Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

ΤΟ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ-ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΔΥΤΙΚΗΣ κ' ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΤΟ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ-ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΔΥΤΙΚΗΣ κ' ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ 

ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ   Αν θελήσουμε να αναδείξουμε τα χαρακτηριστικά του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους και ειδικότερα αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε το μεταπολεμικό μοντέλο ανάπτυξης με τα αντίστοιχα των ευρωπαϊκών κρατών της εποχής του μεσοπολέμου, οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψη τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, και χάρη στα οποία ο ιστορικός E. Hobsbawm ονόμασε τη συγκεκριμένη περίοδο «εποχή της καταστροφής». Πιο συγκεκριμένα οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που σημάδεψαν ανεξίτηλα τον προηγούμενο αιώνα, δεν ήταν απλά συγκρούσεις με δίχως προηγούμενο σε ένταση, έκταση και καταστροφικότητα, αλλά επέφεραν ανακατατάξεις τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλάζοντας οριστικά και αμετάκλητα το πρόσωπο του κόσμου και τη θέση της Ευρώπης μέσα σ’ αυτόν.
Ήδη με το πέρας του πρώτου παγκόσμιου, γνωστού και ως Μεγάλου Πολέμου, ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης θα έχει μετασχηματιστεί ριζικά, χάρη στην κατάρρευση τεσσάρων αυτοκρατοριών και τον σχηματισμό μικρότερων εθνικών κρατών. Οι συνέπειες δε θα περιοριστούν όμως μονάχα στο προηγούμενο γεγονός. Οι τεράστιες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και ειδικότερα η λειψανδρία, η αμφισβήτηση του φιλελευθερισμού και η λαϊκή απήχηση νέων ιδεολογιών όπως ο φασισμός και ο κομμουνισμός, οι αλυσιδωτές επαναστάσεις «από τα κάτω» και η απάντηση της αντίδρασης με την επιβολή ολοκληρωτικών καθεστώτων σε αρκετά ευρωπαϊκά κράτη, θα αποτελέσουν ορισμένες από τις πιο χαρακτηριστικές που εξελίξεις που διαδραματίστηκαν στο ευρωπαϊκό έδαφος. Ωστόσο, η σημαντικότερη ίσως επίπτωση για τη θέση της Ευρώπης σε παγκόσμιο επίπεδο, υπήρξε το γεγονός πως ο Μεγάλος Πόλεμος σηματοδότησε και το τέλος της οικονομικής της πρωτοκαθεδρίας, καθώς στη διάρκεια του μεσοπολέμου θα εξαρτηθεί σταδιακά όλο και περισσότερο από τα αμερικάνικα κεφάλαια1.ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ
Αν λοιπόν το τέλος του Μεγάλου Πολέμου θα σηματοδοτήσει την οικονομική εξάρτηση της Ευρώπης, αντίστοιχα το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, εκτός από τις ακόμα μεγαλύτερες σε αριθμό ανθρώπινες απώλειες και την τεράστια καταστροφή των ευρωπαϊκών υποδομών, θα σημάνει και την πολιτική εξάρτηση των ευρωπαϊκών κρατών από τις δύο υπερδυνάμεις που αναδείχτηκαν μεταπολεμικά2. Στο εξής και για τέσσερις και πλέον δεκαετίες, Η.Π.Α. και Σοβιετική Ένωση θα εμπλακούν σε ένα πολυεπίπεδο ανταγωνισμό, καθώς στο προφίλ της καθεμιάς αντανακλώνταν το πρότυπο μιας διαφορετικής πολιτικής πρότασης κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, του καπιταλιστικού στην πρώτη και του υπαρκτού σοσιαλισμού στη δεύτερη. Το γεγονός θα επιφέρει ένα κλίμα διπολισμού, του οποίου η προβολή σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα εκφραστεί με την διαίρεση και την πρόσδεση των ευρωπαϊκών κρατών στο άρμα της μιας εκ των δύο υπερδυνάμεων. Ευνόητα, οι επιπτώσεις των δύο παγκόσμιων πολέμων θα επηρέαζαν άμεσα τις όποιες πολιτικές υιοθετήθηκαν μεταπολεμικά σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο από τα ευρωπαϊκά κράτη.
Η υπαγωγή της πολιτικής διαίρεσης που μόλις περιγράψαμε σε γεωγραφικό επίπεδο, σήμαινε τη διχοτόμηση της Ευρώπης σε ανατολική και δυτική, με την πρώτη να εντάσσεται στη σφαίρα επιρροής της Ε.Σ.Σ.Δ. και τη δεύτερη σε εκείνη των Η.Π.Α. Κοινό στοιχείο και των δύο συνασπισμών για την άμεση μεταπολεμική περίοδο 1944-1947, υπήρξε η υιοθέτηση της αντίληψης πως η όποια οικονομική ανάπτυξη όφειλε να εδράζεται σε κεντρικό σχεδιασμό, με τη λειτουργία των βασικών κλάδων της οικονομίας όπως η βαριά βιομηχανία και ο τραπεζικός τομέας να περνούν στο πεδίο ευθύνης του κράτους3. Βέβαια, πίσω από τη συγκεκριμένη κοινή συνισταμένη υπέβοσκαν ουσιαστικές διαφορές όσον αφορά την πορεία προς την οικονομική ανάπτυξη και την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, τις οποίες θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε στη συνέχεια.
Για την ανατολική Ευρώπη με επίκεντρο την Ε.Σ.Σ.Δ., αλλά και τις χώρες που συστρατεύτηκαν μαζί της - πραγματοποιώντας ένα βαθύ κοινωνικό μετασχηματισμό στα πρότυπα της πατρίδας της Οκτωβριανής Επανάστασης4- μπορούμε συνοπτικά να επισημάνουμε τους εξής στόχους: την οικονομική επανάκαμψη με κεντρικό άξονα την βαριά βιομηχανία για την Ε.Σ.Σ.Δ.,5 και την ταχεία εκβιομηχάνιση για τις υπόλοιπες ανατολικές χώρες με βάση το μοντέλο της αντίστοιχης σοβιετικής τής δεκαετίας του 30’6. Ο τρόπος επίτευξης του προηγούμενου στόχου βασίστηκε στην υιοθέτηση, κατά το διάστημα 1948-1951, πενταετών ή εξαετών πλάνων στη διάρκεια των οποίων όφειλε να συντελεστεί προκαθορισμένη βιομηχανική ανάπτυξη και μαζικοποίηση της παραγωγής. Ωστόσο, η ικανοποίηση των απαιτήσεων που έθεταν τα πλάνα προϋπόθετε και απαιτούσε τη συμπίεση των εργατικών ημερομίσθιων7, ώστε να δημιουργηθεί πλεόνασμα που θα επανεπενδύονταν στη βιομηχανική ανάπτυξη8.
ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ: κρατών μελών του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1973
ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ: κρατών μελών του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, καθώς και ανεξάρτων ή χωρών ενταγμένων σε άλλους συνασπισμούς το 1973
  Επιχειρώντας μια σύντομη αποτίμηση του παραπάνω μοντέλου, αξίζει να εστιάσουμε στους αλματώδεις ρυθμούς ανάπτυξης τόσο του εργατικού δυναμικού όσο και της παραγωγής που επιτεύχθηκαν στη διάρκεια των δεκαετιών του 50’ και του 60’, οι οποίοι ήταν ισάξιοι ή και υπέρτεροι εκείνων της δύσης. Το επίτευγμα φαντάζει ακόμα πιο εντυπωσιακό αν συνυπολογίσουμε την απόρριψη της αμερικάνικης οικονομικής βοήθειας του σχεδίου Marshall από τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες. Στον αντίποδα, πρέπει να επισημάνουμε πως ταυτόχρονα, το συγκεκριμένο μοντέλο κυοφορούσε τα τεράστια προβλήματα που θα εμφανίζονταν μελλοντικά. Σταχολογώντας κάποιες από τις αιτίες, μπορούμε να αναφέρουμε ότι η επένδυση στη βιομηχανία έντασης εργασίας στάθηκε ανάχωμα για την εξέλιξη της υψηλής τεχνολογίας και συνάμα οδήγησε στην υπερβολική διόγκωση ξεπερασμένων βιομηχανικών κλάδων, κάτι που μελλοντικά θα είχε αρνητικές επιπτώσεις για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους9. Επίσης, η ανάπτυξη δεν είχε την ανάλογη αντανάκλαση στα εισοδήματα των εργαζομένων, γεγονός που σε συνδυασμό με τον αυταρχισμό των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων γέννησε έντονη δυσαρέσκεια στις γραμμές της εργατικής τάξης. Η αγανάκτηση για την πολιτική των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων αλλά και η εντεινόμενη δυσφορία απέναντι στην σοβιετική κηδεμονία, σε αρκετές περιπτώσεις εκφράστηκε ακόμα και με τη μορφή ανοιχτής εξέγερσης10. Επιπλέον, η υποβάθμιση του αγροτικού τομέα προς χάρη της εκβιομηχάνισης αποτέλεσε τη βασική αιτία αντίδρασης των αγροτικών μαζών, φαινόμενο που στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίστηκε με άγρια καταστολή11. Τέλος, η ανεπάρκεια καταναλωτικών αγαθών και η μη ικανοποιητική άνοδος του βιοτικού επιπέδου – παρά τα βήματα βελτίωσης που είχαν αναμφίβολα προκύψει – συγκρινόμενη με την αντίστοιχη των δυτικοευρωπαϊκών κρατών, υπόσκαψε την κοινωνική συνοχή και επέφερε βαθύ ρήγμα στη σχέση των μαζών με τα καθεστώτα, μέχρι του σημείου άρσης της εμπιστοσύνης των μαζών προς τα τελευταία12. Από την άλλη, η αδυναμία επίτευξης μεταρρυθμίσεων και διορθωτικών αλλαγών από τη μεριά των κυβερνήσεων θα οδηγούσε στα γνωστά αδιέξοδα, με κατάληξη την κατάρρευση των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων στα τέλη της δεκαετίας του 80’ και την αλλαγή του ευρωπαϊκού γεωπολιτικού τοπίου μια ακόμα φορά.
Μολονότι, η κατάσταση που περιγράψαμε καταδεικνύει το έλλειμμα ευελιξίας του ανατολικού συνασπισμού και την αδυναμία του, από ένα σημείο κι έπειτα, να ανταπεξέλθει στον αδυσώπητο ανταγωνισμό με τη δύση, με επιπτώσεις στην ίδια τη βιωσιμότητά του. Από την άλλη, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε πως στις δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, επιτεύχθηκε ο ραγδαίος μετασχηματισμός των ανατολικοευρωπαϊκών κοινωνιών. Η έμφαση στην εκβιομηχάνιση συνοδεύτηκε από έντονη αστικοποίηση και από ανάλογη μεγέθυνση της εργατικής τάξης. Παράλληλα, στο μοντέλο της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας και της κρατικοποίησης των μέσων παραγωγής πρέπει να πιστωθούν: η δημιουργία εθνικών συστημάτων υγείας που μείωσαν την παιδική θνησιμότητα και αύξησαν το μέσο όρο ζωής. Η αρωγή προς την οικογένεια και η δημιουργία δομών και θεσμών, όπως οι παιδικοί σταθμοί ή η νομιμοποίηση των αμβλώσεων που αποσκοπούσαν στην ελάφρυνση των γυναικών από τις οικογενειακές υποχρεώσεις, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν στην παραγωγή. Η αναβάθμιση της εκπαίδευσης, μέσω εκδημοκρατισμού της παιδείας και της ελεύθερης μαζικής πρόσβασης σε όλες τις βαθμίδες της πλατιών στρωμάτων. Η αύξηση των ρυθμών κοινωνικής κινητικότητας και οι περισσότερες ευκαιρίες ανέλιξης, ιδιαίτερα για την εργατική τάξη. Και τέλος, η ισοκατανομή του εθνικού εισοδήματος που συνοδεύτηκε από την εξάλειψη της επαιτείας13.

