Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

H ΜΟΝΕΤΑΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ κ' Η ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΝΕΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

 H ΜΟΝΕΤΑΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ & Η ΑΛΛΑΓΗ ΕΜΦΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΝΕΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

Ο στασιμοπληθωρισμός της περιόδου 1973-79 δεν μπορούσε να εξηγηθεί ικανοποιητικά από την Κεϋνσιανή  
θεωρία με αποτέλεσμα την επικράτηση νεοφιλελεύθερων ερμηνειών του φαινομένου, που συνδέθηκαν με το 
Margaret Thatcer: Η Βρετανίδα πρωθυπουργός που στην δεκαετία του 80, σύνδεσε το όνομα της με την Νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική κ' την άγρια επίθεση στις εργατικές κατακτήσεις της χώρας της.
Margaret Thatcer: Η Βρετανίδα πρωθυπουργός που στην δεκαετία του 80, σύνδεσε το όνομα της με την Νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική κ' την άγρια επίθεση στις εργατικές κατακτήσεις της χώρας της.
έργο 2 μεγάλων θεωρητικών του Milton Friedman & του Friedrich August von Hayek. Οι κυβερνήσεις της Margaret Thatcer στη Βρετανία και του Ronald Reagan στις Η.Π.Α., αναφέρονταν ρητά στους 2 αυτούς στοχαστές για να εξηγήσουν την οικονομική τους πολιτική στους ψηφοφόρους.
Ο Μ. Friedman ηγήθηκε του κινήματος των Μονεταριστών που εξέφραζε την διαφωνία της για τον παρεμβατικό ρόλο του κράτους στον έλεγχο της οικονομίας.. Στην βραχυπρόθεσμη ανάγκη άμβλυνσης οικονομικών προβλημάτων οι μονεταριστές θεωρούσαν πως η διδασκαλία των κλασικών για την ατομική οικονομική ελευθερία εξακολουθεί να ισχύει.
Οι μονεταριστές, δέχονταν από την κλασική οικονομική θεωρία το αξίωμα της ουδετερότητας του χρήματος. Θεωρούσαν πως οι αλλαγές στην ποσότητα του χρήματος επηρεάζουν μακροχρόνια μόνο τις τιμές και δεν επιδρούν στην παραγωγή & την απασχόληση. Η εξήγηση δίνεται μέσω της επίδρασης του αποτελέσματος των πραγματικών διαθεσίμων (real balance effect).
Τα πραγματικά διαθέσιμα, είναι το ποσό που τηρούν τα νοικοκυριά διαιρεμένο δια του τιμάριθμου, δηλαδή αποτελούν τον πλούτο του κοινού και επηρεάζουν τη δαπάνη του. Όταν αυξάνει η ποσότητα χρήματος στην κοινωνία, αυξάνει αυτόματα και η ροπή προς δαπάνη και συνεπώς υπάρχει μια βραχυχρόνια αυξητική επίδραση στο εισόδημα & την απασχόληση. Όμως η αύξηση δαπανών προκαλεί πληθωρισμό, η αξία πραγματικών διαθεσίμων πέφτει, και η διαδικασία που ξεκίνησε με την αύξηση χρήματος λήγει, όταν ολοκληρωθεί μια σειρά προσαρμογών στις αγορές που αφήνει την πραγματική παραγωγή & απασχόληση στα επίπεδα που είχαν πριν την αύξηση.. Μοναδική αλλαγή που προκύπτει στην οικονομία είναι το υψηλότερο επίπεδο των τιμών.

Ronald Reagan: πρόεδρος των Η.Π.Α. τη δεκαετία του 80'. Μαζί με την Μ. Θάτσερ άνοιξαν το δρόμο για την επιβολή ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
Ronald Reagan: πρόεδρος των Η.Π.Α. τη δεκαετία του 80'. Μαζί με την Μ. Θάτσερ άνοιξαν το δρόμο για την επιβολή ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
   Όπως προκύπτει, επιθυμία των μονεταριστών αποτελεί η διακριτική προσαρμογή του χρήματος στις ανάγκες παραγωγής και η παραίτηση του κράτους από μια ενεργητική νομισματική πολιτική. Απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική επίδραση στο εισόδημα είναι η νομισματική πολιτική (και όχι η δημοσιονομική) εφόσον προσαρμοστεί στις επιταγές της ελεύθερης αγοράς, απαραίτητη συνοδεία της αύξησης παραγωγής.
Συμπερασματικά, οι σχετικές τιμές των αγαθών, υπηρεσιών και συντελεστών της παραγωγής αποτελούν συστατικά στοιχεία της διαρκούς εξισορρόπησης των αγορών. Τα άτομα προσαρμόζουν τις προσδοκίες τους σύμφωνα με όσα έμαθαν να πιστεύουν κατά τη δράση τους στην οικονομία στο παρελθόν και κάνουν ελεύθερες επιλογές πραγματοποιήσιμες και μη.
