Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

ΕΥΡΩΠΗ: ΕΡΓΑΣΙΑ-ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ/ ΑΛΛΑΓΕΣ/ ΝΕΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ/ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ του 21ου αι.

ΕΥΡΩΠΗ: ΕΡΓΑΣΙΑ-ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ/ ΑΛΛΑΓΕΣ/ ΝΕΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ/ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ του 21ου αι.

ΔΕΙΚΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
ΔΕΙΚΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
      Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ & ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ
Το βασικό ενδιαφέρον στην αρχική ανάλυση του Esping Andersen ήταν οι επιπτώσεις του κοινωνικού κράτους στην κοινωνική διαστρωμάτωση. Συνεπώς, η έμφαση δόθηκε στη σχέση κράτους & αγοράς υποβαθμίζοντας τη σημασία της σχέσης της οικογένειας μ’ αυτούς τους δυο πόλους. 
Η περιθωριοποίηση της οικογένειας & της διάστασης του φύλου από τη θεωρητική συζήτηση & τη συγκριτική ανάλυση, είχαν ως αποτέλεσμα:
• Την υποτίμηση της σημασίας των υπηρεσιών φροντίδας, ως σημαντικής παραμέτρου που διαφοροποιεί την ταξινόμηση των κρατών πρόνοιας και
• Την υποτίμηση του ρόλου του κοινωνικού κράτους, ως μηχανισμού που εδραιώνει, αναπαράγει ή διαφοροποιεί τις σχέσεις των 2 φύλων.
Ως προς την 1η παρατήρηση, αν στο πλαίσιο ανάλυσης προστεθούν οι πολιτικές παροχής υπηρεσιών φροντίδας, οι υπάρχουσες τυπολογίες διαφοροποιούνται σημαντικά.
Όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών φροντίδας για παιδιά προσχολικής ηλικίας, στην ομάδα των χωρών που αναλαμβάνουν τη συγκεκριμένη υποχρέωση ανήκουν χώρες που έχουν ταξινομηθεί σε διαφορετικά προνοιακά καθεστώτα όπως: Δανία, Σουηδία, Βέλγιο, Γαλλία, Ιταλία, Φιλανδία. Το ίδιο παρατηρείται και με την ομάδα κρατών με λιγότερο αναπτυγμένες πολιτικές φροντίδας για τα παιδιά στην οποία κατατάσσονται: Νορβηγία, Γερμανία, Ολλανδία, Αγγλία.
Για την ουσιαστική ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στους διάφορους τύπους του κοινωνικού κράτους, οι θεωρητικοί προτείνουν παράλληλα με τη χρήση του όρου από-εμπορευματοποίηση και τη χρήση του όρου Προσωπική Αυτονομία. Το ουσιαστικό κριτήριο είναι το κατά πόσο οι γυναίκες είναι σε θέση να δημιουργήσουν & να συντηρήσουν αυτόνομα νοικοκυριά. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της αυτονομίας αποτελούν: πρόσβαση σε εργασία, σε υπηρεσίες παροχής φροντίδας και σε παροχές. 

Esping Andersen
Esping Andersen
   Βάσει της κριτικής που του ασκήθηκε, ο Esping Andersen επανατοποθετεί την οικογένεια στο κέντρο της ανάλυσής του και εστιάζει στο ρόλο της οικογένειας ως σύνολο. Υιοθετεί τους όρους οικογενειοποίηση (familization) και από-οικογενειοποίηση (de-familization) σε αντιστοιχία με τον όρο της από-εμπορευματοποίησής. 
Καταπιάνεται με το ερώτημα: σε ποιο βαθμό & κάτω από ποιες συνθήκες η οικογένεια απορροφά τους κοινωνικούς κινδύνους.
Σ’ ένα οικογενειοποιημένο πρότυπο το κράτος θεωρεί δεδομένο ότι η οικογένεια έχει κατά κύριο λόγο την ευθύνη για τη φροντίδα των μελών της.
Αντίθετα, σε ένα από-οικογενειοποιημένο σύστημα το κράτος ή η αγορά αναλαμβάνουν σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων φροντίδας που έχει η οικογένεια.
  
ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ & ΝΕΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ
  ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ
Οι κυρίαρχες προσεγγίσεις για το κράτος πρόνοιας διατυπώθηκαν με βάση δεδομένα που δεν ισχύουν πια, όπως: οικονομική ανάπτυξη, σταθερό επαγγελματικό βίο, κυρίως των αντρών, κατανομή των έμφυλων ρόλων & ευθυνών μέσα στην οικογένεια, σταθερά ποσοστά γεννητικότητας. 
Όλες οι χώρες της Ευρώπης συγκλίνουν, με σημαντικές διαφορές φάσης & έντασης των αλλαγών λόγω του διαφορετικού επίπεδου ανάπτυξης κάθε χώρας, σε μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από:
ΠΑΓΚΟΣΜ-ΣΗ
ΠΑΓΟΣΜΙΕΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
• Αποβιομηχάνιση
• Γήρανση του πληθυσμού
• Ασταθείς οικογενειακές δομές
• Αγορές εργασίας οι οποίες δεν παρέχουν ασφάλεια, και όπου απαιτείται διπλό εισόδημα για την εξασφάλιση ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης (275)

Η ΔΙΕΘΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Η διεθνοποίηση της οικονομίας θεωρείται συχνά ως μια από τις κύριες αιτίες της κρίσης. Η κινητικότητα του κεφαλαίου επηρεάζει, έμμεσα, τα επίπεδα απασχόλησης ειδικά σε ευάλωτους τομείς
Η διεθνοποίηση του εμπορίου & οι τεχνολογικές αλλαγές επηρεάζουν τις δυνατότητες απασχόλησης των ανειδίκευτων ή των λιγότερο ειδικευμένων εργατών, οι οποίοι μαζί με τους νέους & τις γυναίκες αντιμετωπίζουν, σε ορισμένα κράτη, πιο έντονα το φάσμα της ανεργίας.
Ωστόσο, έχει επίσης επισημανθεί πως η παγκοσμιοποίηση αυτή καθαυτή δεν επηρεάζει τη βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους ή τους αναδιανεμητικούς του στόχους με την προϋπόθεση βέβαια, ότι η οικονομική κατάσταση του κάθε κράτους είναι υγιής.
Για το κοινωνικό κράτος οι βασικές προκλήσεις που θέτει η παγκοσμιοποίηση είναι η διατήρηση των οικονομικών μεγεθών σε ένα καλό επίπεδο και, κυρίως, η καταπολέμηση της δομικής ανεργίας. 
Σημαντική παράμετρος της διεθνοποίησης της οικονομίας είναι η Ευρωπαϊκή ένωση (ΕΕ), η οποία από το 1951 έως σήμερα έχει διανύσει εντυπωσιακή πορεία τόσο ως προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης με διαδοχική ένταξη κρατών- μελών όσο και ως προς το εύρος της ολοκλήρωσης. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Λουκά Τσούκαλη « η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση άρχισε με τη βοήθεια οικονομικών εργαλείων και ο χαρακτήρας της ΕΕ παραμένει κατά βάση οικονομικός». Αυτό είναι εμφανές στο πλαίσιο της Οικονομικής & Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ).
Οι θεσμοί & οι αποφάσεις της ΕΕ οριοθετούν καταρχήν το μακρο-οικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι επιμέρους εθνικές πολιτικές. Υπάρχουν τομείς πολιτικής, όπως για παράδειγμα η αγροτική πολιτική ή ο ανταγωνισμός όπου η παρέμβαση της ΕΕ είναι καθοριστική.
Σε άλλα επίπεδα πολιτικής, μεταξύ των οποίων και η κοινωνική πολιτική «ο ρόλος της περιορίζεται στη διατύπωση γενικών αρχών & οδηγιών, αφήνοντας επομένως αρκετά περιθώρια για άσκηση εθνικής πολίτικής και λειτουργία των επιμέρους ρυθμιστικών συστημάτων».