Επιχειρώντας μια ανάλογη επισκόπηση των δυτικοευρωπαϊκών κρατών, διαπιστώνουμε πως η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη παρουσίασε, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 70’, πρωτοφανείς ρυθμούς, σε σημείο που η συγκεκριμένη περίοδος έμεινε γνωστή και ως «χρυσή εποχή του καπιταλισμού»14. Σε αντιστοιχία - και αυστηρά τηρουμένων των αναλογιών- με τον ηγετικό και καθοδηγητικό ρόλο που κατείχε η Ε.Σ.Σ.Δ. για την ανατολική Ευρώπη, στην δυτική τον ανέλαβε για πρώτη φορά μια εξωευρωπαϊκή χώρα, αυτή των Η.Π.Α., η οικονομική ευρωστία της οποίας επέτρεψε την χάραξη πολιτικών παροχών προς τις συμμαχικές χώρες που θα περιγράψουμε στη συνέχεια, σε αντιδιαστολή με τη μεγάλη αντίπαλό της που προσπαθούσε να ωφεληθεί οικονομικά από τα κράτη του δικού της συνασπισμού.
Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, σε αντίθεση με τις επιταγές του φιλελευθερισμού, χαρακτηρίζονταν από τον κρατικό παρεμβατισμό και εμπνέονταν από τις αντιλήψεις του Κέυνς για ενεργό συμμετοχή του κράτους στην οικονομία. Για τον Βρετανό οικονομολόγο, πυρήνα της θεωρίας του αποτελούσε η πεποίθηση πως το κράτος δύναται να παρεμβαίνει στην οικονομία, δίχως να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής15. Ωστόσο, για τη λειτουργία της σχεδιασμένης οικονομίας θεωρούσε θεμελιώδες αξίωμα την εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης16. Πέραν του κρατικού παρεμβατισμού, άλλοι παράγοντες που διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο στην ανάπτυξη ήταν, η επάρκεια τόσο εργατικού δυναμικού όσο και αποθεμάτων κεφαλαίου, ο προσανατολισμός προς την εξασφάλιση πόρων και η πολιτική συμπίεσης της κατανάλωσης ώστε να προωθηθεί η οικονομική ανάπτυξη, μέσω της εξασφάλισης επενδύσεων17. Παράλληλα, η αδιάκοπη πρόοδος της τεχνολογίας υποβοήθησε την οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της παραγωγής18.
Ωστόσο, οφείλουμε να επισημάνουμε έναν ακόμα κεφαλαιώδους σημασίας παράγοντα, ο οποίος εξασφάλισε τους αναγκαίους πόρους για την αποκατάσταση των κατεστραμμένων από τον πόλεμο ευρωπαϊκών υποδομών και ουσιαστικά λειτούργησε ως εφαλτήριο για την ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, πρόκειται για την οικονομική χορηγία των Η.Π.Α. προς τα κράτη της δυτικής Ευρώπης, όπως προέβλεπε το σχέδιο Marshall. Οι Η.Π.Α. ενίσχυσαν οικονομικά τις προσπάθειες ανόρθωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας με απώτερο σκοπό την εξυπηρέτηση ενός διπλού στόχου. Αφενός, προσέβλεπαν στην αποκατάσταση της δυτικοευρωπαϊκής ευμάρειας, μέσω της εξασφάλισης υψηλής παραγωγικότητας και της μαζικής κατανάλωσης, για την αποτελεσματική λειτουργία της ως αναχώματος σε ενδεχόμενη εξάπλωση του κομμουνισμού στη δύση,19 αφετέρου, στόχευαν στην αναγνώριση του πρωταγωνιστικού τους ρόλου στο εσωτερικό του καπιταλιστικού συνασπισμού. Χαρακτηριστική ένδειξη της τελευταίας φιλοδοξίας αποτέλεσε η σύναψη της συνθήκης του Bretton-Woods το 1944, στην οποία το δολάριο αναγνωρίστηκε ως το μοναδικό νόμισμα μετατρέψιμο σε χρυσό20.                                                  
ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΧΩΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΝ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΡΣΑΛ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΧΩΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΝ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΡΣΑΛ
Απόρροια του συνδυασμού των παραγόντων που περιγράψαμε υπήρξε η οικονομική αναζωογόνηση της δυτικής Ευρώπης. Η συμμετοχή του κράτους σ’ αυτήν την προσπάθεια εκφράστηκε και μέσω των κρατικοποιήσεων βασικών οικονομικών κλάδων αλλά και με επενδύσεις στη βάση της περιφερειακής και ισόρροπης ανάπτυξης21. Όμως, η ειδοποιός διαφορά σε σχέση με παλαιότερες περιόδους ήταν η έμφαση που έδωσαν τα κράτη στην επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής κοινωνικής ευημερίας. Πρωταρχικοί στόχοι αποτελούσαν η πλήρης απασχόληση και η δυνατότερη εφικτή άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, με μέσα το κράτος πρόνοιας και την κοινωνική ασφάλιση22. Όπως προέτρεπε η κευνσιανή θεωρία, πραγματοποιήθηκαν δημόσιες επένδυσεις σε κλάδους όπως οι μεταφορές και οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ενώ οι δημόσιες δαπάνες είχαν προτεραιότητα σε τομείς όπως: η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία, η παιδεία και η στέγαση23.
Οι λόγοι για του αυξημένου ενδιαφέροντος των δυτικών κυβερνήσεων για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών είναι σίγουρα ποικίλοι και σύνθετοι. Ανάλογα με την αφετηρία και την οπτική που επιλέγει κανείς να ερμηνεύσει τη συγκεκριμένη πολιτική, μπορεί να αποδώσει την επιλογή της στις πιο διαφορετικές αιτίες, όπως: ο φόβος της εξάπλωσης του κομμουνισμού, η συνειδητοποίηση των κυβερνήσεων και των καθεστηκυιών τάξεων πως η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κατώτερων στρωμάτων αποτελεί εγγύηση κοινωνικής ομαλότητας κι ανάπτυξης, ο εσωτερικός συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, η πρωτοφανής ανάπτυξη και η ανάλογη κερδοφορία που άφηνε περιθώρια για παραχωρήσεις κ.ο.κ. Ανεξάρτητα όμως από το ποιος πραγματικά συνδυασμός αιτιών οδήγησε στην προαναφερθείσα επιλογή, το δεδομένο ήταν πως στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, το εισόδημα των εργαζομένων αυξάνονταν σταθερά και μαζί μ’ αυτό και το βιοτικό τους επίπεδο. Άλλωστε, ενδεικτικές παράμετροι της προτεραιότητας των δυτικών κυβερνήσεων για την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών, αποτελεί τόσο η παροχέτευση του μεγαλύτερου μέρους των δημόσιων δαπανών στην κοινωνική πρόνοια κατά τη δεκαετία του 60’, όσο και το γεγονός πως μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 70’, τα προηγμένα δυτικοευρωπαϊκά κράτη είχαν εξελιχθεί σε κράτη πρόνοιας24.
Σε αντίθεση με την ανατολική Ευρώπη, όπου ο πλήρης έλεγχος της οικονομίας και η κατοχή των μέσων παραγωγής από το κράτος, καθιστούσε την πρόνοια αυτονόητη υποχρέωσή του προς τους πολίτες, εφόσον η έλλειψη άλλων κοινωνικών εταίρων ευνοούσε τον άμεσο καθορισμό των υποχρεώσεων της κάθε πλευράς. Στη μεικτή οικονομία της δυτικής Ευρώπης, το κράτος μοιάζει να κατέχει το ρόλο του διαμεσολαβητή σε ένα πλαίσιο συνδιαλλαγής μεταξύ κοινωνικών τάξεων. Έτσι η δημιουργία του κράτους πρόνοιας, από την μια έχει στόχο την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής ομαλότητας στην οικονομική ζωή, επιτρέποντας την διασφάλιση των επιχειρηματικών κερδών, και από την άλλη, μέσω συγκεκριμένων παροχών προς τους πολίτες, εγγυάται την ασφάλεια σε τομείς όπως: η υγεία, η παιδεία, οι συντάξεις, οι συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων κ.λ.π25. Εξάλλου, ένα ακόμα χαρακτηριστικό των δυτικών κρατών ήταν πως δεν υπήρχε ένα μονάχα μοντέλο κράτους πρόνοιας26. Η ποικιλία δείχνει να οφείλεται τόσο ιδεολογικές καταβολές των κυβερνήσεων, όσο και στην οικονομική κατάσταση των διαφορετικών κρατών, παράγοντες που επηρέαζαν το εύρος και την ποιότητα των παροχών. Ο κανόνας πάντως ήταν η προσπάθεια για διάχυση του πλούτου σε ολόκληρη την κοινωνία27.
Όσον αφορά τώρα πιθανές συνδέσεις του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης με τις πολιτικές που ακολούθησαν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης του 30’, μπορούμε να διακρίνουμε πως στο ανατολικό μοντέλο δεν υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις από την πολιτική της Ε.Σ.Σ.Δ. στη συγκεκριμένη δεκαετία, με εκείνες των ανατολικοευρωπαϊκών κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια της προσπάθειας εκβιομηχάνισής τους. Όπως μάλιστα προαναφέραμε, η σοβιετική ανάπτυξη του 30’ αποτέλεσε πρότυπο που ακολούθησαν οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Επιτεύγματα και συνέπειες περιγράφτηκαν ήδη και μόνο πιθανολογικά μπορούμε να μιλήσουμε, για το αν το ενδεχόμενο έγκαιρων μεταρρυθμίσεων ήταν κατ’ αρχήν εφικτό και κατά δεύτερο λόγο αν θα είχε θετικά αποτελέσματα.