Milton Friedman (1912-207): ηγέτης της μονεταριστικής σχολής του Σικάγο. Επικριτής του Κέυνς. Υποστηρικτής της αυστηρής νομισματικής πολιτικής συνδέοντας άμεσα τον πληθωρισμό με την πιστωτική επέκταση. Το χρήμα είναι σημαντικό μόνο ως νομισματικό φαινόμενο κι αν αφεθεί να υπηρετήσει
Milton Friedman: ηγέτης του κινήματος των Μονεταριστών κ' θεωρητικός του νεοφιλελευθερισμού.
Milton Friedman: ηγέτης του κινήματος των Μονεταριστών κ' θεωρητικός του νεοφιλελευθερισμού.
δημοσιονομικά ελλείμματα μπορεί να οδηγήσει μόνο στον πληθωρισμό. Προτείνει επιστροφή στις ελεύθερες αγορές και την ιδιωτική πρωτοβουλία σ’ ένα κλίμα πολιτικού & οικονομικού φιλελευθερισμού. Εκτός από ακαδημαϊκός οικονομολόγος κατείχε και το ρόλο του συμβούλου σε προγράμματα οικονομικής φιλελευθεροποίησης.
Παραλλαγή της παραπάνω θεωρίας αποτελεί η
Robert Lukas: της σχολή των «ορθολογικών προσδοκιών»  κ' υπερμαχος του νεοφιλελευθερισμού.
Robert Lukas: της σχολή των «ορθολογικών προσδοκιών» κ' υπερμαχος του νεοφιλελευθερισμού.
του Robert Lukas, η οποία επηρέασε κι αυτή την οικονομική πολιτική.
Η σχολή ονομάστηκε «Νέα Κλασική Μακροοικονομία» και στηρίζει τις αρχές της στο αξίωμα της αριστοποίησης που χρησιμοποιούσαν οι κλασικοί. Τα άτομα δηλαδή εκμεταλλεύονται κάθε δυνατότητα να βελτιώσουν την κατάστασή τους.. (245)
Τα άτομα όντας ορθολογικά διαμορφώνουν και ορθολογικές προσδοκίες, οι οποίες αποτελούν θεμελιώδη συνιστώσα της σχολής. Αντί της συνεχούς διόρθωσης παλαιότερων εσφαλμένων επιλογών των μονεταριστών, εδώ προβάλλεται η νέα «ορθολογική» εικόνα.. Νοικοκυριά & επιχειρήσεις διαμορφώνουν τις προσδοκίες με βάση τις πληροφορίες που διαθέτουν και τους στόχους που θέλουν να πετύχουν. Αν και το περιβάλλον που κινούνται μεταβάλλεται, οι προβλέψεις των ατόμων είναι ορθές σε κάθε περίπτωση. Επειδή λοιπόν, νοικοκυριά & επιχειρήσεις στην οικονομία δρουν ορθολογικά, δε νομιμοποιείται η κρατική παρέμβαση σ’ αυτήν.
Επιπλέον, οι τιμές «εκκαθαρίζουν» την αγορά, καθώς οι τιμές που προκύπτουν σε αγορές που βρίσκονται σε συνεχή ισορροπία, επιτρέπουν την ταύτιση της ζήτησης & προσφοράς σε κάθε περίπτωση ώστε τίποτα να μη μένει απούλητο.
    Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να έχει αποτελεσματική επίδραση διότι τα άτομα προεξοφλούν τις προσδοκίες τους. Το εισόδημα περιστρέφεται γύρω από τη «φυσιολογική τιμή» (natural rate) την οποία τα άτομα γνωρίζουν. Συνεπώς, ο διπλασιασμός της ποσότητας του χρήματος από το κράτος για την αναζωογόνηση της συνολικής ζήτησης θα οδηγούσε στην επιδίωξη των ατόμων για διπλασιασμό των εισοδημάτων τους (οι επιχειρήσεις διπλασιασμό των τιμών των προϊόντων τους) γιατί δεν αναμένουν τίποτα θετικό από μια τέτοια ενέργεια. Στην περίπτωση που συμβεί το ίδιο δίχως τα άτομα να το γνωρίζουν ή να το καταλάβουν, τότε ίσως θεωρήσουν αυτήν την αύξηση ως νέα ώθηση στην αγορά και προσαρμόσουν τα σχέδια παραγωγής & κατανάλωσης τους στα νέα δεδομένα. Μόνο σε τέτοια περίπτωση οικονομικού αιφνιδιασμού η οικονομική πολιτική θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική. Ωστόσο, με δεδομένο την ροή πληροφοριών σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία ελάχιστες ενέργειες οικονομικής πολιτικής δεν μπορούν να προεξοφληθούν. 
Η επίδραση της συγκεκριμένης σχολής αφενός στο ακαδημαϊκό πεδίο, αφετέρου στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής ήταν σημαντική ως το 1990. Πρωτεύουσα επιρροή ήταν στην μεταβολή των αντιλήψεων σχετικά με την δυνατότητα του κράτους να επηρεάσει αποτελεσματικά την παραγωγή & κατανομή εισοδήματος, χρησιμοποιώντας τα μέσα οικονομικής πολιτικής που διαθέτει. Απόρροια του γεγονότος, υπήρξε η αλλαγή πολιτικών τόσο της ΕΕ, όσο και των χωρών – μελών σε εθνικό επίπεδο, που ήταν φιλικότερες προς την αγορά.
