παραδόσεων αυτονομίας και αυτοδιοίκησης συνάμα με την έλλειψη αγροτικού δυναμικού λόγω της πανώλης, οδήγησε στην επανεμφάνιση της δουλείας.
Σε Αγγλία και Γαλλία παρατηρήθηκε μείωση της προσόδου και μερική βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής θέσεις ορισμένων αγροτικών τμημάτων, κατά τον 14ο αι.
Τον 15ο αι. τερματίζεται η πρώτη κρίση του φεουδαλικού συστήματος και η αριστοκρατία ισχυροποιείται εκ νέου. Οι τρόποι αντιμετώπισης της κρίσης υπήρξαν ποικίλοι από την πλευρά της φεουδαρχίας, όπως: στροφή στην κτηνοτροφίαπερίφραξη των ελεύθερων γαιών,συστηματοποίηση της χρήσης του χρήματος στις συναλλαγές με τους αγρότες, πόλεμος.Μακροπρόθεσμα ευνοήθηκε η μοναρχία και ο συγκεντρωτισμός.
Στους μικροκαλλιεργητές μειώθηκε το εισόδημά τους, λόγω μείωσης της τιμής των δημητριακών, παράλληλα με την αύξηση των τιμών του κατασκευαστικού τομέα. Επίσης, απειλήθηκαν από την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας. Έτσι στράφηκαν σε εναλλακτικές καλλιέργειες συντονισμένοι με τον αστικό κατασκευαστικό τομέα. Το γεγονός αυτό όμως τους οδήγησε σε μεγαλύτερη εξάρτηση από την αγορά, για την πώληση της παραγωγής τους και για την αγορά τροφίμων.
Στις αρχές του 15ου αι., ο φεουδαλισμός βγήκε από την κρίση δεχόμενος αλλαγές και ανακατατάξεις. (72)

ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΣΤΙΚΟ ΧΩΡΟ
Στον αστικό χώρο, όπου κατέστη δυνατό, παρατηρήθηκε στροφή στην παραγωγή ειδών πολυτελείας και συνακόλουθη αναβάθμιση των ειδικευμένων τεχνιτών, οι οποίοι συμμετείχαν στις αστικές ολιγαρχίες. Οι συντεχνίες ενισχύθηκαν και αναδείχθηκε ένα κληρονομικό σύστημα διαδοχής.                           POLH MES
Το εμπόριο εξασθένισε λόγω μείωσης του πληθυσμού και η μαζική υφαντουργική παραγωγή μεταφέρθηκε στην ύπαιθρο. Έτσι αναπτύχθηκε το σύστημα της οικοτεχνίας, μεταξύ 13ου και 14ου αι. Χάρη σ’ αυτό αναπτύχθηκαν σχέσεις μισθωτής εργασίας ανάμεσα σε εμπόρους και άμεσους παραγωγούς. Οι πρώτοι εκτός από προμηθευτές πρώτων υλών και εργαλείων, κατέχουν τα μέσα παραγωγής και ιδιοποιούνται το σύνολο της παραγωγής με προκαθορισμένες τιμές.
Με τη μεταφορά της παραγωγής στην ύπαιθρο δημιουργείται μια νέα αγορά για τα μεσαία στρώματα. Παράλληλα, οι μικροκληρούχοι αποτελούν δεξαμενή φθηνού εργατικού δυναμικού, ενώ οι έμποροι κερδίζουν την αυτονομία τους από τις συντεχνίες
Η αντανάκλαση της κρίσης στις πόλεις που δεν ασχολούνται με την παραγωγή ειδών πολυτελείας επιφέρει: Ολιγοπώληση της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής εξουσίας από λίγους αρχιμαστόρους. Αύξηση της ανεργίας και υποβάθμιση της θέσης των τεχνιτών, με απώλεια της οικονομικής τους ανεξαρτησίας και μετατροπής τους σε μισθωτούς εργαζόμενους.