Σχετικά τώρα με το δυτικό μοντέλο, μια αρχική διαπίστωση αποτελεί το γεγονός πως και στις δύο περιόδους, μια πρώτη αντίδραση ήταν η αίρεση της εμπιστοσύνης στο φιλελευθερισμό και η συνακόλουθη καθιέρωση του κρατικού παρεμβατισμού. Εκτός απ’ αυτό όμως, μπορούμε να εντοπίσουμε κάποιες επιμέρους ομοιότητες, όσο και διαφορές. Ο κεντρικός ρόλος που έπαιξαν οι Η.Π.Α. και στις δύο περιόδους παρουσιάζει το εξής οξύμωρο: αν τα αμερικάνικα κεφάλαια κατά την περίοδο του μεσοπολέμου αποτέλεσαν κύριο παράγοντα της ευρωπαϊκή αστάθειας, λόγω έλλειψης παρεμβατικής πολιτικής από την κυβέρνηση των Η.Π.Α.,28 μεταπολεμικά λειτούργησαν ευεργετικά και αποτέλεσαν θεμελιώδη λίθο της ευρωπαϊκής ανάπτυξης. Επίσης, όπως από το 1934 το δολάριο κατέστη το μόνο ανταλλάξιμο με χρυσό νόμισμα,29 το ίδιο συνέβη και με τη συνθήκη του Bretton-Woods το 1944, αν και στη δεύτερη περίπτωση κατάφερε να διασφαλίσει τη νομισματική σταθερότητα και να μειώσει την κερδοσκοπία, βοηθώντας τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στο δρόμο της ανάπτυξης30. Κάποιες άλλες ομοιότητες μπορούμε να αναφέρουμε σε επιμέρους μέτρα που πήραν ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κατά το μεσοπόλεμο δίχως όμως την ανάλογη επιτυχία με την μεταπολεμική, γεγονός που καταδεικνύει τη συνθετότητα των οικονομικών προβλημάτων και την εξάρτηση από κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, οι Η.Π.Α. επί Ρούσβελτ, η Γαλλία επί Μπλουμ και η Γερμανία μέχρι το 1937, έδωσαν έμφαση στα δημόσια έργα για την καταπολέμηση της ανεργίας και την οικονομική ανάπτυξη.31 Στην καλύτερη των περιπτώσεων τα αποτελέσματα ήταν μέτρια και επουδενί συγκρίνονταν με την μεταπολεμική επιτυχία που γνώρισαν ανάλογες πολιτικές. Τέλος, αρκετά από τα μέτρα που πήραν τα κοινωνικά κράτη της Ευρώπης παρουσίαζαν αξιοσημείωτες ομοιότητες με τα αντίστοιχα του NewDeal της κυβέρνησης Ρούσβελτ. Εμπνευσμένα από τη συγκεκριμένη αμερικάνικη πολιτική του 30’ υπήρξαν τα μέτρα όπως: τα επιδόματα για τα δημόσια έργα, τις περιφερειακές δημόσιες επενδύσεις, τον έλεγχο τομέων της οικονομίας, την κοινωνική ασφάλιση και τα επιδόματα στους άνεργους. Και σε αυτή την περίπτωση, η μεταπολεμική εφαρμογή από τα ευρωπαϊκά κράτη εμφάνισε θεαματικά μεγαλύτερη επιτυχία.
Που οφείλεται συνεπώς η αποτυχία των κυβερνήσεων του 30’ να ξεπεράσουν την κρίση και να αποσοβήσουν τον όλεθρο του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου; Θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε ένα συνδυασμό παραγόντων, πολιτικών, κοινωνικών, ιδεολογικών, ακόμα και ψυχολογικών. Ο κοινωνικός αναβρασμός της μεσοπολεμικής περιόδου, η έξαρση ενός επιθετικού εθνικισμού, η επικράτηση ολοκληρωτικών καθεστώτων πλην των χωρών με ισχυρές δημοκρατικές παραδόσεις, η έλλειψη εμπιστοσύνης και διάθεσης συνεργασίας μεταξύ των κρατών, η ανασφάλεια πλατιών κοινωνικών στρωμάτων και η ριζοσπαστικοποίηση άλλων μέσω υιοθέτησης συγκεκριμένων ιδεολογιών, η περιθωριοποίηση χωρών όπως η Ε.Σ.Σ.Δ. και η Γερμανία και η καλλιέργεια του γερμανικού ρεβανσισμού λόγω της συνθήκης των Βερσαλλιών κ.λ.π., αποτέλεσαν σίγουρα συνιστώσες που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο παρεμπόδισαν το ξεπέρασμα των προβλημάτων της μεσοπολεμικής κρίσης.
Αντίθετα, στην μεταπολεμική περίοδο, η Ευρώπη έχοντας φτάσει στο ναδίρ οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά και έχοντας βιώσει την απόλυτη καταστροφή, μοιάζει να συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο πως μόνο μέσα από τη συνεργασία θα μπορούσε να ανακάμψει. Επιπλέον, με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως αυτή της Ισπανίας, της Πορτογαλίας ή της Ελλάδας, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μοιάζουν διατεθειμένες να διασφαλίσουν την κοινωνική συνοχή, μέσω πολιτικών που περιγράψαμε και με σταθερή προσήλωση προς την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ακόμα, ο διπολισμός ακόμα κι αν σε αρκετές περιπτώσεις έδειχνε να βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί, περιορίστηκε σε περιφερειακές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις, εκτός του ευρωπαϊκού τοπίου.
     Ωστόσο, γεγονότα όπως οι κρίσεις του 70’ και η επανάκαμψη του (νέο)φιλελευθερισμού, η κατάρρευση των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων αφήνοντας σε αρκετές περιπτώσεις τα ανατολικά κράτη σε χειρότερη κατάσταση από πριν, η παγκοσμιοποίηση, οι προτεραιότητες που δείχνει να θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση προς όφελος της οικονομικής ανταγωνιστικότητας υποβαθμίζοντας τις κοινωνικές παραμέτρους, ο επαναπροσανατολισμός των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που θέτει πρωτεύοντα στόχο τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών αντί για την καταπολέμηση της ανεργίας, δημιούργησαν νέα δεδομένα για τα ευρωπαϊκά κράτη. Η οικονομία της αγοράς από τη δεκαετία του 80’ κερδίζει διαρκώς έδαφος σε βάρος της κοινωνίας, κάτι που αντανακλάται και από την εντεινόμενη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, το οποίο αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο παρά ως αρωγός στην ανάπτυξή της. Επιπρόσθετα, τα τελευταία χρόνια, προκύπτουν νέα ζητήματα όπως: η σοβαρή ανεργία, η γήρανση του ευρωπαϊκού πληθυσμού και η συνακόλουθη υπογεννητικότητα, το διαχρονικό πρόβλημα των γυναικών λόγω της διπλής καταπίεσης στην οικογένεια και την παραγωγή, αλλά και η πίεση που θέτει η προσπάθεια της γυναικείας χειραφέτησης στη σύγχρονη εποχή δημιουργώντας δίλημμα ανάμεσα στην τεκνοποίηση και την ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός ευάλωτων κοινωνικών ομάδων όπως οι μετανάστες ή οι ανύπαντρες μητέρες, το συνταξιοδοτικό πρόβλημα κ.α.
Έτσι, μέσα σ’ ένα πλαίσιο κυριαρχίας των νόμων της ελεύθερης αγοράς και απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, με παράλληλη αποδόμηση της κοινωνικής προστασίας και συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων, η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας και η εμφάνιση των απασχολήσιμων στη θέση των εργαζομένων με πλήρη και μόνιμη απασχόληση, η αύξηση του χάσματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών και η συμπίεση της μεσαίας τάξης, μοιάζουν να επιδεινώνουν την κατάσταση. Συνάμα, το ξεπέρασμα των παραπάνω δυσχερειών μοιάζει να αποτελεί την κυριότερη πρόκληση για την Ευρώπη του μέλλοντος, στο δρόμο για την επίτευξη της οικονομικής προόδου σε συνδυασμό με την κοινωνική ευημερία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  3. Ράπτης Κώστας/ Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα/ Εκδόσεις ΕΑΠ/ Πάτρα 2000
                                                                                                                                                  Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
1 Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ σ. 141/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008 Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
2 Κ. Ράπτης/ Γενική Ιστορία της Ευρώπης/ τ. Β/ σ. 222/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2000
3 Κ. Γαγανάκης, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, σελ 312, Πάτρα 1999. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
4 Ο.π./ σελ. 310
5 Ο.π./ σελ. 309
6 Ο.π./ σελ. 311
7 Εδώ θεωρούμε απαραίτητο να διασαφηνίσουμε πως το χτίσιμο του υπαρκτού σοσιαλισμού βασίστηκε στην σταλινική θεωρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα και στην ανάληψη της εξουσίας από τις ανατολικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις «από τα πάνω». Η υιοθέτηση της προηγούμενης πολιτικής αποτελούσε ουσιαστική παρέκκλιση από τον αρχικό στόχο των μπολσεβίκων, οι οποίοι θεωρούσαν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση του σοσιαλισμού στη Ρωσία την επέκτασή του στις πιο αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες με κυριότερη τη Γερμανία, μέσω εργατικών επαναστάσεων «από τα κάτω», κάτι που επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς σε αρκετές χώρες με τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου. Για το συγγραφέα της εργασίας, η επικράτηση του σταλινισμού αποτελεί τομή παρά συνέχεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, καθώς πέραν της άγριας εκμετάλλευσης και καταπίεσης που υφίσταντο η εργατική τάξη αντί της αναβάθμισης του ρόλου της με επέκταση της δημοκρατίας στην παραγωγή, συνάμα, με την υποβάθμιση του στόχου της παγκόσμιας επανάστασης τα κομμουνιστικά κόμματα του πλανήτη αλλά και της δυτικής Ευρώπης ειδικότερα, μεταλλάχθηκαν σε «μακρύ χέρι» της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής αντί για προπαγανδιστές της επανάστασης στη χώρα τους. Ωστόσο, εδώ πρέπει να κλείσει η σύντομη παρένθεση, μιας και το κατά πόσο το ανατολικό μπλοκ αφενός, εξέφραζε το πνεύμα και το γράμμα του μαρξισμού και αφετέρου, αποτελούσε συνεχιστή τη πολιτικής που χάραξαν ο Λένιν και ο Τρότσκι την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης, σηκώνει πολύ συζήτηση και είναι αντικείμενο άλλη κουβέντας.
8 Γαγανάκης / σελ. 312
9 Ο.π./ σελ. 312
10 Ο.π./ σελ. 312
11 Ο.π./ σελ. 312
12 Ο.π./ σελ. 314
13 Ο.π./ σελ. 314
14 Δρίτσα/ σελ. 238
15 Ο.π/ σελ. 237
16 Γαγανάκης/ σελ. 316
17 Ο.π/ σελ. 316
18 Δρίτσα/ σελ. 239
19 Γαγανάκης / σελ. 316, 317
20 Δρίτσα/ σελ. 238,239
21 Ο.π./ σελ. 238
22 Ο.π./ σελ 257
23 Ο.π./ σελ. 257
24 Γαγανάκης/ σελ. 319
25 Δρίτσα/ σελ. 241
26 Ο.π./ σελ 269
27 Ο.π./ σελ 239
28 Ο.π./ σελ 292
29 Ο.π./ σελ 140
30 Ο.π./ σελ 239
31 Ο.π./ σελ 230, 231