Εκείνος που επίσης συνέβαλε στο παραπάνω ήταν ο Friedrich August von Hayek. Για τον ίδιο, η οικονομία χαρακτηρίζεται από μια «αυθόρμητη πράξη» καθώς οι πολίτες επιδιώκουν οικονομικούς σκοπούς. Όποια προβλήματα προκύψουν από τη διαδικασία αυτή είναι για τον Hayek προβλήματα «αποτυχίας – συντονισμού», κατάστασης συχνής σε μια οικονομία της αγοράς με τόσους συμμετέχοντες, οι οποίοι επιδιώκουν τόσο διαφορετικούς σκοπούς ο καθένας.
Καίριας σημασίας είναι η κατανόηση πως δεν αρμόζει στο κράτος να παρεμβαίνει στην οικονομία για να προλάβει ή να θεραπεύσει προβλήματα αποτυχίας συντονισμού. Τα προβλήματα ξεπέρνιουνται μέσα από διαχρονικές διαδικασίες προσαρμογής στις αγορές. Η διαδικασία παραγωγής μέχρι την ύπαρξη τελικών προϊόντων είναι αρκετά χρονοβόρες, οπότε τα επιχειρηματικά λάθη στις επενδύσεις και στις εκτιμήσεις περί κερδοφορίας είναι περίπου αναπόφευκτα. 
Η οικονομική θεωρία του σχηματισμού τιμών, η νομισματική θεωρία και η θεωρία του κεφαλαίου πρέπει να μελετώνται ενιαία και πάντα προς την κατεύθυνση κατανόησης του εξισορροπητικού μηχανισμού της αγοράς. 
Ο προγραμματισμός της οικονομίας για τον Hayek, είναι καταστροφικός για την ελευθερία του ατόμου. Μεθοδολογικά η ανάλυση οφείλει να ξεκινά από το άτομο και όχι από το σύνολο. Οι θεσμοί είναι δημιούργημα της ανθρώπινης δράσης, αλλά όχι με βάση συγκεκριμένο σχέδιο. Έχουν προκύψει στο πλαίσιο αυθόρμητης τάξης. Για αυτόν το λόγο ο Hayek θεωρεί κατακριτέα την προσπάθεια μεταφοράς σχημάτων των φυσικών επιστημών στις κοινωνικές επιστήμες, κάτι που ονόμασε «επιστημονισμό». 
Οι αγορές έχουν για την ανθρώπινη δράση μεγάλη σημασία και αποτελούν μηχανισμούς απόκτησης γνώσης από τους δρώντες. Η γνώση αυτή βελτιώνεται με την ανακάλυψη νέων πραγμάτων απ’ όσους συμμετέχουν σ’ αυτές τις νέες εμπειρίες. Δηλαδή, οι αγορές αποτελούν ένα σχολείο ανακαλύψεων και συνεχούς προσαρμογής του ατόμου στην κοινωνική ζωή.
   Friedrich August von Hayek (1889-1992):
Friedrich August von Hayek: κύριος εκπρόσωπος της «αυστριακής σχολής» των οικονομικών. Γνωστός και για τις ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις του.
Friedrich August von Hayek: κύριος εκπρόσωπος της «αυστριακής σχολής» των οικονομικών. Γνωστός και για τις ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις του.
. Το άτομο αποτελεί επίκεντρο της θεωρίας του αλλά και της μεθόδου του ( μεθοδολογικός ατομισμός). Υπεράσπισε των αυθορμητισμό της αγοράς στη βάση ελεύθερα δρώντων υποκειμένων. Ωστόσο, εξέφρασε συχνά ακραίες απόψεις, όπως η πρόταση για «ιδιωτικοποίηση» της δυνατότητας έκδοσης χρήματος και η κατάργηση των Κεντρικών Τραπεζών. Friedman & Hayek αποτελούν τους κύριους θεωρητικούς του νεοφιλελευθερισμού του 80’. Ο Friedman είχε το ρόλο του πολιτικού οικονομολόγου κι ο Hayek εκείνο του κοινωνικοφιλοσοφικού στοχαστή. Και οι 2 αντλούσαν από την οικονομική θεωρία και τις έννοιές της. 
Το έργο του Hayek και ο μονεταρισμός, οδήγησαν στην επάνοδο της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού. Οι οικονομικές πολιτικές έπαψαν στη Ευρ. Ένωση κι αλλού να επιδιώκουν τη μέγιστη ευημερία και την πλήρη απασχόληση. Ιδιωτικοποιήσεις και έμφαση στην αγορά επαναπροσδιόρισαν το ρόλο του δημοσίου και ο νεοφιλελευθερισμός κυριάρχησε πολιτικά. Τα περιθώρια άσκησης παρεμβατικής πολιτικής μειώθηκαν. Το Κράτος Πρόνοιας αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο στην εξάπλωση της λογικής της αγοράς και όχι ως δικλείδα ασφαλείας των ατελειών της.