ΑΕΠ ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ
ΑΕΠ ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ
    Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση άφησε για χρόνια ανέπαφη την κοινωνική πολιτική & την πολιτική για την απασχόληση με εξαιρέσεις ρυθμίσεις για τη διακίνηση των εργαζομένων, τη δυνατότητα μεταφοράς ασφαλιστικών & συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων. Στα πεδία αυτά αποδείχτηκε πόσο σύνθετη είναι η διαδικασία συντονισμού & σύγκλισης.
Στα τέλη της δεκαετίας 80’ επί προεδρίας της επιτροπής του Ζακ Ντελόρ έγιναν οι πρώτες ουσιαστικές προσπάθειες έτσι ώστε τα ζητήματα απασχόλησης & κοινωνικής προστασίας να τεθούν επί τάπητος.
Το 1997 στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, αποτέλεσε κυριολεκτική τομή η εισαγωγή ενός κεφαλαίου για την απασχόληση. Με βάση τις αρχές της Συνθήκης τα κράτη-μέλη συμμετέχουν στον συντονισμό της πολιτικής χωρίς όμως να παραχωρούν τις αρμοδιότητές τους σε ότι τα αφορά. Επίσης, έμφαση δίνεται στο θεσμοποιημένο διάλογο μεταξύ των κοινωνικών εταίρων καθώς και στη συμμετοχή των εργαζομένων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. 
Η ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση (ΕΣΑ) διατυπώθηκε για 1η φορά το 1998 και έκτοτε τα κράτη- μέλη υποβάλουν τα εθνικά σχέδια δράσης για την απασχόληση (ΕΣΔΑ) τα οποία δομούνται με βάση κατευθυντήριες γραμμές (συμμετοχή γυναικών, δια βίου μάθηση, ενεργός γήρανση, καταπολέμηση των διακρίσεων) και ευρύτερους θεματικούς πυλώνες. ΤΑ ΕΣΔΑ αξιολογούνται από επιτροπή της ΕΕ και ανάλογα γίνονται συστάσεις & δίνονται κατευθύνσεις προς τα κράτη –μέλη.
Μέσω αυτής της ήπιας μορφής συντονισμού, γνωστή ως ανοικτή μέθοδος συντονισμού, η ΕΕ αφενός προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει τις θετικές πρακτικές των κρατών- μελών (τις οποίες μπορούν να ακολουθήσουν κι άλλα κράτη-μέλη) & να μετρήσει συγκριτικά την απόδοση του κάθε κράτους και αφετέρου αναγνωρίζει την ανυπαρξία ενιαίου ευρωπαϊκού μοντέλου που θ α μπορούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο.
Κατά την εύστοχη παρατήρηση του Τσούκαλη, η σύνδεση των κρατών-μελών εδράζεται στις κοινές αξίες κι όχι τόσο στις κοινές πολιτικές που εφαρμόζονται. Για τον ίδιο, η έμφαση των προηγμένων δημοκρατιών στη συγκεκριμένη περιοχή του πλανήτη, δίνεται στην κοινωνική αλληλεγγύη & κοινωνική δικαιοσύνη, γεγονός που αντανακλάται και στα ποσά που δαπανούν οι ευρωπαϊκές χώρες για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής & προστασίας.
Εκτός από τις κοινές αξίες, ο άλλος κοινός παρονομαστής για όλα τα κράτη μέλη είναι οι προκλήσεις που θέτουν η παγκοσμιοποίηση, η ΟΝΕ, η δημογραφία, οι αλλαγές στη δομή της αγοράς εργασίας & της οικογένειας. (277)

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΓΗΡΑΝΣΗΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ
Η γήρανση του πληθυσμού εικάζεται ότι θα επηρεάσει τις ερχόμενες δεκαετίας όλες τις αναπτυγμένες χώρες. Αν και σχετικά αβέβαιες, οι προβλέψεις για τα μέσα του 21ου αι είναι ότι η σχέση μεταξύ της πληθυσμιακής ομάδας άνω των 65 & της αντίστοιχης 20-64 θα επιδεινωθεί εις βάρος της 2ης. Μάλιστα χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία & η Ελλάδα θα αντιμετωπίσουν πολύ πιο έντονα προβλήματα. 
Οι εξελίξεις αυτές συνιστούν πρόκληση για το σχεδιασμό των προϋπολογισμών των κρατών καθώς και για τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Από την μια, η αναλογική μείωση των παραγωγικά ενεργών πληθυσμιακών ομάδων θα επιφέρει τη συρρίκνωση των κρατικών εσόδων καθώς και του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (δηλαδή, θα είναι σχετικά λιγότεροι αυτοί που πληρώνουν φόρους & εισφορές. Από την άλλη, το παραγωγικά ανενεργό δυναμικό των ηλικιωμένων, θα λαμβάνει συντάξεις ή θα έχει ανάγκη πολυδάπανης ιατρικής φροντίδας, μεγαλύτερης από το παρελθόν τόσο λόγω της αναλογικής του αύξησης όσο και της επίτευξης μεγαλύτερου προσδόκιμου ζωής.
Στη ρίζα του το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού δεν αφορά αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την ύπαρξη περισσότερων ηλικιωμένων, αλλά συνδέεται κυρίως με το ζήτημα της υπογεννητικότητας με όσες προεκτάσεις βρίσκονται πίσω απ’ το συγκεκριμένο φαινόμενο, όπως υψηλή ανεργία, καθυστερημένη είσοδο νέων στην αγορά εργασίας, επισφαλείς θέσεις εργασίας για κάποιους σε συνδυασμό με εκπόνηση προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου.
Συμπερασματικά, το πραγματικό ζητούμενο, όπως αποτυπώνεται κι από τα εθνικά σχέδια δράσης για την απασχόληση των κρατών-μελών είναι η αύξηση της γεννητικότητας & της απασχόλησης.

ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΔΟΜΩΝ.
Οι αλλαγές των οικογενειακών δομών & ο νέος ρόλος των γυναικών στην οικονομική ζωή συνιστούν ένα 2ο σημαντικό πρόβλημα, το οποίο καλείται να αντιμετωπίσει το σύγχρονο κοινωνικό κράτος σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό.
Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν συχνά το δίλημμα μεταξύ εργασίας & οικογενειακών υποχρεώσεων.
Με δεδομένο το συνεχώς βελτιούμενο ποσοστό συμμετοχής γυναικών στην εκπαίδευση, το κόστος τεκνοποίησης για τις γυναίκες, ειδικά στις περιπτώσεις που δεν υπάρχουν ποιοτικές & επαρκείς υπηρεσίες φροντίδας, είναι μεγάλο. Αποτέλεσμα της συγκεκριμένης κατάστασης αποτελεί η μείωση των γεννήσεων που παρατηρείται..
Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια οι οικογενειακοί δεσμοί γίνονται ολοένα και πιο ασταθείς, καθώς επίσης, οι μονογονεϊκές οικογένειες είναι πιο ευάλωτες στη φτώχια, τα κράτη οφείλουν να αναδιαμορφώσουν τους τομείς προστασίας & παροχής υπηρεσιών φροντίδας. 

ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών αποτελεί η επίμονη ανεργία.                      

Η προοπτική πλήρους απασχόλησης έχει εγκαταλειφθεί τόσο στην πράξη όσο και στο πεδίο εξαγγελιών, εφόσον το οικονομικό σύστημα αδυνατεί να εγγυηθεί συνθήκες ασφαλούς & αδιάλειπτης εργασίας και ικανοποιητικές αμοιβές για όλους.
Παράλληλα, η αγορά εργασίας αυξάνει, κυρίως με την είσοδο γυναικών & μεταναστών.                      
Την εργασιακή ζωή χαρακτηρίζει όλο και πιο έντονα η προσωρινότητα & η αβέβαιη εξέλιξη. Τα εκτός εργασίας διαστήματα αυξάνουν είτε αναγκαστικά, εξαιτίας της ανεργίας, είτε ως αποτέλεσμα επιλογής (φροντίδα παιδιών & ηλικιωμένων κ.λ.π.). Σε κάθε περίπτωση, η επανένταξη στην αγορά εργασίας είναι δύσκολη.
Η συρρίκνωση της βιομηχανίας & η μεταφορά του μεταποιητικού κλάδου, έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πλέον νέων θέσεων εργασίας, κυρίως στον τριτογενή τομέα.
Ο τριτογενής τομέας είναι αρκετά ανομοιογενής και συνυπάρχουν θέσεις εργασίας που απαιτούν υψηλή μόρφωση και δεξιότητες με θέσεις σε τομείς έντασης εργασίας (τουρισμός, εστιατόρια).
Η ετερογένεια παράγει διαφοροποιήσεις στις αμοιβές.
Ο τομέας υπηρεσιών εντάσεων εργασίας δημιουργεί μεγάλο αριθμό νέων, χαμηλά αμειβόμενων και ασταθών θέσεων εργασίας. Επίσης υπάρχει ο κίνδυνος εγκλωβισμού ομάδων εργαζομένων των οποίων οι γνώσεις & οι δεξιότητες αξιώνονται στη διάρκεια της εργάσιμης ζωής τους ή ομάδες που δεν έχουν ευκαιρίες για πρόσβαση στην επαγγελματική κατάρτιση & εκπαίδευση. (279)

 ΝΕΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ
Οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική προσπάθεια του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, αν θέλει να είναι πειστική, πρέπει να επαναπροσδιορίσει τη σχέση αγορά – οικογένεια – κράτος προς μια νέα ισορροπία που θα ανταποκριθεί αποτελεσματικότερα στους νέους κοινωνικούς κινδύνους. Ποια μορφή & ποιους συγκεκριμένους στόχους θα έχει αυτή η νέας ισορροπία; (279)
Σύμφωνα με τους αναλυτές οι τομείς που χρήζουν δραστικής παρέμβασης είναι:
• Οικογένεια & κυρίως παιδιά
• Η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας & ο νέος καταμερισμός εργασίας μέσα στην οικογένεια
• Η δομή της αγοράς εργασίας και
• Τα συστήματα συνταξιοδότησης.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ & ΠΑΙΔΙΑ
Η κοινωνία του 21ου αι. είναι μια κοινωνία που η επιτυχία & η ενσωμάτωση περνούν μέσα γνωστικές δεξιότητες & τις κοινωνικές δυνατότητες των μελών της.
Ερευνητικά αποτελέσματα δείχνουν πως φτωχές & κοινωνικά αποκλεισμένες οικογένειες είναι πιθανότερο να μην μπορέσουν να ανταποκριθούν στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για την νοητική & εκπαιδευτική ανάπτυξη των παιδιών τους.
Ο κίνδυνος της φτώχειας συγκεντρώνεται περισσότερο σε οικογένειες με παιδιά, σε αντίθεση με το παρελθόν που πιο ευάλωτοι ήταν οι ηλικιωμένοι. Εξάλλου, φτώχεια & κοινωνικό αποκλεισμό δύναται να αντιμετωπίσουν: μονογονεϊκές οικογένειες, οικογένειες «ενός εισοδήματος», οικογένειες με μέλη με ασταθή απασχόληση (κυρίως στις υπηρεσίες), χαμηλή μόρφωση, περιορισμένες επαγγελματικές δεξιότητες ή τέλος οικογένειες με άνεργους γονείς.
Σε μια κοινωνία όπου οι ευκαιρίες για επαγγελματική απασχόληση & κοινωνική ενσωμάτωση βασίζονται κυρίως στη γνώση, συνθήκες όπως οι παραπάνω συμβάλλουν σ’ ένα φαύλο κύκλο αποκλεισμού, μειωμένων ευκαιριών για ανάπτυξη και διαρκούς εξάρτησης από το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.
Η πρόκληση για το κοινωνικό κράτος του 21ου αι. έγκειται στη δυνατότητα να αμβλύνει τις ανισότητες που εδράζονται στην παιδική ηλικία και να εξισορροπήσει τις «ευκαιρίες ζωής.
Συνεπώς, η στήριξη της οικογένειας, αφενός με επιδόματα, με επαρκείς ποσοτικά & ποιοτικά υπηρεσίες ημερήσιας φροντίδας & προσχολικής αγωγής και αφετέρου η ελαχιστοποίηση της σχολικής διαρροής & η διασφάλιση επαρκούς μόρφωσης των παιδιών, δηλαδή μια στρατηγική κοινωνικής επένδυσης με πρωταρχικό στόχο την προστασία της παιδικής ηλικίας φαίνεται μακροπρόθεσμα αποδοτική επιλογή για το κοινωνικό κράτος & τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ & ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Η εισροή των γυναικών, έστω και με διαφορετικούς ρυθμούς, αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των ευρωπαϊκών χωρών.
Οι γυναίκες καταλαμβάνουν κεντρική θέση στους μετασχηματισμούς της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Κι αυτό γιατί η επαγγελματική αποκατάσταση αποτελεί το κύριο μέσο της ανεξαρτησίας τους, ενώ είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης των νοικοκυριών και τέλος στηρίζει τα ποσοστά απασχόληση και επομένως τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους. Εξίσου απαραίτητη για τη βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους αποτελεί η διατήρηση ενός ικανοποιητικού δείκτη γεννητικότητας. 
Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων η μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους, οφείλει να συμβάλει στη συμφιλίωση οικογένειας & εργασίας η οποία θα προκύψει με την παροχή υπηρεσιών φροντίδας & τη δημιουργία συνθηκών εργασιακής ασφάλειας για τις γυναίκες.
Απαραίτητη είναι επίσης, η αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού συστήματος, ώστε παρά τη συχνά κατακερματισμένη εργασιακή ζωή τους, να εξασφαλίζουν συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα & την διασφάλιση των θέσεων εργασίας.
Η παροχή υπηρεσιών φροντίδας για παιδιά & ηλικιωμένους συναρτάται θετικά με τη συμμετοχή των γυναικών/μητέρων στην αγορά εργασίας. Επίσης, η αύξηση των αντρικών ωρών εργασίας στο σπίτι, επηρεάζει θετικά τη γυναικεία απασχόληση, μόνο αν συνδυάζεται με επαρκή παροχή φροντίδας για παιδιά.

Η ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ                                                                            
ΠΕΡΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ
ΠΕΡΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ

 Η εξασφάλιση υψηλών ποσοστών απασχόλησης είναι ο προφανής στόχος κάθε πολιτικής για την κοινωνική ενσωμάτωση & προστασία.
Αιτούμενο είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας που να διασφαλίζουν την προσωπική ικανοποίηση & ανάπτυξη κάθε εργαζόμενου, την πρόσβαση σε σεμινάρια & προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης & εκπαίδευσης, ειδικότερα όσων βρίσκονται στον τομέα χαμηλής ειδίκευσης & τη ρύθμισης ευέλικτων μορφών απασχόλησης.
Η ευελιξία έχει συνδεθεί με την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας & τη χαλάρωση της κοινωνικής προστασίας. Η μεγάλη πρόκληση για θεωρητικούς & πολιτικούς είναι η δημιουργία μιας αποτελεσματικής πολιτικής απασχόλησης που να συνδυάζει ευελιξία στην αγορά εργασίας & μέτρα κατά του αυξανόμενου κοινωνικού αποκλεισμού & της Νέας Κοινωνικής Τάξης Εργαζόμενων Φτωχών.
Σ’ αυτό, η Ολλανδία ίσως μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα, καθώς έδειξε πως ευελιξία & ασφάλεια δύναται να συνδυαστούν. Στην Ολλανδία άνοιξε το δρόμο της απασχόλησης για τη γυναίκα.
Οι μερικά-απασχολούμενοι στην Ολλανδία δεν μειονεκτούν σε βασικά δικαιώματα, όπως: κοινωνική ασφάλιση, κατάρτιση, επίδομα άδειας, επιδόματα για παροχή βοήθειας στα παιδιά, σύνταξη.
Στη Βρετανία η μερική-απασχόληση αντιμετωπίστηκε ως μέσο για τη μείωση του εργατικού κόστους, στην Ολλανδία η ίδια στρατηγική συμβάλει στην οργανωτική ευελιξία των επιχειρήσεων.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΓΗΡΑΝΣΗΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ.
Το πιο οξύ & άμεσο πρόβλημα που δημιουργεί η γήρανση του πληθυσμού είναι η χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους και ειδικότερα η βιωσιμότητα των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Αιτούμενα σ’ αυτόν τον τομέα που διαπλέκεται μ’ όλα τα’ παραπάνω, είναι η αύξηση της απασχόλησης, η αύξηση της γεννητικότητας & η αναδιάρθρωση των συστημάτων συνταξιοδότησης.