Σταδιακά αναπτύσσονται τρία στρώματα στο εσωτερικό των πόλεων:
  1. 1.      Αριστοκρατία των Πατρικίων
  2. 2.      Μεσαία τάξη εμπόρων και εισοδηματιών
  3. 3.      Μικρομεσαία τάξη τεχνιτών

ΟΙ ΑΓΡΟΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΥΣΤΕΡΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
Τον 14ο και 15ο αι. παρατηρείται αναστροφή του κλίματος οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής ανάπτυξης και είσοδο σε περίοδο στασιμότητας, μεταβολών και κρίσης.
Εκδήλωση εξεγέρσεων σε πόλεις και ύπαιθρο.
Η δημογραφική ανάπτυξη επιφέρει διαίρεση του καλλιεργούμενου εδάφους σε μικρούς κλήρους και εμφάνιση στρώματος ημερομίσθιων εργατών που δεν κατέχει γη.
Σε πολλά χωριά, οι αγρότες με υποστατικά, αποτελούν πλέον μειοψηφία.
  ΚΑΜΑΡΕΣ    Στα χωριά εμφανίζονται 2 κύριες οικονομικές τάξεις:
  1. Η μειοψηφία πλούσιων αγροτών.
  2. Η πλειοψηφία μικροαγροτώνημερομίσθιων εργατών και χειρονακτών με χαμηλό βιοτικό επίπεδο.
Από αρχές του 14ου αι. εμφανίζονται συμπτώματα της κρίσης όπως: διαίρεση κτημάτων σε μικρούς κλήρους, μικρές σοδειέςμεγάλες ανατιμήσεις.
Παράγοντες της κρίσης αποτελούν: Η αδυναμία της περαιτέρω επέκτασης καλλιεργούμενων εδαφών,στασιμότητα στην παραγωγική απόδοσηεπιδημίες ζώων και φυσικές καταστροφές. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων επιφέρει το μεγάλο λιμό του 1315-17, αλλά ακόμα βαρύτερες συνέπειες θα έχει η επιδημία Πανώλης το 1347.
Η μεταβολή των κλιματολογικών συνθηκών από τα τέλη του 13ου, συμβάλει σε ακόμα μεγαλύτερη μείωση της παραγωγής, ιδιαίτερα στις περιοχές με μεγάλο υψόμετρο.
Οι αλλαγές στην αγροτική οικονομία έχουν σαν συνέπειεςερήμωση της υπαίθρουεπέκταση της κτηνοτροφίας και στροφή σε ειδικές καλλιέργειες.
Οι κοσμική και πνευματική χωροδεσποτεία, αυξάνει την πίεση πάνω στους αγρότες για την κάλυψη των χαμένων εσόδων. Επίσης, στρέφεται στην κτηνοτροφία, λόγω απαίτησης λιγότερων εργατικών χεριών

ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ:
Η μικρή αριστοκρατία ζημιώθηκε περισσότερο, με αποτέλεσμα την εμφάνιση της «ληστρικής ιπποσύνης» που αντλούσε εισοδήματα από επιθέσεις σε εμπόρους, ληστρικές πολεμικές εκστρατείες. Ωστόσο, κύρια θύματα υπήρξαν οι χωρικοί.
Η μεγάλη αριστοκρατία ζημιώθηκε λιγότερο, λόγω άντλησης εσόδων από τις πόλεις με τη μορφή φόρων και δασμών και μικρότερη εξάρτηση από τους αγροτικούς φόρους. (147)

ΧΩΡΙΚΟΙ:
Αντιμετωπίστηκαν ως ενιαία ομάδα και του επιβλήθηκαν πρόσθετες επιβαρύνσεις και περιορισμοί στα δικαιώματα πάνω στην κοινόχρηστη γη.
Η προσπάθεια ανάσχεσης της μετανάστευσης από τους χωροδεσπότες, επιδείνωσε τη νομική θέση των χωρικών και σε ορισμένες περιοχές, ενίσχυσε προσωρινά τη δουλοπαροικία.
Από τα μέσα του 15ου αι. παρατηρείται οικονομική ανάκαμψη σε Γαλλία και Αγγλία, λόγω τερματισμού του πολέμου και αναδιανομής της γης, η οποία κατέστη δυνατή χάρη στη μεγάλη απώλεια πληθυσμών.
Οι επιπτώσεις της κρίσης στους αγροτικούς πληθυσμούς εμφάνισαν έντονες κατά τόπους διαφορές.