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ-ΟΙ 2 ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ: ΔΥΤΙΚΗΣ κ' ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ-ΟΙ 2 ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ: ΔΥΤΙΚΗΣ κ' ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ. ΤΑ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ, 1945-1950

Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ
Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ
   Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος επέφερε τεράστια αποδιάρθρωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών.42.000.000 άνθρωποι σκοτωθήκαν, οι μισοί απ’ αυτούς πολίτες, ενώ οι απώλειες δεν έπληξαν όλους το ίδιο.
Η προσπάθεια ανασυγκρότησης έπρεπε να αντιμετωπίσει προβλήματα όπως: οι διχασμοί & οι εθνοτικές διαφορές, μια καινοφανή διάλυση της υποδομής, την ερήμωση πόλεων & υπαίθρου και – κυρίως – δεκάδες εκατομμύρια προσφύγων που σχημάτιζαν τεράστια καραβάνια μετακίνησης, είτε για την επιστροφή στην πατρίδα τους, είτε για να αναζητήσουν αλλού ένα καλύτερο και ασφαλέστερο μέρος. 
Η ενδο-ευρωπαϊκή εβραϊκή μετανάστευση ανακόπηκε το 1948, με τη δημιουργία του κράτος του Ισραήλ, το οποίο δέχτηκε πλέον τα κύματα των Εβραίων προσφύγων της Ευρώπης. 
Αντίθετα, ιδιαίτερα δυσχερής ήταν η θέση των γερμανικών μειονοτήτων της κεντρικής & ανατολικής Ευρώπης, καθώς διώχνονταν από τις χώρες της περιοχής όπως: η Τσεχοσλοβακία, η Ρουμανία, η Πολωνία, η Γιουγκοσλαβία και η Ουγγαρία.
Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια σημειώθηκαν μαζικά περιστατικά αντεκδικήσεων ενάντια στους δωσίλογους σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία, το Βέλγιο, δημιουργώντας κράτος τρόμου στις τοπικές κοινωνίες. Η οργανωμένη εθνική αντίσταση προσπάθησε να ελέγξει την κατάσταση σε χώρες όπως: η Γαλλία, η Ιταλία, η Ελλάδα, με τη συγκρότηση στρατοδικείων & τη δημιουργία φυλακών.
ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΣΩΡΤΣΙΛ-ΣΤΑΛΙΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΣΩΡΤΣΙΛ-ΣΤΑΛΙΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Στις Ευρωπαϊκές χώρες που σύμφωνα με τη Συμφωνία της Γιάλτας τέθηκαν εκτός σοβιετικής επιρροής, ο  κίνδυνος κοινωνικής εκτροπής & ο κομμουνιστικός κίνδυνος οδήγησε σε κυβερνήσεις συνασπισμού μεταξύ συντηρητικών & χριστιανοδημοκρατών. Το γεγονός είχε σαν αποτέλεσμα να υιοθετηθούν πολιτικές ήπιας τιμωρίας των συνεργατών των ναζί, άμβλυνσης των αντιπαραθέσεων και σημειώθηκαν ελάχιστες εκτελέσεις. Μάλιστα, από τις αρχές το 50’, η επίσημη πολιτική προώθησε τη λογική της συγχώρεσης & της αμνηστίας, με αποτέλεσμα την ουσιαστική παύση των διώξεων.
Βέβαια, στα αρνητικά αυτής της «ομαλής συνέχειας», υπήρξε το γεγονός πως μεγάλο μέρος της κρατικής διοίκησης, ιδιαίτερα των αστυνομικών σωμάτων παρέμεινε αλώβητο.
ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1944-89