ΠΗΓΕΣ
  1.   Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  3. Ράπτης Κώστας/ Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα/ Εκδόσεις ΕΑΠ/ Πάτρα 2000
  4. North D. C., Δομή και μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Εκδ. Κριτική, Α. Αλεξιάδη, Αθήνα 2000

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΥΠΕΡΠ ΜΕΤΑΝ.Οι αλλαγές που έλαβαν χώρα στον κόσμο από την αυγή του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας, είναι τόσες πολλές και τέτοιας έκτασης που κάνουν τις δύο εποχές να φαντάζουν αρκετά μακρύτερα χρονικά από τα διακόσια περίπου χρόνια που τις χωρίζουν πραγματικά. Ωστόσο, πέραν της μετανάστευσης που καλούμαστε να εξετάσουμε για τις δύο χρονικές περιόδους, κοινό σημείο μεταξύ τους μοιάζει να είναι η εμφάνιση δύο φαινομένων που στην εξέλιξή τους θα ξεπερνούσαν τα όρια της Ευρώπης, αποκτώντας ουσιαστικά παγκόσμιο χαρακτήρα και επηρεάζοντας άμεσα και αυτό το φαινόμενο της μετανάστευσης. Το πρώτο, έχει να κάνει με ότι αποκαλούμε Βιομηχανική Επανάσταση1 το οποίο άλλαξε τη δομή και τη φύση της οικονομίας, τα θεμέλια της οποίας βασίζονταν στη γεωργία για δέκα χιλιάδες χρόνια περίπου. Το δεύτερο, αφορά την παγκοσμιοποίηση που επίσης έχει (και) οικονομική βάση και χαρακτήρα.
1 Η διένεξη μέρους της επιστημονικής κοινότητας για το αν είναι δόκιμη ή όχι η μεταφορά του όρου Επανάσταση από την πολιτική στην οικονομική ιστορία δε θα μας απασχολήσει εδώ, αλλά θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο για λόγους συνεννόησης.
Σύμφωνα με τον ιστορικό EHobsbawm αποτέλεσμα της Βιομηχανικής Επανάστασης υπήρξε αφενός η συντριβή όλων των κοινωνικών δεσμών (πλην εκείνου του χρήματος) σε συνδυασμό με την εκτόξευση όλων των σχετικών με την οικονομία δεικτών (Hobsbawm, 1992: 52). Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της προηγούμενης διαπίστωσης μοιάζει να είναι σε συμφωνία με τα στοιχεία που μας δίνει ο Pounds για τη συγκεκριμένη περίοδο, καθώς μαζί με τον υπερδιπλασιασμό του ευρωπαϊκού πληθυσμού, παραθέτει τον υπερδιπλασιασμό της αγροτικής παραγωγής, τον δεκαπλασιασμό της βιομηχανικής παραγωγής και τον εξαπλασιασμό το ευρωπαϊκού ακαθάριστου προϊόντος (Pounds, 2001: 171). Όμως πίσω από τους οικονομικούς δείκτες, κρύβονται βαθιές ανακατατάξεις και αλλαγές στον τρόπο ζωής των ευρωπαίων, γεγονός που μαρτυρά η μαζική μετανάστευση και η χωρίς προηγούμενο διόγκωση των αστικών κέντρων.
Τη μετανάστευση της συγκεκριμένης περιόδου μπορούμε να τη διακρίνουμε σε εσωτερική,
ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΥΠΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ, ΣΤΙΣ Η.Π.Α.
ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΥΠΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ, ΣΤΙΣ Η.Π.Α.
από την αγροτική ύπαιθρο κάθε ευρωπαϊκής χώρας προς τις μεγάλες πόλεις που είχαν βιομηχανική παραγωγή, ικανή να απασχολήσει εργατικά χέρια, και σε υπερπόντια, που αν και μικρότερης έκτασης από την προηγούμενη θα αποκτήσει βαρύνουσα σημασία (Pounds, 2001: 182). Αρχικά τουλάχιστον, τόπο προέλευσης των μεταναστών θα αποτελέσουν οι λιγότερο εύφορες αγροτικές εκτάσεις, ενώ όσο κυλούσε ο αιώνας θα συρρέουν στις πόλεις ακόμα και από περιοχές στις οποίες η γεωργία δεν ήταν αποδοτική, λόγω του ότι δεν χρειάζονταν πλέον τόσο εντατική εργασία όσο στο παρελθόν (Pounds, 2001: 182). Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο βαθμός της μετανάστευσης έμοιαζε να κινούνταν με ρυθμούς αντιστρόφως ανάλογους της αγροτικής παραγωγής, δηλαδή σε τόπους ή χρονιές που η απόδοση της γης έπεφτε σε χαμηλά επίπεδα, αυξάνονταν ο αριθμός εκείνων που μετανάστευαν (Pounds, 2001: 184).
Μια ακόμα διάκριση που μπορούμε να κάνουμε, είναι αυτή μεταξύ της εποχικής και της μόνιμης μετανάστευσης. Στην αρχή του 19ου αιώνα, η πρώτη είχε προορισμό τις εγγύτερες πόλεις σε μικρή απόσταση από τον τόπο προέλευσης, αλλά ειδικά μετά εμφάνιση του ατμόπλοιου ακόμα και η υπερπόντια μετανάστευση μπορεί να λογαριάζονταν ως εποχική. Ωστόσο, εκείνο που ξεκινούσε σε αρκετές περιπτώσεις για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μπορεί στην πορεία να μετατρέπονταν σε μόνιμο (Pounds, 2001: 182).
Επιπλέον, ο χαρακτήρας της μετανάστευσης της συγκεκριμένης περιόδου ήταν κυρίως προλεταριακός. Δηλαδή, ένα ογκώδες κύμα προερχόμενο από τις αγροτικές μάζες θα κατακλείσει τις πόλεις ώστε να εργαστεί στη βιομηχανία και στο εξής οφείλει να συμμορφωθεί σε πρωτοφανείς εργασιακές συνθήκες, όσον αφορά ωράρια και μισθολογικά συστήματα, ενώ επιπλέον δεν θα κατέχει το ίδιο τα μέσα παραγωγής. Το πλέον ευάλωτο τμήμα του, το όποιο χρησιμοποιείται σαν φθηνό εργατικό δυναμικό, αντλείται από τις τάξεις των παιδιών και των γυναικών (Γαγανάκης, 1999: 247).
ΠΟΛΕΜ ΜΕΤΑΝΕξαίρεση, λόγω των συνθηκών, στους παραπάνω κανόνες, φαίνεται πως αποτελούσαν οι Εβραίοι που δεν είχαν ούτε το δικαίωμα κατοχής γης, ούτε εκείνο της εγκατάστασης σε μεγάλες πόλεις. Έτσι, θα στραφούν σε μικρεμπόριο και σε χειρωνακτικές τέχνες και όταν οι συνθήκες ευνόησαν ώστε να αποκτήσουν πλήρη δικαιώματα, όπως στην αυτοκρατορία των Αψβούργων το 1867 κι έπειτα στη Γερμανία το 1871, θα επιδοθούν στο εμπόριο και στις τραπεζικές επιχειρήσεις. Διαφορές παρουσίαζε όμως και η υπερπόντια μετακίνησή τους, αφενός γιατί δεν ήταν εποχική, αφετέρου διότι η απασχόλησή τους δεν ήταν αγροτική αλλά υπήρξαν τεχνίτες και έμποροι (Pounds, 2001: 188,189).
Μια από τις βασικότερες συνέπειες που είχαν οι εξελίξεις που περιγράψαμε, ήταν η ανακατανομή του αυξημένου ευρωπαϊκού πληθυσμού, με κατακόρυφη μεγέθυνση των μεγάλων πόλεων και των βιομηχανικών κέντρων, ενώ η ύπαιθρος παρέμεινε στάσιμη, είτε μειώθηκε ο πληθυσμός της. Χαρακτηριστικό είναι πως ο ευρωπαϊκός πληθυσμός υπερδιπλασιάστηκε τη στιγμή που ο αντίστοιχος αστικός εικοσαπλασιάστηκε (Pounds, 2001: 196). Πιθανά σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη, μοναδική εξαίρεση να αποτελούσε η Ολλανδία, λόγω έλλειψης βιομηχανικής ανάπτυξης (Pounds, 2001: 192).
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό των βιομηχανικών περιοχών, υπήρξε η μείωση των ρυθμών γεννήσεων και θανάτου συγκριτικά με την υπόλοιπη χώρα, όπως για παράδειγμα στον ιταλικό βορρά και στην Καταλονία. Αντίθετα σε περιοχές με προβιομηχανική οικονομία, η μόνη λύση στις τάσεις υπερπληθυσμού ήταν η μετανάστευση, όπως συνέβη στον ιταλικό νότο και στην Cuenea της Νέας Καστίλης (Pounds, 2001: 194).
Επιπλέον, στις αγροτικές περιοχές που ο πληθυσμός μειώθηκε λόγω της μετανάστευσης, το γεγονός είχε αντανάκλαση και στην πτώση των αναπτυξιακών ρυθμών (Pounds, 2001: 193). Αντίθετα, οι πρωτεύουσες και τα βιομηχανικά κέντρα αναπτύχθηκαν, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δημιουργήθηκαν πόλεις απ’ την αρχή, χάρη στην ύπαρξη βιομηχανικής παραγωγής. Βέβαια, στις τελευταίες ήταν εμφανής η έλλειψη άλλων στρωμάτων πλην της εργατικής τάξης και υπολείπονταν στον τομέα των υπηρεσιών (Pounds, 2001: 196). Αναλογικά, οι μεγάλες πόλεις επέδειξαν μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης από τις μικρομεσαίες και παράλληλα εμφανίστηκε και ο τριτογενής τομέας των υπηρεσιών. Συνάμα, σε αρκετές μεγάλες πόλεις οι διοικητικές λειτουργίες έφτασαν σε βαθμό να υπερτερούν των άλλων τομέων της οικονομίας κι οι αγροτικές ασχολίες μειώθηκαν όπου δεν εξαλείφθηκαν εντελώς (Pounds, 2001: 198).
Ωστόσο, η αστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση παρουσίαζαν και αρκετά σοβαρά προβλήματα,ΝΕΑ ΜΕΤΑΝ τουλάχιστον στην πρώτη φάση της ανάπτυξης και σε αρκετές περιπτώσεις μέχρι και την καμπή του εικοστού αιώνα. Οι πυκνοκατοικημένες εργατογειτονιές, πέρα από το πρόβλημα αισθητικής, λόγω της μονότονης ομοιομορφίας τους, έθεταν και σοβαρό ζήτημα υγιεινής, καθώς η πυκνή δόμηση και ο συνωστισμός ευνοούσαν τη μετάδοση ασθενειών. Επίσης, τα υποτυπώδη μέτρα υγιεινής σε συνδυασμό με το πρόβλημα έλλειψης καθαρού πόσιμου νερού που αντιμετώπιζαν αρκετές μεγάλες πόλεις απειλούσαν τη δημόσια υγεία , με αποτέλεσμα την εξάπλωση επιδημιών όπως η χολέρα. Επιπλέον, πρόσβαση στους τομείς της ενέργειας- αρχικά στο αέριο και στην συνέχεια στο ηλεκτρικό – είχαν πρόσβαση (όπως και σε καθαρό νερό), μόνο στις καλύτερες γειτονιές (Pounds, 2001: 202). Τέλος, όσο οι πόλεις μεγάλωναν, τόσο αναδεικνύονταν τα προβλήματα στις μετακινήσεις και τις μεταφορές. Έτσι, ευνοήθηκε η λύση των μαζικών μέσων μεταφοράς- λεωφορείων και τραμ- αρχικά ιππήλατων και στη συνέχεια ηλεκτρικών (Pounds, 2001: 202). Παράλληλα, καθώς το ζήτημα της τροφοδοσίας γίνονταν όλο και πιο επιτακτικό όσο μεγάλωνε η πόλη, οι αγορές εξειδικεύτηκαν και έγιναν μόνιμες, ενώ εργαστήρια παραγωγής τροφίμων απόκτησαν εργοστασιακή λειτουργία. Χάρη σ’ αυτές τις εξελίξεις, απομακρύνθηκε η απειλή των λιμών που έπληττε τα αστικά κέντρα κατά το παρελθόν (Pounds, 2001: 205).
Στον αιώνα που ακολούθησε, η μετανάστευση τόσο υπερπόντια -ειδικότερα τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα – όσο και εσωτερική εξακολουθούσε υφίσταται ως φαινόμενο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ειδικότερα μετά το πέρας του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, οι βιομηχανικές χώρες της βόρειας Ευρώπης, τόσο λόγω μεγάλης καταστροφής σε παραγωγικές δυνάμεις, υποδομές κ.λ.π, όσο και λόγω έλλειψης εργατικού δυναμικού αποτέλεσαν τόπο προορισμού για εργάτες από τις χώρες της νότιας Ευρώπης. Ωστόσο, χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης περιόδου, αποτελούσε η οργανωμένη και κεντρικά σχεδιασμένη μετανάστευση από τις αναπτυγμένες χώρες του βορά, χάρη στην ικανότητα και την επιθυμία τους να απορροφούν εργατικό δυναμικό. Όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η συγκεκριμένη κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, μέχρι του σημείου να μιλάμε ακόμα και για αντιστροφή της κατάστασης σε κάποια επίπεδα.
Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να εντοπίσουμε αλλαγές που αφορούν τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική μετανάστευση σε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα: Το πρώτο αφορά τη σύνθεση των μεταναστών όπου διακρίνουμε μεγαλύτερη κινητικότητα των προσφύγων και των αδήλωτων μεταναστών είτε πρόκειται για εξωτερική μετανάστευση από Αφρική και Ασία, είτε για ομάδες από την ανατολική Ευρώπη. Μεγαλύτερη κινητικότητα εμφανίζει επίσης και η εσωτερική μετανάστευση μεσαίων και υψηλών στρωμάτων, όπου κατευθύνονται αφενός προς τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις για εργασιακούς λόγους, αφετέρου σε τόπους που αποτελούσαν επιλογές διακοπών και αναψυχής. Παράλληλα, μαζί με την εμφάνιση των νέων ρευμάτων, μεγαλύτερη σημασία αποκτά η γυναικεία μετανάστευση. (Αράπογλου, 2008: 138,139)
Το δεύτερο επίπεδο συμπεριλαμβάνει τις αλλαγές των τόπων προέλευσης αλλά και των τόπων προορισμού των μεταναστών. Έτσι, ο ευρωπαϊκός νότος, ο οποίος αποτελούσε παραδοσιακά τόπο αποστολής έχει μετατραπεί σε τόπο υποδοχής μεταναστών. Τόπους αποστολής συνιστούν αφενός η Αφρική αλλά και η Ασία στην εξωτερική μετανάστευση, αφετέρου η βόρεια και η ανατολική Ευρώπη προς τον νότο. (Αράπογλου, 2008: 139)
Το τρίτο επίπεδο έχει να κάνει με την επαγγελματική διάρθρωση των μεταναστευτικών κοινοτήτων. Το πρότυπο του προλετάριου μετανάστη τείνει να αντικαταστήσει σε σημασία, εκείνο του μικρού εμπόρου και επιχειρηματία που διεξάγει διασυνοριακό εμπόριο μέσα από μικρές εθνοτικές επιχειρήσεις στον τόπο υποδοχής. Εξάλλου, στελέχη πολυεθνικών και επαγγελματίες από το χώρο των υπηρεσιών, έχουν τόπο προορισμού τις πιο αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Συνάμα, αυξάνονται οι περιπτώσεις μόνιμης εγκατάστασης σε τόπους που αποτελούσαν επιλογές αναψυχής. (Αράπογλου, 2008: 139)
Στο τελευταίο επίπεδο αντικατοπτρίζονται οι αλλαγές των τρόπων κινητοποίησης. Καθώς στα σύγχρονα ρεύματα οι ανισότητες δεν εδράζονται [πάντα] σε ταξικούς λόγους αλλά στη γεωγραφική κινητικότητα, όπως και στην αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών [βλέπε τηλεεργασία] από νέα κοινωνικά στρώματα (Αράπογλου, 2008: 139)
ΜΕΤΑΝΕιδικότερα για τους πρόσφυγες και την αδήλωτη μετανάστευση, δύο γεγονότα ήρθαν να διογκώσουν το ρεύμα προς τις ευρωπαϊκές χώρες του νότου. Το πρώτο χρονικά αφορά την κατάρρευση των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού με αποτέλεσμα τη δημιουργία μεταναστευτικών ρευμάτων από την ανατολική προς τη δυτική Ευρώπη. Το δεύτερο αφορά τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που διεξάγουν οι Η.Π.Α. με τις συμμάχους τους και δημιουργεί κύματα Αφγανών προσφύγων και αλυσιδωτές αντιδράσεις στις γειτονικές χώρες (Λεοντίδου, 2008: 366). Ωστόσο, στη δεύτερη περίπτωση, όπως και σ’ αυτή των μεταναστών από την Αφρική δεν είναι πάντα καθαρό αν οι χώρες της νοτίου Ευρώπης αποτελούν πάντα τελικό προορισμό ή ενδιάμεσο σταθμό. Όπως και να έχει η γεωγραφική εγγύτητα, σε συνδυασμό με παραμέτρους όπως: η οικονομική ανάπτυξη της νοτίου Ευρώπης, η πολιτική αστάθεια αρκετών χωρών προέλευσης (όπως οι Βαλκανικές), η έλλειψη ετοιμότητας στη χάραξη μεταναστευτικής πολιτικής από τις χώρες προορισμού, η δημογραφική έκρηξη αφρικανικών πληθυσμών, υπήρξαν λόγοι διόγκωσης της αδήλωτης μετανάστευσης (Αράπογλου, 2008: 140)
Έτσι, η αντιμετώπιση στις χώρες υποδοχής παρουσιάζει μια πολυσημία που κυμαίνεται από την από την έξαρση του εθνικισμού και σε πιο ακραίες περιπτώσεις σε εκδήλωση ξενοφοβίας και ρατσισμού έως την εκδήλωση συναισθημάτων και πράξεων διεθνιστικής αλληλεγγύης και διοργάνωσης υποστηρικτικών εκδηλώσεων (Λεοντίδου, 2008: 369,374). Βέβαια, για την ελλειμματική ένταξη της συγκεκριμένης μερίδας μεταναστών που φτάνει μέχρι το βαθμό του κοινωνικού αποκλεισμού, μεγάλο βάρος πέφτει στις κυβερνήσεις και στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση σε επίπεδο κορυφής. Από τη μια, για την αντιρρεαλιστική αρχική πολιτική της «Ευρώπης –φρούριο», που είχε στόχο να αποκλείσει τους μετανάστες από Αφρική, Ασία και Ανατολική Ευρώπη από τα εδάφη της. Από την άλλη, για την αδιαφορία ή την έλλειψη βούλησης ακόμα και σήμερα, να διασφαλίσει οικιστική και εργασιακή αποκατάσταση (Λεοντίδου, 2008:365,367).
Μολονότι η αντιμεταναστευτική ρητορεία, συνεπικουρούμενη σε αρκετές περιπτώσεις και από μερίδα των μέσων μαζικής επικοινωνίας, μετατοπίζει το βάρος κοινωνικών προβλημάτων, με πολλές φορές ατεκμηρίωτες κατηγορίες, για αύξηση της ανεργίας ή της εγκληματικότητας, στην αθρόα μετανάστευση. Στους μετανάστες μπορεί να πιστωθεί η συμβολή στην αναπαραγωγή και την ευημερία μεσοστρωμάτων των χωρών υποδοχής μέσω: της διατήρησης χαμηλού κατασκευαστικού κόστους στις παρυφές των πόλεων, απελευθέρωσης των γυναικών από το βάρος της οικιακής φροντίδας με αποτέλεσμα την ευκολότερη επαγγελματική αποκατάσταση των τελευταίων, την προσφορά εργασίας είτε σε παλιές μεταποιητικές μονάδες είτε σε παλιές και νέες βιομηχανικές συνοικίες, την ενίσχυση του εισοδήματος των μικρών ιδιοκτητών μέσω της ενοικίασης των παλιών οικιών στο κέντρο της πόλης, τη διατήρηση ή την επέκταση του κοινωνικού εξοπλισμού (Αράπογλου, 2008: 142).
Σ’ ένα άλλο επίπεδο η νέα μορφή μετανάστευσης μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, σε αναζήτηση1 ενός ποιοτικότερου τρόπου ζωής, μοιάζει να έχει αντίστροφη κατεύθυνση από αυτήν που ακολουθούσε μεταπολεμικά η εσωτερική ευρωπαϊκή μετανάστευση για εργασιακούς λόγους. Όμως η κατεύθυνση από το βορά προς το νότο δεν αποτελεί τη μόνη αντιστροφή. Σε οικονομικό επίπεδο, αυτό το ρεύμα διακρίνεται περισσότερο για την κατανάλωση – ειδικά υπηρεσιών – παρά για την παραγωγή. Στον εργασιακό τομέα, η αξιοποίηση των δυνατοτήτων νέων τεχνολογιών, όπως η τηλεεργασία, επιτρέπει την μετακίνηση και ενεργών παραγωγικά τμημάτων, εκτός των συνταξιούχων. Επιπλέον, πολιτιστικά ενσωματώνεται αρκετά εύκολα, χωρίς να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης που διατρέχουν οι οικονομικοί μετανάστες και οι πρόσφυγες (Λεοντίδου, 2008: 373). Η συμβολή τους μπορεί να αναγνωριστεί στην αναβάθμιση οικισμών, μέσω χρημάτων που προσφέρουν για την συντήρηση παραδοσιακών οικισμών, αλλά και στην πληθυσμιακή σταθεροποίηση τόπων που κινδύνευαν με ερήμωση. Στον αντίποδα, η παρουσία τους ενθαρρύνει την τάση για «ξεπούλημα», ενώ επίσης υποβόσκει μια τάση αποκλεισμού των ντόπιων, είτε λόγω αδυναμίας των τελευταίων στην απόκτηση κατοικίας, είτε λόγω ιδιωτικοποίησης χώρων όπως οι ακτές (Λεοντίδου, 2008: 374).
Όπως γίνεται αντιληπτό, η μετανάστευση αποτελεί ένα πολυσύνθετο, πολυπαραγοντικό και πολυεπίπεδο φαινόμενο που αφορά μετακινήσεις πληθυσμών από τον τόπο προέλευσης στον τόπο προορισμού. Οι λόγοι αυτής της μετακίνησης μπορεί να είναι επίσης ποικίλοι και σύνθετοι ειδικά στις μέρες μας με τους περιορισμούς που θέτει αλλά και τις δυνατότητες που ανοίγει η παγκοσμιοποίηση. Από αυτήν την άποψη μια συγκριτική ανάλυση της μετανάστευσης, οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν τόσο τα χαρακτηριστικά των πληθυσμών (εθνικά, ταξικά, πολιτιστικά κ.α.) που μετακινούνται, όσο και τις διεργασίες και τους λόγους (πολιτικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτισμικούς κ.λ.π) που ώθησαν στην μετακίνηση αυτή, και συνάμα, τη δυνατότητα αντικειμενικής εκτίμησης της διαμορφωθείσας κατάστασης στους τόπους προορισμού. Με αυτήν την έννοια η δυνατότητα αξιοποίηση της διεπιστημονικότητας, αντί της υιοθέτησης μιας μόνο διαίρεσης των ήδη υπαρχόντων κλάδων της γεωγραφίας, και μιας προσπάθειας σύνθεσης όλων των κλάδων της ανθρωπογεωγραφίας –Κοινωνική, πολιτική, Οικονομική κ.οκ- που θα συμπεριλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές της πραγματικότητας, μοιάζει να είναι το προσφορότερο εργαλείο για ένα τόσο σύνθετο φαινόμενο όπως η μετανάστυευση.
.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. HobsbaumE./ H εποχή των επαναστάσεων 1789-1848/ σ. 52/ Εκδ. ΜΙΕΤ/ Αθήνα 1992
  2. PoundsN.J.G./ Ιστορική Γεωγραφία της Ευρώπης, τ’ Α/ Εκδ. Ε.Α.Π./ Πάτρα 2001
  3. Αράπογλου Βασίλης/ Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός/ Εκδ. Ε.Α.Π./Πάτρα 2008
  1. Γαγανάκης Κ/ Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 1999
  2. Λεοντίδου ΛίλαΑγεωγράφητος Χώρα/Εκδ. Ελληνικά Γράμματα/ Αθήνα 2008
                                                                                                                                             Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ (ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ-ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΛΕΜΟ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ (ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ-ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΛΕΜΟ)