Οι  Μεγάλοι χωρικοί πιέστηκαν περισσότερο, εφόσον οι οικογενειακές επιχειρήσεις επηρεάστηκαν από τις μεταβολές στις τιμές των σιτηρών και των μισθών.
Αρκετοί Μικροί χωρικοί ωφελήθηκαν, λόγω αύξησης των μισθών και απόκτησης καλλιεργήσιμης γης, η οποία είχε ερημώσει.
Τα πλειοψηφικά Μεσαία στρώματα δεν βίωσαν τόση πίεση όση οι μεγάλοι χωρικοί, από την αύξηση των μισθών και τη σύνδεση με την αγορά. Ο κυριότερος παράγοντας πίεσης, αποτέλεσαν οι φεουδαλικές απαιτήσεις, που διέφεραν από τόπο σε τόπο.
Συνολικά οι αγρότες σήκωναν τα βάρη της οικονομίας, χωρίς όμως να αναγνωρίζεται η προσφορά τους. Έτσι αρκετοί επιβίωναν δύσκολα.
Στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, η νομική θέση των αγροτών ευνοήθηκε και βελτιώθηκαν τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα.  Συνάμα η δουλοπαροικία παράκμασε.
Στην Ανατολική Ευρώπη αντίθετα, ενισχύθηκαν οι δεσμοί υποτέλειας και επιδεινώθηκε η θέση των χωρικών.

ΠΗΓΕΣ
  1. Rosener W., Οι αγρότες στην Ευρώπη, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, μτφρ. Δημητρούκας Ι., Αθήνα 1999
  2. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  3. Bloch M, Η φεουδαλική κοινωνία. Η διαμόρφωση των σχέσεων εξάρτησης, οι τάξεις και η διακυβέρνηση των ανθρώπων, Εκδ. Κάλβος, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα 1987

ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΥΜΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗΣ

ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΥΜΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗΣ 

         Στην προσπάθεια ανάλυσης της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, σε μια τόσο εκτεταμένη ζώνη από γεωγραφική, αλλά κι από χρονολογική σκοπιά, όπως αυτή του Μεσαίωνα στη Δυτική Ευρώπη· πρέπει καταρχήν να επισημάνουμε την ύπαρξη σημαντικών διαφοροποιήσεων μέσα στο χρόνο και το χώρο. Ωστόσο, στο βαθμό που αυτές οι διαφορές δεν αποτελούν τομές και με δεδομένο το εύρος που οφείλει να έχει η συγκεκριμένη εργασία, θα επικεντρωθούμε κυρίως στην ανάδειξη των γενικευμένων τάσεων που χαρακτήρισαν όλη σχεδόν τη διάρκεια του Μεσαίωνα. ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΧΩΡΙΟ.
Επιπλέον, θα εστιάσουμε στον εντοπισμό των παραγόντων που συνέβαλαν στο σχηματισμό αυτής της  διαστρωμάτωσης. Εδώ, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι ο M. Bloch υποστήριζε πως οι μεσαιωνικοί κοινωνικοί θεσμοί και πρακτικές αποτελούσαν μια ετερογενή παρακαταθήκη των εισβολών, σαν αποτέλεσμα της ανάμειξης του ρωμαϊκού νόμου και του εθιμικού δίκαιου των υποτελών στη Ρώμη λαών, με αυτήν των γερμανικών παραδόσεων. Όμως, πέρα από τις όποιες  επιρροές του παρελθόντος, το μεσαιωνικό σύστημα, ήταν πρώτιστα δημιούργημα των πιεστικών συνθηκών του παρόντος.[1] Την ίδια περίπου προσέγγιση όσον αφορά την Ιστορία, ως προϊόν διαλεκτικής αλληλεπίδρασης μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, μοιάζει να υιοθετεί και ο Κ. Μαρξ «Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν.»[2]. Με αυτήν την έννοια, τόσο η άποψη του θεμελιωτή της σχολής των Annale,  όσο κι αυτή του Μαρξ μοιάζει να συγκλίνουν στη σημασία που αποδίδουν στην ιστορική κληρονομιά, δίχως όμως να παραγνωρίζουν τον αποφασιστικό ρόλο των συνθηκών του παρόντος για τη διαμόρφωση της εκάστοτε πραγματικότητας. Στη βάση λοιπόν του συγκεκριμένου δυισμού θα επιχειρήσουμε να διακρίνουμε, αφενός, τους παράγοντες λόγω ανάμειξης των ξεχωριστών παραδόσεων που επέφερε η πολιτισμική όσμωση, και αφετέρου, τις παραμέτρους της συγκεκριμένης εποχής που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της μεσαιωνικής κοινωνικής πραγματικότητας.
ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ     Επιχειρώντας μια πρώτη σύγκριση, σημαντικότερη ίσως διαφορά του πρώιμου Μεσαίωνα από την εποχή της ρωμαϊκής ακμής, αποτελεί σύμφωνα με τον Κ. Γαγανάκη ο μαζικός εξαγροτισμός της κοινωνίας, λόγω της μετανάστευσης μεγάλων πληθυσμών από την πόλη στην ύπαιθρο. Παρόμοια πορεία ακολούθησαν και οι νέοι επικυρίαρχοι, αν και στη δική τους απόφαση σημαντικό ρόλο μοιάζει να έπαιξε η προτίμηση παρά η ανάγκη[3].  Όμως, ουσιαστικό γνώρισμα του νέου συστήματος παραγωγής, φαίνεται πως ήταν η μόνιμη αναποτελεσματικότητα των προσπαθειών κάλυψης των αναγκών και αυτοσυντήρησης των πληθυσμών. Οι λόγοι της συγκεκριμένης αναποτελεσματικότητας μπορούν να αποδοθούν στην ανεπάρκεια τόσο των καλλιεργούμενων εδαφών όσο και των γεωργικών πρακτικών της εποχής, σε συνάρτηση με παράγοντες κλιματολογικούς[4] και άλλους. Απόρροια των συγκεκριμένων συνθηκών σε συνδυασμό με δεινά της καθημερινότητας, όπως οι επιδημίες ή οι πόλεμοι, αποτέλεσε η αύξηση της θνησιμότητας[5].
Στο επίπεδο της πολιτισμικής όσμωσης, κοινό παρονομαστή των ρωμαϊκών και των γερμανικών κοινοτήτων, υπήρξε η βαθιά κοινωνική ανισότητα. Στο ανώτερο επίπεδο της κοινωνικής ιεραρχίας, από την ένωση προέκυψε συγχώνευση των Ρωμαίων πατρικίων και συγκλητικών με την γερμανική αριστοκρατία του ξίφους, σχηματίζοντας έτσι την νέα αριστοκρατία που αποτέλεσε την κορυφή της πυραμίδας. Στη βάση βρίσκονταν η δουλεία, θεσμός που – αρχικά - ενισχύθηκε από την συγχώνευση. Ενδεικτική είναι η αντιμετώπιση των δούλων, ως εργαλείων παραγωγής πλούτου· τόσο οι ίδιοι, όσο και οι απόγονοί τους ανήκαν στον κύριό τους. Πιο συγκεκριμένα, στη διαστρωμάτωση της υπαίθρου συναντάμε τα παραγωγικά στρώματα των δούλων και των ελεύθερων χωρικών και το παρασιτικό της γαιοκτητικής αριστοκρατίας, το οποίο ιδιοποιούνταν τον πλούτο που παρήγαγαν τα δύο πρώτα[6]. Εξάλλου, ο αγροτικός χαρακτήρας της οικονομίας, δείχνει να συμβάλει στην πολιτική αναβάθμιση των γαιοκτημόνων και στην κατοχύρωση της κεντρικής θέσης στην κοινωνική οργάνωση[7]. Ενώ στα κατώτερα στρώματα, η κοινωνική πραγματικότητα, μέσω και της πρακτικής των μεικτών γάμων, οδήγησε στη σταδιακή κατάργηση του αυστηρού διαχωρισμού δούλων και ελευθέρων, επιτρέποντας την εμφάνιση νέων ενδιάμεσων κατηγοριών, όπως οι απελεύθεροι.[8]
Ήδη από τον πρώιμο Μεσαίωνα, διαφαίνεται η επικράτηση της χωροδεσποτείας ως κεντρικής οικονομικής μονάδας. Συνάμα, η ανάδειξη της αριστοκρατίας ως ισχυρής δύναμης μοιάζει ευθέως ανάλογη με την υποβάθμιση της μοναρχίας και την αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας. Παράλληλα, παρατηρούμε την εμφάνιση των μεγάλων αγροκτημάτων, σχεδόν στο σύνολο της Δυτικής Ευρώπης. Βέβαια, τα τελευταία δεν επικράτησαν ολοκληρωτικά, με δεδομένη την ύπαρξη