Το διάστημα 1944-89, χωρίζεται σε 2 περιόδους και από πλευράς οικονομικών ιδεών και από άποψη οικονομικών πολιτικών & αντιλήψεων.:
1. Η 1η μέχρι τις αρχές του 70’, αποτέλεσε τη «χρυσή εποχή» της οικονομικής ανάπτυξης και της επικράτησης του «Κεϋνσιανισμού». Από 1973-78 το μοντέλο φτάνει στα όριά του και ανακάμπτει ο Νεοφιλελευθερισμός.

Απώλεια της οικονομικής πρωτοκαθεδρίας της Ευρώπης, λόγω εξάντλησης φυσικών κεφαλαίων & πρώτων υλών και καταστροφής εγκαταστάσεων. Συνάμα, λαμβάνει χώρα η πολιτική διαίρεση σε Ανατολή & Δύση.
Οι χώρες που έλαβαν την οικονομική ενίσχυση του σχεδίου Μάρσαλ σημειώνονται με κόκκινες στήλες που υποδεικνύουν αναλογικά και το ποσό της οικονομικής ενίσχυσης ανά έθνος
Οι χώρες που έλαβαν την οικονομική ενίσχυση του σχεδίου Μάρσαλ σημειώνονται με κόκκινες στήλες που υποδεικνύουν αναλογικά και το ποσό της οικονομικής ενίσχυσης ανά έθνος
   Ποσό του σχεδίου Μάρσαλ, αποκατάστησε υποδομές και έθεσε τα θεμέλια της ανάπτυξης.
Βάσει της θεωρίας του Κέυνς, η ευημερία των πολιτών ήταν καθήκον του κράτους. Εκτεταμένες εθνικοποιήσεις & κρατικές επενδύσεις, στη βάση της περιφερειακής και ισόρροπης ανάπτυξης. Αναδόμηση συστημάτων υγείας & πρόνοιας.
Αντάλλαγμα της γενναιοδωρίας των Η.Π.Α., υπήρξε η αναγνώριση της πρωτοκαθεδρίας τους.
Το 1944 με τη συνθήκη Bretton – Woods, το δολάριο γίνεται το μόνο νόμισμα μετατρέψιμο σε χρυσό. Ορίστηκαν σταθερές ισοτιμίες όλων των νομισμάτων του κόσμου.
Ίδρυση της Παγκόσμιας Τράπεζας & Δ.Ν.Τ. για δανεισμό κυβερνήσεων και αναπτυξιακών έργων.
GATT (γενική συμφωνία περί δασμών & εμπορίου).: Δέσμευση χωρών για συζήτηση θεμάτων εμπορίου και αμοιβαίες μειώσεις δασμών, ώστε να συζήτιουνται τα προβλήματα και να μη προβαίνουν οι χώρες σε μεμονωμένες ενέργειες.

1950-75 (Χρυσή Εποχή):
1. Θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας και συνδιαλλαγής.
Αποαποικιοποίηση χωρίς ανταγωνισμούς & συγκρούσεις.
2. Εξορθολογισμός οικονομικών πολιτικών και πρωτοφανής για τα διεθνή οικονομικά χρονικά, 25ετής συνεχής οικονομική μεγέθυνση. Έλεγχος πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα. Οι κυβερνήσεις απόκτησαν μέσα επίτευξης μεγαλύτερης κοινωνικής συνοχής.
3. Συνεχής τεχνολογική πρόοδος, σε συνδυασμό με το πετρέλαιο και τα παράγωγά του να κυριαρχούν ως κινητήρια δύναμη στη βιομηχανία. Αμυντικές βιομηχανίες, φυτώρια ανακαλύψεων & καινοτομιών. Παραγωγικότητα συντελεστών παραγωγής: γης, κεφαλαίου, εργασίας βελτιώνονταν και οι καρποί της οικονομικής ευημερίας διαχέονταν σ’ ολόκληρη την κοινωνία .
Μυστικό «χρυσής εποχής»: ο συνδυασμός ενός σταθερού πλαισίου εξωτερικών οικονομικών συναλλαγών & δυνατότητας κρατικής παρέμβασης στην οικονομία.
Bretton – Woods: εξασφάλισε νομισματική σταθερότητα και περιόρισε την κερδοσκοπία –κατά Κέυνς- ενώ απόφευγε την απομόνωση, στηρίζοντας το διεθνές εμπόριο. Παρείχε νομισματική προστασία στις οικονομίες, βοηθώντας τις εθνικές κυβερνήσεις να ακολουθήσουν ενεργές πολιτικές οικονομικής ανάπτυξης                    
Το ξενοδοχείο The Mount Washington Hotel, στο Μπρεττον Γουντς στο οποίο έγινε η ομώνυμη διάσκεψη
Το ξενοδοχείο The Mount Washington Hotel, στο Μπρεττον Γουντς στο οποίο έγινε η ομώνυμη διάσκεψη
Το σύστημα έφτασε στα όριά του, λόγω των 2 πετρελαϊκών κρίσεων 1973,1978, όπου το καρτέλ των πετρελαιοπαραγωγών χωρών διπλασίασε 2 φορές την τιμή του πετρελαίου. Αποτέλεσμα ήταν η παγκόσμια άνοδος των τιμών και η συνακόλουθη στασιμότητα στην παραγωγή. Η κατάσταση που δημιουργήθηκε ονομάστηκε «στασιμοπληθωρισμός» και συνέβη σε συνθήκες κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών, καθώς από το 1971 οι Η.Π.Α. ανέστειλαν τη συνθήκη Bretton – Woods. Οι ρυθμοί ανάπτυξης έπεσαν και η κυριαρχία του Κεϋνσιανισμού έλαβε τέλος.