Ωστόσο, υπάρχει αντίλογος και πολλοί επιστήμονες αναζητούν νέες συνθέσεις. Στο μέλλονασφαλώς θα υπάρξουν συμβολές που θα υποβοηθήσουν στη δημιουργία νέων κοινωνικών πλειοψηφιών, ενώ οι νέες ιδέες θα στηρίξουν την οικονομική πολιτική του μέλλοντος.
 ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Τα προβλήματα οικονομικής αστάθειας που επέφερε ο Μεγάλος Πόλεμος, τόσο σε εθνικό όσο και διεθνές επίπεδο οδήγησαν στην κρίση του 29. Οι εξελίξεις οδήγησαν στη ιδεολογική ήττα του φιλελευθερισμού και στην αλλαγή οικονομικής πολιτικής με έμφαση στην ενεργό ζήτηση και τον κρατικό παρεμβατισμό. Η μεταπολεμική ανάπτυξη, εκφράστηκε μέσω των έργων του Κέυνς, ενώ μέχρι τη δεκαετία του 70’ επιτεύχθηκε η «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού. Η Ευρώπη γνώρισε πρωτοφανή ανάπτυξη και συνάμα οικοδομήθηκε το Κράτος Πρόνοιας. 
Ωστόσο με τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 70’ σημειώνεται νεοφιλελεύθερη ανάκαμψη, στηριζόμενη κυρίως στις ιδέες των Friedman & Hayek. Οι επιπτώσεις άρχισαν να γίνονται ορατές από τη δεκαετία του 90 και έπειτα.
Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989 οδήγησε την παγκόσμια & ευρωπαϊκή οικονομία σε φάση ανάπτυξης αλλά και μετασχηματισμών, πλούτου αλλά και ένδειας, οικονομικής μεγέθυνσής αλλά και ανεργίας.
Η οικονομική σκέψη και οι πολιτικές του μέλλοντος ασφαλώς θα είναι διαφορετικές από τις σημερινές. Ωστόσο, είναι δύσκολο να προβλέψουμε την κατεύθυνση και την ένταση των αλλαγών, καθώς το αποτέλεσμα καθορίζεται πάντα από τη συλλογική δράση. 


ΠΗΓΕΣ
  1.  Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  3. Ράπτης Κώστας/ Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα/ Εκδόσεις ΕΑΠ/ Πάτρα 2000
  4. Aldcroft D – Ville S. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005
  5. North D. C., Δομή και μετ

ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ- ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΩΝ ANNALES ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ- ΣΥΓΚΡΙΣΗ  ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΩΝ ANNALES ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΗ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ κ' ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΩΝ στο πλαίσιο της Πανευρωπαϊκής προσέγγισης της οικονομικής Ιστορίας 

Fernand Braudel: Από τους μεγαλύτερους Ιστορικούς του 20ου αι. κ' μέλος της 1ης γενιάς των Annales.
Fernand Braudel: Από τους μεγαλύτερους Ιστορικούς του 20ου αι. κ' μέλος της 1ης γενιάς των Annales.
   Η διαδικασία διερεύνησης, με στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων για το αν η σχολή των Annales – έστω και αν ο όρος «σχολή» χρησιμοποιείται καταχρηστικά με την έννοια πως τα μέλη τους δεν αποδέχονται το συγκεκριμένο χαρακτηρισμό – αποτελεί συμπληρωματική ή εναλλακτική προσέγγιση, συγκρινόμενη με την ενδογενή τάση της οικονομικής ιστορίας, η οποία ονομάστηκε Ιστορία των Επιχειρήσεων και των Επιχειρηματιών, εξαρχής γεννά αρκετούς προβληματισμούς. Καταρχήν, είναι δόκιμη μια τέτοια σύγκριση ανάμεσα σε μια σχολή με δηλωμένο στόχο τον πλουραλισμό των κατευθύνσεων και προσεγγίσεων ποικίλων ιστορικο- οικονομικών φαινόμενων1, με μια τάση που ο κυριότερος ίσως στόχος της είναι η διερεύνηση του μικροθεσμού της επιχείρησης, με απώτερο σκοπό τη μελέτη του ρόλου και της συμβολής της στην ανάπτυξη ενός εθνικού οικονομικού μοντέλου2; Επιπλέον, υπάρχει κοινός τόπος μεταξύ των δύο προσεγγίσεων, με δεδομένο ότι το κύριο ενδιαφέρον των Annales επικεντρώνεται στη λεγόμενη προνεωτερική εποχή- δίχως βέβαια να απουσιάζουν και μελέτες για το σύγχρονο κόσμο3 – ενώ αντίθετα, το βάρος των ιστορικών των επιχειρήσεων εστιάζεται στην ιστορική περίοδο που σημαδεύτηκε από την εμφάνιση του βιομηχανικού τρόπου παραγωγής; Τέλος, το εύρος των ενδιαφερόντων των Annales, η πληθώρα μεθοδολογικών εργαλείων που χρησιμοποίησαν από την ίδρυσή τους έως τις μέρες μας και η επιδίωξη, κυρίως της τελευταίας γενιάς της σχολής, για «διάλυση ενός ιδιαίτερου annale προσανατολισμού εντός μιας ιστοριογραφίας που περιέχει ποικίλες κατευθύνσεις»,4 δύναται να διαμορφώσει ένα ιστοριογραφικό πλαίσιο ώστε να εγκολπώσει ενδιαφέροντα και επιδιώξεις των ιστορικών των Επιχειρήσεων; Και αντίθετα, οι τελευταίοι μπορούν να ωφεληθούν και να αξιοποιήσουν την προσφορά των Annales στο δικό τους πεδίο έρευνας; Τα παραπάνω αποτελούν κάποια από τα ερωτήματα που γέννιουνται στην προσπάθεια εξέτασης των δύο προσεγγίσεων της οικονομικής ιστορίας. Όμως, για μια καλύτερη κατανόηση των επιδιώξεων τους, οφείλουμε να περάσουμε σε μια διεξοδικότερη εξέταση της κάθε μιας από τις δύο ιστοριογραφικές προσεγγίσεις.