πολλών μικρών και μεσαίων αγροκτημάτων, τα οποία εκμεταλλεύονταν είτε μικρότεροι ευγενείς, είτε κοινότητες ελεύθερων χωρικών[9]. Σημαντικό χαρακτηριστικό αποτελεί το ότι η χωροδεσποτεία, παρά τις διάφορες ειδικότερες μορφές της, προϋπόθετε για τους αγρότες, αφενός μια διπλή υπαγωγή: εκείνη του ανθρώπου ως φυσικού προσώπου κι εκείνη λόγω της κατοχής κάποιας γης, αφετέρου μια διπλή εξάρτηση:  η πρώτη ως υποτελείς του χωροδεσπότη και η δεύτερη ως μέλη της κοινότητας.[10] Επιπλέον, το νέο γαιοκτητικό σύστημα συνοδεύτηκε κι από γενικευμένες τάσεις, όπως: Εξάλειψη της διάκρισης μεταξύ των κοινοτήτων δούλων κι ελεύθερων γεωργών, επιβολή ενιαίου βαρύτερου πλαισίου στο σύνολο των χωρικών, επιδείνωση της θέσης των ελεύθερων κοινοτήτων[11].
Σύμφωνα με τον  Rosener, Οι ρίζες της χωροδεσποτείας πρέπει να αναζητηθούν στη συνάντηση του ρωμαϊκού αγροτικού καθεστώτος και τη σημασία που αυτό έδινε στη γαιοκτησία, με το αντίστοιχο γερμανικό που βασίζονταν στις σχέσεις κυριαρχίας προσώπων[12]. Ωστόσο, η πολιτισμική όσμωση εξηγεί ως ένα βαθμό το φαινόμενο, εφόσον την εγκαθίδρυση και τη διάδοση του συγκεκριμένου συστήματος ευνόησαν και οι συνθήκες της εποχής, όπως: Η ατονία των νομισματικών ανταλλαγών που περιόριζε σε μέγιστο βαθμό τον κοινωνικό ρόλο του μισθού. Κατά συνέπεια, οι χωροδεσπότες προσανατολίστηκαν είτε στην άμεση εξασφάλιση των όρων επιβίωσης των ανθρώπων της υπηρεσίας τους, είτε στην παραχώρηση γης. Οι συγκεκριμένες λύσεις οδήγησαν στη σύναψη πολύ βαθύτερων σχέσεων από εκείνους της μίσθωσης[13]. Επιπρόσθετα, τη Μεροβίγγεια εποχή, θεσμοί όπως το κράτος ή το γένος αδυνατούν να ανταποκριθούν στο καθήκον της προστασίας των μελών. Έτσι, η σύναψη δεσμών υποτέλειας εξυπηρετεί ένα διπλό στόχο: Πρώτον, την ανάγκη των αδύνατων για προστασία. Δεύτερον, τη βούληση των ισχυρών για διατήρηση του κύρους και της περιουσίας τους, για την οποία η βοήθεια των αδυνάτων υπήρξε αναγκαία. Επίσης, ο ρόλος μπορεί να είναι διπλός, καθώς ένας προστατευόμενος μπορεί ταυτόχρονα να αποτελεί και προστάτη. Η διαμόρφωση λοιπόν του συγκεκριμένου συστήματος, κατά τον  Bloch αποτελεί μάλλον υποταγή στις ανάγκες της στιγμής[14]. Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε τη συμβολή των εισβολών του 10ου αι, με τους μαζικούς εξανδραποδισμούς και τον τρόμο που έσπειραν, στην ενδυνάμωση των δεσμών υποτέλειας[15]. Αντίθετα, όταν οι ελεύθεροι μπορούσαν να διατηρούν διαρκώς την πολεμική τους δεινότητα, δίχως παράλληλα να υστερούν σε πολεμική τεχνολογία από τους πολεμιστές των φεουδαρχών, ξέφευγαν από τη χωροδεσποτεία. Επίσης, όπου υπήρχε στήριξη από άλλους θεσμούς – αιματοσυγγένεια, δημόσιο δίκαιο – δεν επικράτησε ούτε χωροδεσποτεία, ούτε σχέσεις υποτέλειας[16].    ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ.