1977-89: Η οικονομική δραστηριότητα παρεμποδίστηκε, λόγω στασιμοπληθωρισμού & εισαγωγής νέων τεχνολογιών που επέφεραν ανεργία. Επίσης, κυριαρχεί έλλειψη συντονισμού και συνακόλουθη ανασφάλεια στο εμπόριο παγκοσμίως.. Οι κυβερνήσεις των μεγαλύτερων χωρών της Δύσης, εστίασαν στην καταπολέμηση του πληθωρισμού, αφήνοντας την ανεργία να λυθεί από τις δυνάμεις της αγοράς.
Συνολικά οι ρυθμοί ανάπτυξης μειώθηκαν, όμως ακόμα κι έτσι αποτελούσαν επιτυχία, συγκριτικά με παλαιότερες εποχές της ευρωπαϊκής οικονομικής ιστορίας. Η ανεργία παρέμεινε το σημαντικότερο πρόβλημα και προφανώς δεν μπορεί να λυθεί με απαγόρευση των μεταναστευτικών κυμάτων, που πάντα χαρακτήριζαν την ευρωπαϊκή οικονομική ανάπτυξη.

 ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ & ΚΡΑΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
Το βασικότερο ίσως χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης, ήταν η δημιουργία του Κράτους Πρόνοιας, όχι απλά ως κοινωνική αρωγή των αδυνάτων, αλλά ως κατεξοχήν «οικονομικός» θεσμός από πλευράς αποτελεσμάτων για την άνοδο της παραγωγικότητας & την ανάπτυξη.
Ο θεσμός του Κράτους πρόνοιας, αποτέλεσε ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» μεταξύ των κοινωνικών τάξεων με διαμεσολαβητή & εγγυητή το κράτος. Διατέλεσε το ρόλο βασικής ρυθμιστικής αρχής της λειτουργίας της οικονομίας στο βαθμό που μετρίαζε τις εργατικές διεκδικήσεις – συνεπώς εξασφάλιζε τα επιχειρηματικά κέρδη – με αντάλλαγμα ένα ευρύ δίκτυο κοινωνικής προστασίας & αρωγής στους κλάδους : της υγείας, της παιδείας, των συνθηκών διαβίωσης, προστασίας των συνταξιούχων.
Ωστόσο, οι νέες αντιλήψεις μετά τη δεκαετία του 70’ (ύφεση & 2 πετρελαϊκές κρίσεις) άρχισαν σταδιακά να θέτουν ερωτήματα σχετικά με το ρόλο και την αποτελεσματικότητα του Κράτους Πρόνοιας, λόγω της νεοφιλελεύθερης οικονομικής στροφής και των νέων αντιλήψεων περί «ανταγωνιστικότητας» & «αποτελεσματικότητας». Ειδικότερα για την Ευρώπη, οι συζητήσεις αυτές συνδέθηκαν και με τον μακροπρόθεσμο στρατηγικό στόχο, που είχε τεθεί ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 60’, της ευρωπαϊκής ενοποίησης και των απαιτήσεων της.
Η σημαντική πολιτικοοικονομική εξέλιξη που επηρέασε την μεταπολεμική οικονομική ιστορία της Ευρώπης, ήταν η 
ΟΙ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ Benelux, ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΤΗΣ Ε.Ο.Κ
ΟΙ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ Benelux, ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΤΗΣ Ε.Ο.Κ
δημιουργία της Ε.Ο.Κ. το 1958. Πρόδρομος της τελευταίας ήταν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα & Χάλυβα (ΕΚΑΧ) το 1951, με βάση την ιδέα ότι η στενή οικονομική & πολιτική συνεργασία θα επέτρεπε το συντονισμό της οικονομικής πολιτικής σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και την άμβλυνση των εθνικών οικονομικών ανταγωνισμών που είχαν επιφέρει βαρύ τίμημα στο παρελθόν. Η ΕΟΚ ξεκίνησε με 6 μέλη και με διαδοχικές διευρύνσεις έφτασε σήμερα τα 27. Ξεκίνησε ως τελωνειακή ένωση και εξελίχθηκε σε μια ενιαία αγορά σχεδόν πλήρους ελεύθερης διακίνησης των οικονομικών συντελεστών παραγωγής και με ενιαίο νόμισμα για τις 15 απ’ αυτές.

Αρχικά και μέχρι τον μετασχηματισμό της ΕΟΚ σε Ευρωπαϊκή Ένωση το 1985, κύρια πολιτική της κοινότητας από το 1962, αποτελούσε η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), στηριγμένη σε 2 σκέλη:
1. Ενίσχυση των αγροτών, μέσω στήριξης του εισοδήματός τους με τον καθορισμό των ελάχιστων τιμών ασφαλείας για τα αγροτικά προϊόντα.
2. Δημιουργία Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού & Εγγυήσεων (FEOGA), με στόχο την παραγωγή καλλιεργειών από τους αγρότες βάσει του κεντρικού σχεδιασμού της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών.
Η ΚΑΠ απορροφούσε ως τα μέσα του 80’, το 80% των κοινοτικών πόρων. Η πολιτική μπορεί να χαρακτηριστεί πετυχημένη στο μέτρο που εξασφάλισε την Ευρωπαϊκή αυτάρκεια σ’ όλα σχεδόν τα αγροτικά προϊόντα και στήριξε το αγροτικό εισόδημα, ώστε να αποτελεί σταθερή αύξουσα συνιστώσα της συνολικής καταναλωτικής ζήτησης. Ωστόσο, μειονέκτημά της αποτέλεσε η κακή κατανομή των πόρων, σε υπερβολικά πλεονάσματα αγροτικών προϊόντων, γεγονός που λειτούργησε σε βάρος των προϊόντων του Τρίτου Κόσμου και στα δίκαια παράπονά τους, τη στιγμή μάλιστα που η ΕΟΚ προσπαθούσε να τις πείσει να φιλελευθεροποιήσουν το εξωτερικό τους εμπόριο.

Η σταδιακή διεύρυνση της Κοινότητας με νέα κράτη μέλη οδήγησε τις Βρυξέλες στην υιοθέτηση και άλλων πολιτικών, όπως: η βιομηχανιή, η περιφερειακή, η κοινωνική, γεγονός που επέφερε την υποχώρηση της αποκλειστικότητας της ΚΑΠ. Ειδικά, χάρη στα οράματα για Ευρωπαϊκή Οικονομική & Νομισματική Ενοποίηση, πολιτική προτεραιότητα αποτέλεσε η σύγκλιση & η συνοχή των οικονομιών της.. Ήδη από το 1975 ιδρύθηκε το Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και από το 1979 τέθηκε σε εφαρμογή το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα. Παρά τις κρίσεις που γνώρισε το συγκεκριμένο σύστημα, λόγω της συσσωρεμένης εμπειρίας, έγινε εφικτή η ολοένα και πιο αποτελεσματική διαχείριση οικονομικών & νομισματικών φαινομένων.

ΑΡΧΙΚΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ
ΑΡΧΙΚΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ
  Το 1992, ολοκληρώθηκε το σχέδιο της Ενιαίας Αγοράς με στόχο την άρση φανερών ή αφανών εμποδίων στην ελεύθερη διακίνηση ευρωπαϊκών προϊόντων & κεφαλαίων, ενώ στη συνθήκη του Μάαστριχ ορίστηκαν τα κριτήρια συμμόρφωσης της οικονομικής πολιτικής των χωρών μελών της Ε.Ε. Τα κριτήρια δεν αφορούν αναπτυξιακούς ή κοινωνικούς στόχους, αλλά μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας & νομισματικής σταθερότητας. Έτσι το έλλειμμα του προϋπολογισμού των χωρών μελών δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ και το Δημόσιο Χρέος το 60% του ΑΕΠ. Ο πληθωρισμός οφείλει να είναι χαμηλότερος του μέσου όρου των 3 χαμηλότερων επιδόσεων των χώρων μελών της ΕΕ προσαυξημένου κατά μιάμιση μονάδα,. Το ίδιο ισχύει και για τα επιτόκια των μακροχρόνιων κρατικών ομολόγων. Αν και υπήρχαν διορθωτικές ερμηνείες των παραπάνω στοιχείων στην πορεία εισαγωγής του Ευρώ, γεγονός παραμένει ότι η οικονομική πολιτική στην ΕΕ στηρίζεται σ’ αυτές τις αρχές.
Η ΕΕ, από οικονομική άποψη πέτυχε να δημιουργήσει μια τεράστια αγορά καταναλωτών υψηλού εισοδήματος που επέφερε κερδοφορία για τις επιχειρήσεις & ανάπτυξη καινοτομιών και επιχειρηματικότητας.
Επιπλέον, η υψηλή κοινωνική προστασία των Ευρωπαίων εργαζομένων συντελέστηκε κατά την περίοδο οικοδόμησης του Κράτους Πρόνοιας στη μεταπολεμική Ευρώπη. 
Η δέσμευση των Ευρωπαίων ηγετών στην απόφαση της Λισαβόνας σχετικά με την προαγωγή του ανταγωνισμού στην Ευρώπη προκειμένου να παραμείνει ανταγωνιστική η ήπειρος απέναντι στις Η.Π.Α., την Κίνα και άλλες χώρες & περιοχές του κόσμου, οδήγησε σε αποδόμηση της κοινωνικής προστασίας, παρά την αντίσταση των συνδικάτων & των εργατικών κομμάτων. Απ’ αυτήν την άποψη, είναι βέβαιο πως στο μέλλον θα υπάρξουν εξελίξεις οι οποίες θα μετασχηματίσουν την ΕΕ προς αλλαγές που θα προάγουν οι κοινωνικές πλειοψηφίες του μέλλοντος. ΧΑ

ΟΙ 2 ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, 1950-1980
 ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ & ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ ΣΤΟΝ «ΥΠΑΡΚΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ»
Η κατάσταση της Σοβιετικής Ένωσης κατά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, περιγράφεται ζοφερή: Τεράστιες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, καταστροφές στην παραγωγική υποδομή, σοβαρές αλλαγές στην σοβιετική οικονομική οργάνωση. Μεγάλο μέρος της βιομηχανίας της χώρας είχε μετακινηθεί ανατολικά, στη Σιβηρία και τη Σοβιετική Κεντρική Ασία. Οι συνθήκες εργασίας των εργατών ήταν πολύ σκληρές και το δικαίωμα μετακίνησης σε άλλες περιοχές είχε ουσιαστικά απαγορευτεί. Η παροχή τροφίμων παρέμενε δυσχερής, επιδεινωμένη από δύο χρονιές ξηρασίας. Η σοβιετική γεωργία εξακολουθούσε να υποφέρει λόγω του καταστροφικού αντίκτυπου των μεγάλων κυμάτων κολεκτιβοποίησης της δεκαετίας του 30’.
Η άμεση μεταπολεμική περίοδος χαρακτηρίστηκε από γιγάντια προσπάθεια ανοικοδόμησης της οικονομίας, με έμφαση στη βαριά βιομηχανία. Έτσι, στα τέλη του 1945 η παραγωγή γαιάνθρακα πλησίασε το 90% της προπολεμικής παραγωγής, του πετρελαίου το 62% και του χάλυβα το 67%. Στις αρχές της δεκαετίας του 50’ η σοβιετική βιομηχανία είχε ξεπεράσει κατά 40% τα προπολεμικά επίπεδα παραγωγής.
Η σοβιετική ανάκαμψη ενισχύθηκε σημαντικά, εξαιτίας της μαζικής εισαγωγής αγαθών & πρώτων υλών σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές από τη σοβιετική ζώνη επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά και από τις πολεμικές επανορθώσεις. Όμως παρά τα εντυπωσιακά επιτεύγματά της παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα σχεδιασμού

Στον αγροτικό τομέα, έγιναν έντονες παρεμβάσεις. Οι αγροτικές κολεκτίβες, για διαχειριστικούς λόγους, μειώθηκαν σταδιακά από 250.000 το 1947 σε 92.000 το 1952. Πέρα, όμως από τις κολεκτίβες που εκμεταλλεύονταν εύφορα εδάφη ή παρήγαγαν στρατηγικής σημασίας προϊόντα, η μεγάλη πλειοψηφία των αγροτικών κολεκτιβιστικών συνεταιρισμών αντιμετώπιζε μια δεινή πραγματικότητα. Το χαμηλό βιοτικό επίπεδο των Ρώσων αγροτών ευνοούσε το ρεύμα μετανάστευσης προς τις πόλεις. Έτσι, τη δεκαετία του 50’ το συνολικό εργατικό δυναμικό της σοβιετικής γεωργίας ήταν κατά 10% μικρότερο του προπολεμικού. 
Εξάλλου, ο διπλασιασμός των κομματικών μελών συγκριτικά με τις παραμονές του πολέμου, που αντανακλούσε τις προσδοκίες για καλύτερες μέρες για τη χώρα, η μαζικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης που συνέβαλε στη διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων, η μεταπολεμική αύξηση του εθνικού πλούτου αποτέλεσαν τελικά παράγοντες απογοήτευσης, καθώς το βιοτικό επίπεδο της μέσης οικογένειας δε συμβάδιζε με την παραπάνω πρόοδο κι επιπλέον οι νέες ηθικές & διανοητικές αναζητήσεις δε συμβιβάζονταν με την αποστέωση του σταλινισμού.
Ωστόσο, η Σοβιετική Ένωση επιτάχυνε και θεσμοποίησε την κοινωνική επανάσταση στη ζώνη επιρροής της. Οι ανατολικές χώρες χρησιμοποιήθηκαν ως «προγεφύρωμα» απέναντι στην καπιταλιστική Δύση, συνάμα επιχειρήθηκε ο ριζικός κοινωνικός μετασχηματισμός τους προς κομμουνιστική κατεύθυνση.
Η συγκεκριμένη ιδεολογία αφορούσε το σύνολο του πληθυσμού και δεν στηρίζονταν σε αρχές αποκλεισμού. Η σοβιετική δύναμη βασίστηκε στις φιλικές και ιδεολογικά συγγενείς πολιτικές κυβερνήσεις των ανατολικών χωρών. Επέβαλε & προώθησε ραγδαία εκβιομηχάνιση που κυριολεκτικά μεταμόρφωσε το ανατολικοευρωπαϊκό αγροτικό τοπίο σε έντονα εκβιομηχανισμένη αστική κοινωνία. Αυτό το γεγονός, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη των κοινωνιών, καθώς και στην ιστορική πορεία του ανατολικοευρωπαϊκού κομμουνισμού. 
ΟΙ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΑΝ ΣΤΗΝ KOMEKON
ΟΙ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΑΝ ΣΤΗΝ KOMEKON
 Αρχικά, η εκστρατεία ανασυγκρότησης κέρδισε την εκτίμηση πλατιών κομματιών. Όμως, η ίδρυση της Cominform το Σεπτέμβριο του 1947 σε συνδυασμό με τη σκλήρυνση του δυτικού αντικομουνισμού, επέδρασε στη μετάλλαξη της πολιτικής προώθησης εθνικών συμμαχιών – και αντίστοιχων δρόμων προς το σοσιαλισμό – προς την υιοθέτηση μιας νέας καταναγκαστικής ομοιομορφίας και παράλληλα στην επίδειξη επιθετικής στάσης απέναντι στις «αστικές δυνάμεις» της κάθε ανατολικοευρωπαϊκής χώρας. Η αποβολή της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο από την Cominform συνοδεύτηκε από εκτεταμένες δικαστικές διώξεις των «απείθαρχων» κομμουνιστών και μετατράπηκε σε κυνήγι μαγισσών που ταυτίστηκε με την εποχή του σταλινισμού. 