Ξεκινώντας με μια από τις πλέον σημαντικές σχολές ιστορικής σκέψης του 20ου αιώνα που αντιπροσωπεύουν οι Annales, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε πως στην πορεία των δεκαετιών, τόσο η μεθοδολογία, όσο και τα ερευνητικά ενδιαφέροντα άλλαζαν, εμπλουτίζονταν, διευρύνονταν από γενιά σε γενιά, καθώς οι ιστορικοί εκτός από ερευνητές αποτελούσαν και δέκτες των εκάστοτε τεχνολογικών, επιστημονικών, πολιτιστικών, κοινωνικών και άλλων μηνυμάτων, με συνέπεια η οπτική τους να μην μένει ανεπηρέαστη από το πνευματικό περιβάλλον της εποχής τους5. Βέβαια, ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματά τους αποτελούσε πάντα η προτεραιότητα που έδιναν στην έρευνα έναντι της θεωρητικής σκέψης, όπως και η αποφυγή διατύπωσης κάποιας θεωρίας6. Ενώ όπως προαναφέρθηκε ο πλουραλισμός στις κατευθύνσεις και τις προσεγγίσεις θεωρούνταν προαπαιτούμενο.
Στο σημείο αυτό, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε αφενός ορισμένες από τις σημαντικότερες συμβολές των annales σε επίπεδο μεθοδολογίας και αφετέρου κάποιες σημαντικές ερευνητικές προσπάθειες, καθώς με το έργο τους συνέβαλαν στην αλλαγή της ίδιας της ιστορικής σκέψης. Από τις πιο καθοριστικές πρωτοβουλίες, αποτέλεσε η προσπάθεια διεπιστημονικής εργασίας και η χρήση εργαλείων άλλων επιστημών, χωρίς να παραγνωρίζουν όμως την κεντρική θέση της ιστορίας7. Από τα έργα της πρώτης κιόλας γενιάς Annales, διαπιστώνεται πως εντός των πλαισίων της γαλλικής ιστοριογραφίας συνάπτονται στενές σχέσεις μεταξύ γεωγραφίας, οικονομίας και ανθρωπολογίας. Ειδικότερα για την γεωγραφία, πρέπει να επισημανθεί πως έχει ιδιαίτερες διαστάσεις στα πλαίσια της ιστοριογραφίας κατέχοντας ιστορικό και πολιτισμικό προσανατολισμό8, ενώ παράλληλα μεγάλη σημασία αποδίδεται στην περιφέρεια, με απόρροια του τελευταίου η συγγραφή της ιστορίας να είναι είτε τοπική είτε υπερεθνική9.
Στη δεκαετία του 60’, παρατηρείται εκτός από τον προσανατολισμό στις κοινωνικές επιστήμες, η στροφή στην ποσοτικοποίηση και η ανάδειξη της ποσοτικής ιστορίας, εργαλεία της οποίας θα αξιοποιήσουν και τα Annales. Ο πρώτος που εργάστηκε μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο και που στο έργο του ασχολήθηκε με την οικονομική ιστορία της Γαλλίας, ήταν ο Μπρωντέλ. Ο συγκεκριμένος, εστίασε στους καθοριστικούς για την οικονομία παράγοντες σε βάθος χρόνου δεκαετιών ή αιώνων, εξετάζοντας τους μεγάλους επαναλαμβανόμενους κύκλους που παρατηρούνται σ’ αυτήν10. Με αυτόν τον τρόπο, η οικονομία προσέγγισε την κλασική πολιτική οικονομία, δίχως όμως να ενστερνίζεται την αισιοδοξία της τελευταίας όσον αφορά τη σταθερότητα ή τη δυνατότητα ανάπτυξης11. Παράλληλα, από άλλους ερευνητές εκπονήθηκαν δημογραφικές μελέτες που αξιοποιούσαν δημογραφικά δεδομένα και είχαν στόχο την καταγραφή της ιστορίας κάποιας περιοχής. Η επεξεργασία και η αξιοποίηση στατιστικών στοιχείων, έδιναν πολύτιμες πληροφορίες για ένα εύρος ζητημάτων που εστίαζαν από τις οικογενειακές συμπεριφορές έως αναλύσεις για την αλληλεπίδραση μέσα στο χρόνο μεταξύ πληθυσμιακής εξέλιξης και τιμών των ειδών διατροφής12. Επιπλέον, μια ακόμα διεύρυνση της διεπιστημονικής έρευνας λαμβάνει χώρα στις αρχές τις δεκαετίας του 70’, με την προσπάθεια ενσωμάτωσης ιστορικών και κοινωνικών επιστημών, πλην των τριών που προαναφέραμε, χάρη στην αξιοποίηση επιστημών όπως η γλωσσολογία, η σημειολογία, οι επιστήμες της λογοτεχνίας και της τέχνης, και της ψυχανάλυσης. Η συγκεκριμένη προσπάθεια άσκησε μεγάλη επιρροή στην έρευνα στη Γαλλία και ενίσχυσε την ομαδική δουλεία13.