Βέβαια, η εγκαθίδρυση αρχικά και η επέκταση στη συνέχεια της φεουδαρχίας, συνοδεύτηκε από αποφασιστικής σημασίας πολιτικές και ιδεολογικές αλλαγές που πρέπει να επισημάνουμε . Η πρώτη, έχει να κάνει με την αποδυνάμωση της μοναρχίας και τη συνακόλουθη αποκέντρωση της εξουσίας σε τοπικούς πυρήνες. Η οργάνωση των τοπικών πυρήνων βασίστηκε στα πρότυπα των βασιλείων. Ωστόσο, και στο εσωτερικό των επιμέρους επικρατειών, παρατηρήθηκε η αυτονόμηση των μικρότερων αριστοκρατών, συνεπικουρούμενη από τη σχετική οικονομική αυτάρκεια και χαρακτηριζόμενη από συγκεντρωτική εξουσιαστική δομή των φέουδων[17]. Η δεύτερη, εστιάζεται στην ιδεολογική στήριξη του νέου τρόπου οργάνωσης, αναγκαία προϋπόθεση για την αποδοχή του και τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Το έργο αυτό ανέλαβε η Εκκλησία με τη θεσμοθέτηση της «ειρήνης του Θεού», σύμφωνα με την οποία· από την μία, αιτιολογούνταν η μεταβίβαση των μοναρχικών εξουσιών στους επισκόπους και τους τοπικούς ευγενείς, σε μια προσπάθεια περιορισμού της βίας· και από την άλλη, νομιμοποιούσε τις σχέσεις εκμετάλλευσης ως αναγκαίο τίμημα για την προσφερόμενη ασφάλεια στο εσωτερικό των κοινοτήτων της υπαίθρου[18]. Στους κόλπους της εκκλησίας, εκπονήθηκε και η θεωρία της κοινωνικής ιεραρχίας, η οποία αποτέλεσε στην συνέχεια την κυρίαρχη ιδεολογία του φεουδαρχικού κόσμου. Σύμφωνα μ’ αυτήν, η διαίρεση της κοινωνίας ήταν τριμερής και αιώνια. Στο πρώτο επίπεδο  ανέρχονταν η πνευματική εξουσία, με τον κλήρο να απαλλάσσεται από φόρους ή υποταγή στην κοσμική εξουσία. Όσον αφορά την εκκλησία, η κορύφωση των δωρεών από τους κοσμικούς κατά τον 11ο αιώνα, θα την αναδείξει σε ηγετική κοσμική δύναμη. Η πολεμική αριστοκρατία έρχονταν, θεωρητικά μόνο, δεύτερη στην κοινωνική ιεραρχία, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσε την κορυφή της πυραμίδας. Δίχως να αποτελεί παραγωγικό στρώμα, ασκούσε απόλυτο έλεγχο σε γη και ανθρώπους. Κύρια πηγή πλουτισμού της αποτελούσε ο πόλεμος, τις δαπάνες του οποίου κάλυπτε η εργασία των υποτελών της. Τελευταίo στην ιεραρχία, ακολουθούσε το παραγωγικό στρώμα των πληβείων, που είχε καθήκον τη συντήρηση των δύο προηγούμενων. Επιπρόσθετα, στερούνταν σε μεγάλο βαθμό την ελευθερία του, καθώς η υποχώρηση της δουλείας συνδυάστηκε με την υποβάθμιση των ελεύθερων καλλιεργητών σε δουλοπάροικους[19].