Από τον 16ο έως τον 19ο αι
Γεωργία
Παράγοντες που επηρεάζουν: καιρικές συνθήκες, όροι μίσθωσης της γης, περιορισμένη ποιοτική γη, έλλειψη λιπασμάτων, έλλειψη κεφαλαίων. Ο αγροτικός πληθυσμός αποτελεί τα 2/3 του οικον.ενεργού πληθυσμού. Μεγάλος γαιοκτήμονας η εκκλησία (συντηρητισμός, μη ευελιξία). Υφίσταται ακόμη ο θεσμός της δεκάτης που υποχρεούται ο αγρότης να καταβάλλει. Η κτήση της γης χαρακτηρίζεται από ανομοιογένεια σε ότι αφορά το μέγεθος των εκτάσεων. Οι ιδιοκτησίες πάντα διαιρούνταν και ανασυγκροτούνταν διαμέσου της αγοράς και της κληρονομιάς (με εξαίρεση την μεγάλου μέρους της Ισπανίας και της Αν. Γερμανίας)
Η φεουδαρχικού τύπου χρήση της γης έπαψε στη Μεγάλη Βρετανία και στις Κάτω Χωρες, η σημασία της μειώνεται στη Γαλλία, συνεχίζεται στη Γερμανία και την αν.ευρώπη. Μέχρι τον 18ο αι. η δουλοπαροικία συνεχίζεται στην ανατ.ευρώπη, Ρωσία, Λιθουανία.
Επέκταση στις Κάτω Χωρες ενός πιο ευέλικτου συστήματος καλλιέργειας: χρήση της χέρσας γης για μια επιπλέον καλλιέργεια, οσπρίου και χόρτου (συμπληρωματική καλλιέργεια ενώ το έδαφος έπρεπε να βρίσκεται σε αγρανάπαυση) Αποτέλεσμα: παραγωγή επιπλέον ποσότητας σανού για τα ζώα άρα περισσότερης κοπριάς για λίπασμα και μεγαλύτερες ποσότητες λαχανικών (τέλος του 18ου αι. στην Αγγλία, Κάτω Χώρες και Γαλλία). Το νέο σύστημα βρήκε σοβαρές αντιδράσεις και από τον συντηρητισμό των χωρικών αλλά και γιατί η αγρανάπαυση ήταν θεσμοθετημένη. Επίσης συνεχίστηκε η αποξήρανση των παράκτιων ελών σε πολλά μέρη της ευρώπης.
Η επιλογή της καλλιέργειας δημητριακών καθοριζόταν από το έδαφος, την αγορά και κυρίως από την παράδοση. Οι καλλιέργειες για χρήση στη βιοτεχνία έγιναν σημαντικές (λινάρι, κάνναβη, βρώμη, κριθάρι, σίκαλη για την ζυθοποιία). Σημαντική εξέλιξη η καλλιέργεια της πατάτας και του καλαμποκιού που εισήχθησαν από τον Νέο Κόσμο τον 16ο αι. Η καλλιέργεια γης ελιάς ήταν σε ύφεση
Αλλαγές στα εργαλεία, μεθόδους, διαχείριση, χωρίς όμως σημαντικές αλλαγές στην τεχνολογία.
Η γη για αγροτική χρήση επεκτείνεται, μειώνονται οι δασικές εκτάσεις ( και λόγω της χρήσης του ξύλου ως πρώτης ύλης στην σιδηρουργία)
Στην κτηνοτροφία αυξάνεται ο αριθμός των ζώων, το λίπασμα και τα κτηνοτροφικά προϊόντα. Μείωση τιμών αγροτικών προιόντων, αύξηση ζήτησης κτηνοτροφικών (17ος 18ος αι.). Εξειδίκευση στην κτηνοτροφία λόγω της βελτίωσης των συγκοινωνιών και της αύξησης των ταξιδιών και των μεταφορών μακρινών αποστάσεων.
Αγγλία: (ακολουθώντας το παράδειγμα των Κάτω Χωρών) 18ος – αρχές 19ου αι. παύση της αγρανάπαυσης, εισαγωγή τεχνητών χόρτων και προπάντων ριζών, υιοθέτηση διάφορων καλλιεργειών εκ περιτροπής, σύστημα περιφράξεων. Η αυξημένη παραγωγή σανού επιτρέπει την εκτροφή περισσότερων ζώων και η χρήση περιφραγμένων αγρών ενθαρρύνει μια πιο επιστημονική προσέγγιση της εκτροφής αυτής.
Υπήρχε μια έντονη εσωτερική ιεράρχηση στην τάξη των χωρικών που εξαρτιόταν από την έκταση του κλήρου. Ο χωρικός φορολογούνταν υπερβολικά μη έχοντας πληρη απασχόληση, ο κλήρος του ήταν πολυ μικρός με μικρή απόδοση ενώ οι εργατικές του υποχρεώσεις πολύ μεγάλες.
Τα ποσοστά γεωργικής απόδοσης σε τμήματα της βορειοδυτικής ευρώπης βελτιώθηκαν σημαντικά ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης πολύ μικρών αλλαγών στα εργαλεία, τις μεθόδους και τη διαχείριση
    
 Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
                       (μετά τους ναπολεόντειους πολέμους) 
     ΑΓΡΟΤΙΚΗ                    ΓΕΩΡΓΙΑ
Συνεχίζεται η εφαρμογή της πρακτικής των τριών σταδίων με αγρανάπαυση, παράλληλα όμως υιοθετούνται και νέες μέθοδοι.
Αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς ως αποτέλεσμα της Γαλλικής Επανάστασης και της απόδοσης νόμιμων τίτλων στους καλλιεργητές της γης. Η χρήση της γης βρισκόταν σε άμεση σχέση με την ασφάλεια του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της. Μόνο όταν η ιδιοκτησία ήταν κατοχυρωμένη ο καλλιεργητής ήταν διατεθειμένος να επενδύσει στη γη του.
Σημαντικός παράγοντας για το μέγεθος και την κατάτμηση της γης ήταν η νομική βάση για την κληρονομιά της. Στο μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου (ιδιαίτερα εκεί όπου ίσχυε το σύστημα των ανοιχτών αγρών) επικρατούσε το καθεστώς της κληροδότησης της περιουσίας στον πρώτο γιο. Έτσι η γη διατηρείται ανέπαφη, δεν μοιράζεται αλλά και λόγω του ότι δεν υπάρχει ελευθερία χρήσης της γης, μη οικονομική δυνατότητα καλλιέργειας, ο αγρότης αναγκαζόταν να την πουλήσει.
Το άλλο διαδεδομένο σύστημα κληρονομιάς ήταν αυτό του διαχωρισμού της γης ανάμεσα σε κληρονόμους, σύμφωνα με τον Ναπολεόντειο Αστικό Κώδικα της Γαλλίας, σύστημα που έδινε δυνατότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των αγροτών ή η αύξηση του αριθμού των μικροιδιοκτησιών συνέβαλαν στη δημιουργία ενός εξαθλιωμένου αγροτικού προλεταριάτου.
Δυτ. Γερμανία: η φεουδαρχία εξαφανίστηκε, Πολωνία και Ρωσία: η δουλοπαροικία ανθεί. Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία: διαφορετικές μορφές δουλοπαροικίας. Μεγάλο μέρος της γης εκτός από την Αγγλία, τις Κάτω Χώρες, τη Γαλλία και την Ελβετία  βρισκόταν υπό το καθεστώς των μεγάλων ιδιοκτησιών.
Τύποι αγροτικής καλλιέργειας και εκτροφής ζώων:
  1. Εκτατική καλλιέργεια γης. Ένα μικρό κομμάτι γης καλλιεργείται σε μη μόνιμη βάση, λόγω ιδιαίτερων κλιματολογικών συνθηκών που δεν επιτρέπουν τη μόνιμη καλλιέργεια της. (Σκανδιναβία, περιοχές Πρωσίας, ορεινή κεντρική και ανατολική Ευρώπη, λοφώδεις περιοχές Ευρώπη ατλαντικού)
  2. Εκτροφή ζώων με τη γεωργική καλλιέργεια ως δευτερεύουσα δραστηριότητα (νότια Ευρώπη, πεδιάδα Ουγγαρίας, ανατολ. Πολωνία, στέπες Ρωσίας)
  3. Ανάμεικτη καλλιέργεια, με την κτηνοτροφία και τη γεωργία ως παράλληλες δραστηριότητες και αλληλοεξαρτώμενες. (Μεγάλη Βρετανία, Κάτω Χώρες). Το πλέον προοδευτικό σύστημα της περιόδου λόγω δυνατοτήτων ευελιξίας.
  4. Αρόσιμη καλλιέργεια. Σύστημα τριών καλλιεργειών με αγρανάπαυση. Η κτηνοτροφία έχει περιορισμένη σημασία.
  5. Εντατική καλλιέργεια, όπου απαιτείται εντατική αξιοποίηση της γης, κοντά σε αστικά κέντρα, όπου υπάρχει η δυνατότητα εξειδικευμένης παραγωγής (αμπελουργία Ν. Ευρώπη)
Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
ΓΕΩΡΓΙΑ
Αύξηση της παραγωγής λόγω της εντατικοποίησης χρήσης της γης και τέλος της λογικής της αυτάρκειας τροφίμων σε τοπικό επίπεδο, με την παράλληλη ανάπτυξη εθνικών ή ακόμη και ευρωπαϊκών αγορών για ορισμένα προϊόντα.
Αλλαγές στις τεχνικές και στη δομή. Η αύξηση της παραγωγής αποτελεί ένα γενικό ευρωπαϊκό φαινόμενο.
Τα φεουδαρχικά χαρακτηριστικά αρχίζουν να εκλείπουν. Το σύστημα της αγρανάπαυσης σταδιακά καταργείται. Στην πλειοψηφία τους οι αγρότες ενοικιάζουν τη γη με ανταλλάγματα σε είδος ή χρήμα. Σε πολλές περιπτώσεις το ζήτημα της μεταρρύθμισης της γης και του ιδιοκτησιακού καθεστώτος είναι από τα πλέον σημαντικά πολιτικά και κοινωνικά θέματα προς επίλυση.
Τρόποι χρήσης γης: α) Ιδιοκτησία της γης από τον αγρότη. Δυνατότητα εφαρμογής νέων μεθόδων καλλιέργειας και υποχρέωση απόδοσης φορολογίας του εισοδήματος ή τήρηση άλλων κρατικών παρεμβατισμών, β) εκμίσθωση – χρονομίσθωση της γης (leasing) για συγκεκριμένο χρόνο και τιμή. Μέθοδος διαδεδομένη στην Αγγλία. Οι μακροχρόνιες μισθώσεις έδιναν τη δυνατότητα σχεδιασμού και επενδύσεων, γ) η από κοινού εκμετάλλευση της παραγωγής με τον ιδιοκτήτη της γης – η επίμορτη καλλιέργεια – ο οποίος παρείχε την έκταση, τα εργαλεία και το κεφάλαιο, με αντάλλαγμα συνήθως τη μισή παραγωγή, δ) η καλλιέργεια της κοινής ή δημόσιας γης, η οποία θεωρητικά δεν ανήκε πουθενά αλλά πρακτικά υπήρχαν διαμάχες για τη χρήση και την ιδιοκτησία της.
Στην Αγγλία παρατηρείται διαχείριση μέσω του leasing, η γη δεν διαμελίζεται σε μικρές εκτάσεις με αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή, αλλά αντίθετα παρατηρείται  ορθολογική χρήση απόλυτα συμβατή με τη διαδικασία εκβιομηχάνισης και την αύξηση του πληθυσμού.
Γαλλία, Βέλγιο και Νότια Ιταλία: κυριαρχούν οι μικρές εκτάσεις. Βαλκάνια: μεγάλες εκτάσεις λίγοι ιδιοκτήτες.
Εξελίξεις στις τεχνικές παραγωγής: 1. αλλαγή στο σύστημα χρήσης του αγρού, 2. εισαγωγή ευέλικτων μορφών καλλιέργειας, 3. υιοθέτηση μεικτής καλλιέργειας, 4. χρήση βελτιωμένων εργαλείων και υλικών.
Απομάκρυνση του αγρότη από το παραδοσιακό σύστημα της ανοικτής γης. Αξιοποίηση μέρους της γης για τη βοσκή των ζώων, την καλλιέργεια σπορών (τριφύλλι) ως ζωική τροφή, αύξηση της κοπριάς και άρα λιπάσματος, ενοποίηση λωρίδων γης για καλλιέργεια. Διάχυση πληροφορίας μέσω του έντυπου υλικού, διοργάνωση εξειδικευμένων εκθέσεων. Επεκτείνεται η χρήση των χημικών λιπασμάτων. Στην Αγγλία οι εξελίξεις είναι πιο έντονες συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ στη νότια, Βαλκάνια, Ρωσία, περιορισμένες.
Αύξηση σημασία κτηνοτροφίας. Η στροφή από τη μέθοδο της ανοικτής γης σε αυτή της περίκλειστης δίνει τη δυνατότητα καλύτερης και πιο αποτελεσματικής διαχείρισης των ζώων. Έμφαση στην εκτροφή όχι μόνο προβάτων, αλλά και βοωειδών, επακόλουθο της αυξημένης ζήτησης σε κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα.  Εντατικοποίηση και εξειδίκευση χωρών όπως η Δανία, η Ολλανδία, Αγγλία, Ελβετία. Η αυξανόμενη εξειδίκευση συνεπάγεται τον περιορισμό της διαχείμασης και της εποχικής μεταφοράς των ζώων σε πιο θερμά κλίματα