Αυτές όμως δεν ήταν οι μοναδικές συμβολές του έργου των Annales. Δύο ακόμα καινοτομίες αποτελούν, από τη μια η νέα αντίληψη που επέφεραν στον ιστορικό χρόνο, και από την άλλη η κεντρική θέση που κατέχει η κουλτούρα στα έργα τους. Όσον αφορά το χρόνο, στα περισσότερα έργα των Annales απουσιάζει η γραμμική θεώρηση στην οποία η ιστορία ακολουθεί συγκεκριμένη κατεύθυνση, ενώ παράλληλα αίρεται η εμπιστοσύνη στην πρόοδο και αμφισβητείται η ανωτερότητα της δυτικής κουλτούρας14. Στην μελέτη ενός πολιτισμού ή μιας γεωγραφικής περιοχής, ο χρόνος μπορεί να έχει πολλές διαστάσεις και να είναι διαφορετικός για κάθε εξεταζόμενη δομή, ακόμα εντός των πλαισίων του ίδιου πολιτισμού15. Όσο για την έννοια της κουλτούρας, αυτή διευρύνεται για να συμπεριλάβει κλάδους που προηγούμενα αποτελούσαν αυτόνομους χώρους μελέτης, όπως το κράτος, η οικονομία, η θρησκεία, η νομοθεσία, η λογοτεχνία. Κατ’ επέκταση, η κουλτούρα παύει να αποτελεί πεδίο δραστηριοποίησης ή αποκλειστικής οικειοποίησης μικρών ομάδων όπως οι διανοούμενοι ή οι καλλιτέχνες και μετατρέπεται σε τρόπο εξέτασης της ίδιας της ζωής μέσα στις πολλαπλές εκφάνσεις της, αγκαλιάζοντας το σύνολο του πληθυσμού16. Εξάλλου, λόγω της διεπιστημονικότητας που περιγράψαμε και της κατάργησης των διαχωρισμών μεταξύ συγγενικών επιστημονικών κλάδων, η σημασία της κουλτούρας ή άλλων κοινωνικών πλευρών αναβαθμίζονται, συγκριτικά με την κεντρική θέση που κατείχε ο θεσμός του κράτους ως άξονας έρευνας17.
Άλλη αξιοσημείωτη μεταβολή στην οπτική των Annales, αποτελεί η έμφαση που δίνουν στις δομές σε αντίθεση με τα πρόσωπα, τα οποία κατέχουν περιθωριακή θέση σε σχέση με την ιστοριογραφία του 19ου αιώνα18. Επίσης, κοινό στοιχείο πολλών έργων αποτελεί η απουσία κάποιου κεντρικού θεσμού ως αφηγηματικού άξονα, όπως για παράδειγμα το έθνος. Αντίθετα, ιδιαίτερο βάρος μπορεί να έχουν οι δεσμοί μεταξύ οικονομικών και κοινωνικών δομών ή η εστίαση σε μοντέλα σκέψης και συμπεριφοράς. Στο σημείο αυτό, αξίζει να επισημάνουμε τη μεγάλη βαρύτητα που ανέκαθεν έδιναν τα Annales στην ιστορία των συνειδήσεων και στην εξέταση αντιλήψεων και νοοτροπιών. Ειδικά από τους ιστορικούς της τρίτης γενιάς, η μελέτη λαϊκών συμπεριφορών μέσα σε κοινωνικο-οικονομικά πλαίσια, καθιέρωσε μια ιστορία νοοτροπιών. Πολύτιμοι αρωγοί σ’ αυτήν την προσπάθεια, υπήρξαν οι τέχνες και η λογοτεχνία, οι οποίες αξιοποιήθηκαν για την ανάπλαση των νοοτροπιών προηγούμενων ιστορικών περιόδων19.