Έτσι, την περίοδο του όψιμου Μεσαίωνα με το χωροδεσποτικό σύστημα να έχει παγιωθεί, μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής για την κοινωνική διαστρωμάτωση της υπαίθρου. Στο εσωτερικό της αριστοκρατίας υπήρχαν δύο κύριες ομάδες. Την κορυφή της πυραμίδας αποτελούσαν οι ισχυρότεροι κοσμικοί και πνευματικοί άρχοντες, που κατείχαν τεράστιες χωροδεσποτείες και πλήθος αγροτικών κοινοτήτων. Η διοίκησή τους στηρίζονταν συνήθως στις υπηρεσίες των επιστατών, ενώ εκχωρούσαν μέρος της εξουσίας τους στους τοπικούς τοποτηρητές. Τις χαμηλότερες βαθμίδες της αριστοκρατίας αποτελούσαν οι μικρότεροι αριστοκράτες, οι ιππότες και οι κληρικοί, οι οποίοι διαχειρίζονταν άμεσα τη μικρή τους χωροδεσποτεία.[20]. Παράλληλα, στο εσωτερικό της αγροτικής τάξης είχε επέλθει κοινωνική και νομική ομογενοποίηση, στα χωροδεσποτικά πλαίσια. Στους πρώην δούλους χορηγούνταν υποστατικά από το έδαφος των οποίων ήταν εξαρτημένοι, αλλά διέφεραν ελάχιστα από τους πρώην ελεύθερους χωρικούς, οι οποίοι είχαν καταστεί εξαρτημένοι από τους χωροδεσπότες. Αυτές οι δύο ομάδες συγκρότησαν την υποτελή αγροτική τάξη, ενώ εξαλείφθηκε ο αρχαίος θεσμός της δουλείας. Η αγροτική και η ιπποτική τάξη αποτέλεσαν τις δύο βασικές κοινωνικές ομάδες της υπαίθρου κατά τον Όψιμο Μεσαίωνα. Το σύστημα ξεκίνησε από την επικράτεια του Καρολίγγειου κράτους, αλλά  σταδιακά εξαπλώθηκε και στις γειτονικές χώρες[21].
Στην πορεία, σημαντικές εξελίξεις όπως, η ανάπτυξη του αστικού χώρου και η αναζωπύρωση του εμπορίου, η διάδοση του χρήματος, η ανάπτυξη της οικοτεχνίας της υπαίθρου μπορεί να επέφεραν αξιοσημείωτες αλλαγές, μεταξύ των οποίων: αλληλεξάρτηση υπαίθρου και πόλης, αντικατάσταση των αγγαρειών από φόρους, τον καταμερισμό εργασίας, τη διάλυση του συστήματος των επαύλεων και την ανάδειξη των χωριών, όμως η Ευρώπη θα εξακολουθούσε να παραμένει αγροτική στα πλαίσια των φεουδαρχικών σχέσεων εξάρτησης.
Επιπλέον, η μεγάλη κρίση της φεουδαρχίας στη διάρκεια του ύστερου Μεσαίωνα κάτω από συνθήκες κορύφωσης της οικονομικής ύφεσης, αλλά και η δημογραφική συρρίκνωση ως αποτέλεσμα λιμών και της επιδημίας της Πανώλης, θα επιφέρουν νέες ανακατατάξεις στο εσωτερικό της Δυτικής Ευρώπης. Μπορεί η αριστοκρατία να βρήκε τρόπους ώστε να βγει από την κρίση κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, όμως ταυτόχρονα η νομική θέση των αγροτών ευνοήθηκε και βελτιώθηκαν τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα. Επίσης, σε Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, ο θεσμός της δουλοπαροικίας παράκμασε[22]. Όμως, η σημαντικότερη μακροπρόθεσμη συνέπεια της κρίσης  ήταν πιθανά η αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Απόρροια του τελευταίου, ήταν η επανεμφάνιση του συγκεντρωτισμού και η ανάδειξη των ισχυρών μοναρχικών κρατών[23].