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΑ
Αύξηση της παραγωγής με μειωμένο εργατικό δυναμικό λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων. Στροφή σε νέα αγροτικά προϊόντα, πατάτα, ζαχαρότευτλο, καλαμπόκι, (ήταν σημαντικά για τη Γερμανία, Κάτω Χωρες, Πολωνία και Ρωσία) ενώ η παραγωγή των παραδοσιακών προϊόντων μειώνεται. Η ελαιοκαλλιέργεια βρισκοταν σε ύφεση μπροστά στον ανταγωνισμό των ζωικών λιπών και η αμπελοκαλλιέργεια εξαπλωνόταν στη νότια Γαλλλια, Ισπανία, Ιταλία και Βαλκάνια, σε άλλες περιοχές υποχωρούσε. Τα δημητριακά παραμένουν το κύριο αγροτικό προϊόν. Η Δ. Ευρώπη δεν είναι πλέον αυτάρκης (εν μέρει λόγω της αύξησης του πληθυσμού και εν μέρει εξαιτίας της αυξανόμενης σημασίας της καλλιέργειας σανού) αλλά εισάγει σιτάρι από τη Ρωσία, Νέο Κόσμο και Αυστραλία. Ολόκληρη η ανατολική ευρώπη είχε πλεόνασμα σιταριού, το περισσότερο από το οποίο εξαγόταν στην κεντρική και δυτική ευρώπη. Όσο αφορά άλλα δημητριακά, ελάχιστα αποτελούσαν αντικείμενο του διεθνούς εμπορίου και ως επί το πλείστον καταναλώνονταν εκεί όπου ευδοκιμούσαν.
Κτηνοτροφία: Η μέθοδος της μεικτής καλλιέργειας επεκτείνεται. Τα βοοειδή αποκτούν πρωτεύουσα σημασία (και την πλειονότητα στην κτηνοτροφία) μιας και υπάρχει στροφή προς την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων  (Ολλανδία, Δανία). Λόγω της περιορισμένη εξέλιξης της κλωστοϋφαντουργίας και εισαγωγής καλύτερης ποιότητας μαλλιού από την Αυστραλία μειώνεται η εκτροφή προβάτων σε όλη την ήπειρο (εκτός Αγγλίας,  Ολλανδίας και Βαλκανίων). Ανάπτυξη στη χοιροτροφία.

ΠΗΓΕΣ
  1.  Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  3. Ράπτης Κώστας/ Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα/ Εκδόσεις ΕΑΠ/ Πάτρα 2000
  4. Aldcroft D – Ville S. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005
  5. North D. C., Δομή και μετ