Συνοψίζοντας, στην πολυετή προσφορά των Annales μπορούμε να καταλογίσουμε τις καινοτομίες που επέφεραν στην ιστορική σκέψη και την επιρροή που άσκησαν στην οπτική και τη συγγραφή της ιστορίας. Η προώθηση της διεπιστημονικότητας, η μεταβολή εννοιών όπως ο χρόνος ή η κουλτούρα, η περιφερειακή ή πολιτισμική κατανομή του γεωγραφικού χώρου, η εστίαση σε δομές και σε μοντέλα και η συνακόλουθη αφηγηματική πρωτοτυπία με την αποφυγή χρήσης κάποιου θεσμού ως αφηγηματικού άξονα, η εγκατάλειψη μεθόδων του ιστορικισμού δίχως να απουσιάζει η πολιτική ιστορία, αποτελούν ορισμένες από τις συμβολές τους. Παράλληλα, η κοινωνική και οικονομική ιστορία εμπλουτίστηκε και πλαισιώθηκε από μια πληθώρα μεθοδολογικών και εννοιολογικών προσεγγίσεων, με αναπόφευκτο ίσως τίμημα κάποιες σοβαρές αντιφάσεις στην πρακτική τους20. Συνάμα, παρά την άρνηση κάθε ορθοδοξίας και τον πλουραλισμό κατευθύνσεων και προσεγγίσεων, η συνάφεια στη γλώσσα και στις έννοιες που υιοθετούν αποτελούν το νήμα της συνέχειας ανάμεσα στις γενιές των Annales, σε μια πορεία δεκαετιών.
Περνώντας σε μια αντίστοιχη εξέταση της ιστορίας των επιχειρήσεων και των επιχειρηματιών, όπως επισημάναμε και στην εισαγωγή, το ερευνητικό ενδιαφέρον συγκεκριμένης τάσης εστιάζει σε συγκεκριμένους θεσμούς και δομές που εμφανίζονται και αναπτύσσονται σε μια χρονολογικά και ιστορικά πρόσφατη περίοδο, την οποία χαρακτηρίζει η κυριαρχία του βιομηχανικού τρόπου παραγωγής. Ωστόσο, η ύπαρξη ενός σαφώς πιο συγκεκριμένου πεδίου από θεματολογική ή χρονολογική άποψη, συγκριτικά με εκείνο των Annales, δε σημαίνει και απουσία ποικιλίας προσεγγίσεων.
Ο ρόλος και η συμβολή των επιχειρήσεων όπως και εκείνος των επιχειρηματιών στην εξέταση της εξέλιξης κάποιας εθνικής οικονομίας, προσεγγίζεται υπό ποικίλες οπτικές. Τα ερευνητικά ενδιαφέροντα των ιστορικών όσον αφορά τις επιχειρήσεις, μπορούν να αφορούν μια σχεδόν ανεξάντλητη γκάμα ζητημάτων όπως, η σημασία των μεγάλων επιχειρήσεων για την οικονομία, η εξέταση διαφορετικών τύπων και ιδιοκτησιακών καθεστώτων επιχειρήσεων που κυριαρχούν σε κάθε χώρα, ο ρόλος του κράτους, οι διοικητικές ή οργανωτικές δομές, το μέγεθος, η κοινωνική και οικολογική συμπεριφορά, η στρατηγική τους. Ακόμα, μπορεί να εξετάζονται ζητήματα που αφορούν το εσωτερικό των εταιρειών όπως μεταξύ άλλων, η διαδικασία σχηματισμού τους, ο ρόλος του φύλου ή της εθνικότητας στην εξέλιξη μιας επιχείρησης, η πρόσφατη ιστορία τους όπως κι αυτή των προϊόντων που παράγουν21. Επιπλέον, παράμετροι όπως συμπεριφορές και νοοτροπίες κοινωνικών ομάδων και ο ρόλος που αυτές διαδραμάτισαν για την εμπλοκή με επιχειρηματικές δραστηριότητες, η σημασία των θρησκευτικών ή πολιτισμικών δεσμών στην βιομηχανική ανάπτυξη, ο τρόπος δράσης και οι δεξιότητες των επιχειρηματιών, ερευνώνται μεθοδικά22.
Όσον αφορά τη μεθοδολογία της συγκεκριμένης τάσης, παρατηρούμε επίσης έργα που αποτελούν προϊόντα διεπιστημονικής εργασίας. Η χρήση εργαλείων από τις κοινωνικές επιστήμες, την κλασική ιστορία, τα οικονομικά και τα νομικά, η αξιοποίηση εμπειρικού υλικού και πρωτογενών στοιχείων, δημιουργούν συνθέσεις στην προσπάθεια διατύπωσης θεωριών των επιχειρήσεων και εξέτασης της ανάπτυξης των εθνικών οικονομικών μοντέλων23.