Εν κατακλείδι, σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, τα θεμέλια του συστήματος αποτέλεσαν οι παραγωγικές δυνάμεις των χωρικών· ο μόχθος των οποίων όμως, σε καμία περίπτωση δε συνοδεύτηκε από την ανάλογη κοινωνική και πολιτική αναγνώριση. Οι εξεγέρσεις στις οποίες προσέφευγαν, ως ύστατο μέσο για την διεκδίκηση ή τη διασφάλιση στοιχειωδών δικαιωμάτων, αντανακλά τις συνθήκες έντονης κοινωνικής ανισότητας της εποχής. Εξάλλου, ακόμα και η έκβαση των αντιπαραθέσεων μεταξύ αριστοκρατών και χωρικών, εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τους κατά τόπους συσχετισμούς δυνάμεων ή από την παρουσία παραδόσεων αυτοοργάνωσης των κοινοτήτων. Άραγε οι συγκρούσεις επιβεβαιώνουν την παρατήρηση του Μαρξ πως «Μέχρι τώρα, η ιστορία όλης της κοινωνίας είναι ιστορία ταξικών αγώνων.»[24]; Ή όπως επισημαίνει ο North «Οι πληθυσμιακές μεταβολές και οι πόλεμοι δίνουν το κλειδί για την ερμηνεία των συνδεόμενων με τη φεουδαρχία δομικών μετασχηματισμών»[25]; Τα ερωτήματα παραμένουν πάντα ανοιχτά και αποτελούν πεδίο αντιπαραθέσεων, όπως άλλωστε και το ζήτημα της ανάδειξης του υποκειμένου της κοινωνικής αλλαγής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Bloch M, Η φεουδαλική κοινωνία. Η διαμόρφωση των σχέσεων εξάρτησης, οι τάξεις και η διακυβέρνηση των ανθρώπων, Εκδ. Κάλβος, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα 1987
  3. Μαρξ Κ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1987
  4. Μαρξ Κ. – Ένγκελς Φ., Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Εκδ. Θεμέλιο, μτφρ. Γ. Κόττης, Εισαγωγή  Hobsbawm E., Αθήνα 2004
  5. North D. C., Δομή και μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Εκδ. Κριτική, Α. Αλεξιάδη, Αθήνα 2000
  6. Rosener W., Οι αγρότες στην Ευρώπη, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, μτφρ. Δημητρούκας Ι., Αθήνα 1999
                                                                                                                      Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

[1] Bloch M, Η φεουδαλική κοινωνία . Η διαμόρφωση των σχέσεων εξάρτησης, οι τάξεις και η διακυβέρνηση των ανθρώπων, Εκδ. Κάλβος, σ. 217, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα 1987. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
[2] Μαρξ Κ., Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σ. 11, Αθήνα 1987
[3] Κ. Γαγανάκης, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, σελ 23, Πάτρα 1999. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
[4] Ιδιαίτερα σημαντικής σημασίας αξιολογεί την περιβαντολογική επίδραση στην οικονομία και τις κοινωνικές εξελίξεις, σε όλη τη διάρκεια των μεσαιωνικών χρόνων ο W. Rosener.Πιο συγκεκριμένα W. Rosener, Οι αγρότες στην Ευρώπη, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σ.97,98, 135, μτφρ. Ι. Δημητρούκας, Αθήνα 1999. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
[5] Κ. Γαγανάκης, σελ. 22
[6] Ο.π, σελ. 24
[7] W. Rosener, σ. 72.
[8] Κ. Γαγανάκης, σελ. 25
[9] Ο.π, σελ. 27
[10] Bloch M, σελ. 330,331
[11] Γαγανάκης, σελ. 28
[12] W. Rosener, σελ. 75
[13] Bloch M, σελ. 113
[14] Ο.π, σελ. 216
[15] Γαγανάκης, σελ. 36,37
[16] Bloch M, σελ. 338
[17] Γαγανάκης, σελ. 41
[18] Ο.π, σελ. 41,42
[19] Ο.π, σελ. 42,43
[20] Ο.π, σελ. 46,47
[21] W. Rosener, σελ. 95,96
[22] W. Rosener, σελ. 158
[23] Γαγανάκης, σελ. 72
[24] Κ. Μαρξ-Φ. Ένγκελς, Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Εκδ. Θεμέλιο, σελ. 45, μτφρ. Γ. Κόττης, Αθήνα 2004
[25] D. C. North, Δομή και μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Εκδ. Κριτική, σελ. 203, Α. Αλεξιάδη, Αθήνα 2000