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, ανάμεσα στο έργο των ιστορικών των Annales και σε εκείνο των ιστορικών των επιχειρήσεων και των επιχειρηματιών, μπορούμε να διαπιστώσουμε τόσο διαφορές όσο και ομοιότητες όσον αφορά τα ερευνητικά ενδιαφέροντα και τη μεθοδολογία τους. Στο πλαίσιο λοιπόν μιας Πανευρωπαϊκής προσέγγισης της Οικονομικής ιστορίας, οφείλουμε αρχικά να υπογραμμίσουμε πως η σύγχρονη έρευνα στρέφεται κατά κύριο λόγο, σε τρεις τομείς: τον ποσοτικό προσδιορισμό της οικονομικής αλλαγής, την εστίαση σε περιοχές που μέχρι τώρα δεν είχε δοθεί η απαραίτητη προσοχή και, στην εξέταση προτύπων ή τυπολογιών ανάπτυξης24. Ωστόσο, οι προσπάθειες για διατύπωση θεωριών σχετικά με την πορεία της οικονομικής ανάπτυξης, αδυνατούν να δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις για το σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου, καθώς στην αναπτυξιακή πορεία της τελευταίας εμφανίζονται μεγάλες διαφορές τόσο σε τοπικό όσο και χρονολογικό επίπεδο. Έτσι, η περιφερειακή προσέγγιση μοιάζει να είναι η πιο αξιόπιστη μεθοδολογικά, για την εξέταση της ευρωπαϊκής οικονομικής ανάπτυξης, εφόσον φαινόμενα ανισομέρειας δείχνουν να κυριαρχούν ακόμα και στο εσωτερικό των εθνικών κρατών25.
Από αυτήν την άποψη, οι διαφορές στο ρυθμό, την ποιότητα, την ένταση, την γεωγραφική κατανομή, καθιστούν την εξέταση της πανευρωπαϊκής οικονομίας και ανάπτυξης μια αρκετά πολύπλοκη διαδικασία. Κατά συνέπεια, οι θεωρήσεις των Annales και αυτές των ιστορικών των επιχειρήσεων, είναι δυνατό να αποτελέσουν χρήσιμες συμπληρωματικές προσεγγίσεις και να αξιοποιηθούν τα μεθοδολογικά εργαλεία και οι κατακτήσεις των ερευνητικών προσπαθειών της καθεμιάς. Στο μέτρο που η έρευνα είναι ακόμα ανοιχτή, εργαλεία όπως αυτά της ποσοτικής ή της ιστορίας των νοοτροπιών, η εστίαση στην περιφερειακή ανάλυση, στοιχεία και μελέτες για το ρόλο των επιχειρήσεων ή την επίδραση των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά και η διεπιστημονική εργασία, δύναται να δώσουν νέες συνθέσεις. Το πολύτιμο υλικό και ο πλουραλισμός των πεδίων έρευνας των δύο τάσεων, μπορούν να βοηθήσουν στην προσπάθεια κατανόησης του οικονομικού παρελθόντος, και να δώσουν απαντήσεις για τις αιτίες οικονομικής καθυστέρησης κάποιων περιοχών ή τα διαφορετικά μοντέλα εθνικής οικονομικής ανάπτυξης. Συμπερασματικά, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η προσπάθεια πανευρωπαϊκής προσέγγισης της οικονομικής ιστορίας, μπορεί να ωφεληθεί περισσότερο χρησιμοποιώντας συνδυαστικά κατακτήσεις των δύο τάσεων, παρά αν τις αντιμετωπίσει ως εναλλακτικές προτάσεις.
Βιβλιογραφία:
  1. Μανδυλαρά Άννα, Η διπλή ζωή της οικονομικής ιστορίας. Θέματα Ευρωπαϊκής Ιστοριογραφίας, Πάτρα, ΕΑΠ, 2008
  2. AldcroftD – VilleS. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005
  3. IggersG., Η Ιστοριογραφία στον εικοστό αιώνα, Εκδ. Νεφέλη, μτφρ. Π. Ματάλας, Αθήνα 2005
                                                                                                                                                              Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
1 G. Iggers, Η Ιστοριογραφία στον εικοστό αιώνα, Εκδ. Νεφέλη, σελ. 77, μτφρ. Π. Ματάλας, Αθήνα 2005. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
2 Άννα Β. Μανδυλαρά, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, σελ. 44, Πάτρα 2008. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
3 G. Iggers, σελ. 87
4 Ο.π, σελ 67
5 Ο.π, σελ. 75
6 Ο.π, σελ. 76
7 Ο.π, σελ. 75
8 Ο.π, σελ. 75
9 Ο.π, σελ. 81
10 Άννα Β. Μανδυλαρά, σελ. 24
11 G. Iggers, σελ. 84
12 Άννα Β. Μανδυλαρά, σελ. 24
13 G. Iggers, σελ. 78
14 Ο.π, σελ. 80,81
15 Ο.π, σελ. 80
16 Ο.π, σελ. 74
17 Ο.π, σελ. 76
18 Ο.π, σελ. 79
19 Ο.π, σελ. 85,86
20 Ο.π, σελ. 89
21 Άννα Β. Μανδυλαρά, σελ. 44,45,46
22 Church R., Επιχειρηματική δράση και διοίκηση επιχειρήσεων, σελ. 137-181, από το Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, Aldcroft D – Ville S. επιμ., εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005
23 Άννα Β. Μανδυλαρά, σελ. 44,45
24 Ο.π., σελ. 53
25 Ο.π., σελ. 54