Πρότυπο για την ανάπτυξη των ανατολικοευρωπαϊκών οικονομιών αποτέλεσε η ραγδαία σοβιετική εκβιομηχάνιση της δεκαετίας του 30’. Σε κάθε ανατολική χώρα προωθήθηκε με κάθε τρόπο βιομηχανική επανάσταση, βασισμένη στη συμπίεση του αγροτικού τομέα & στη συρρίκνωση της κατανάλωσης. 
Η ελλειμματική εκβιομηχάνιση των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, ενίσχυσε την αντίληψη της εκβιομηχάνισης υπό κρατικό έλεγχο. Ιδιαίτερα, μετά την μεσοπολεμική εμπειρία και τα αδιέξοδα του οικονομικού φιλελευθερισμού, σ’ ολόκληρη την Ευρώπη είχε υιοθετηθεί μια αντίληψη περί «κεντρικού σχεδιασμού», στα σοβιετικά πρότυπα, με την υπαγωγή της βαριάς βιομηχανίας και του τραπεζικού τομέα, υπό άμεσο κρατικό έλεγχο, τη διεύρυνση του κράτους πρόνοιας κ.λ.π.
Ειδικά για την περίοδο 1944-47, το ζήτημα δεν ήταν αν ο κεντρικός σχεδιασμός ήταν θεμιτός, αλλά ποια εκδοχή του θα υλοποιούνταν, η σοσιαλδημοκρατική ή η κομμουνιστική.

Μεταξύ 1948-51, όλες οι χώρες του σοβιετικού μπλοκ θέσπισαν 5ετή ή 6ετή αναπτυξιακά προγράμματα ραγδαίας εκβιομηχάνισης και μαζικοποίησης της παραγωγής. Θέτοντας φιλόδοξους στόχους, η επίτευξη των οποίων θα στηρίζονταν στη συμπίεση των εργατικών μεροκάματων, ώστε το πλεόνασμα να επανεπενδυθεί στη βιομηχανική ανάπτυξη.
Τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας τις δεκαετίες 50 & 60’ – και παρά την απόρριψη της οικονομικής βοήθειας του σχεδίου Marshall – ήταν εντυπωσιακά. Σ’ όλη τη συγκεκριμένη διάρκεια, η Ανατολική Ευρώπη έφτανε ή ξεπερνούσε τη Δυτική σε ρυθμούς ανάπτυξης εργατικού δυναμικού & παραγωγής.
Ωστόσο, ο μετασχηματισμός της ανατολικοευρωπαϊκής παραγωγικής δομής κυοφορούσε ο ίδιος τα προβλήματα που θα εμφανίζονταν στο μέλλον: Η βιομηχανία έντασης εργασίας δεν επέτρεψε την τεχνολογική ανάπτυξη σε υψηλά επίπεδα, ενώ οδήγησε σε υπερτροφία ξεπερασμένους βιομηχανικούς κλάδους, κάτι που θα είχε αντανάκλαση στο μέλλον εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων.
Επίσης, η στασιμότητα των εισοδημάτων & η αστυνόμευση των εργατών για την «ενθάρρυνση» της υψηλής παραγωγικότητας, επέφερε ρήγματα στις σχέσεις της εργατικής τάξης με τα ανατολικοευρωπαϊκά καθεστώτα.
Σε άλλο επίπεδο, η γεωργία καταδικάστηκε σε ρόλο εξαρτήματος τροφοδότη του βιομηχανικού αστικού τομέα.. Η μαζική αντίδραση των αγροτών αντιμετωπίστηκε με άγρια καταστολή.
Όμως, το συστηματικό σαμποτάρισμα της παραγωγής και των παραγωγικών πλάνων και οι αγροτικές εξεγέρσεις, οδήγησαν σε έλλειψη τροφίμων, γεγονός που ανάγκασε τις κομματικές ηγεσίες να χαλαρώσουν τα μέτρα κολεκτιβοποίησης από τις αρχές της δεκαετίας του 50’, περιόδου που συνοδεύτηκε και από τις διαδικασίες αποσταλινοποίησης των σοσιαλιστικών κοινωνιών της ανατολικής Ευρώπης. 
Το 19ο Συνέδριο του Κ.Κ.Σ.Ε. το 1952 δεν κατάφερε να προωθήσει μεταρρυθμίσεις που θα έβγαζαν από τα
ΟΙ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΑΝ ΣΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΤΗΣ ΒΑΡΣΟΒΙΑΣ
ΟΙ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΑΝ ΣΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΤΗΣ ΒΑΡΣΟΒΙΑΣ
αδιέξοδα τις σοβιετικές κοινωνίες & οικονομίες. Η έμφαση δόθηκε πάλι στη βαριά βιομηχανία, ενώ η παραγωγικότητα υπερτερούσε της ποιότητας αλλά και των κοινωνικών αναγκών.

Τον θάνατο του Στάλιν το 1953, ακολούθησε μια περίοδος ρευστότητας, με τη νέα ηγεσία να χαρακτηρίζεται από παλινδρομήσεις & αντιφάσεις. Οι διώξεις σταμάτησαν, προωθήθηκε μια επιλεκτική αποσταλινοποίηση, ενώ η ηγεσία δεν κατάφερε να κινηθεί συντονισμένα. Η όποια προοπτική της μεταρρύθμισης ανακόπηκε από την κομματική εσωστρέφεια, της περιόδου της ηγεσίας του Κρούτσεφ. 


Συμπερασματικά μπορούμε να δούμε πως στα τέλη της δεκαετίας του 40’ ένα 36% της εργατικής δύναμης ζούσε στις νέες πόλεις, ενώ τη δεκαετία του 60’ το ποσοστό είχε ανέλθει στο 50%, παρότι υπήρχε οξύ στεγαστικό πρόβλημα. 
Σε 2 δεκαετίες επήλθαν επαναστατικές αλλαγές στις ανατολικές κοινωνίες.:
• Η καθιέρωση Εθνικών Συστημάτων Υγείας, μείωσαν την παιδική θνησιμότητα & αύξησαν το μέσο όρο ζωής.
• Οι οικογενειακές παροχές & τα νέα δικαιώματα που δόθηκαν (παιδικοί σταθμοί, απελευθέρωση των αμβλώσεων) στόχευαν στην αποδέσμευση των γυναικών από τις οικογενειακές υποχρεώσεις, ώστε τα πολύτιμα γυναικεία εργατικά χέρια να τεθούν στην υπηρεσία της σοσιαλιστικής ανάπτυξης.
• Στην εκπαίδευση, η παιδεία εκδημοκρατίστηκε, επιτρέποντας τη μαζική είσοδο πλατιών κοινωνικών στρωμάτων.
• Η κοινωνική κινητικότητα από τις γραμμές της εργατικής τάξης στα μεσαία διαχειριστικά στελέχη και τα ελεύθερα επαγγέλματα ενθαρρύνθηκε, εφόσον η διαφορά στις απολαβές μεταξύ χειρονακτικών & μη επαγγελμάτων μειώθηκε, βάσει της πολιτικής, κοινωνικής & οικονομικής εξίσωσης.
• Η ισοκατανομή του εθνικού εισοδήματος εξαφάνισε την επαιτεία από τις ανατολικοευρωπαϊκές πόλεις
Βέβαια, η βιομηχανική ανάπτυξη είχε μεγάλο κοινωνικό & οικονομικό κόστος:
• Η ύπαρξη ελλείψεων σε πολλούς τομείς των εθνικών οικονομιών υπονόμευαν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και εγκυμονούσαν κινδύνους για την οικονομική ανάπτυξη.
• Η εμφανής από τη δεκαετία του 60’ βελτίωση των στοιχειωδών συνθηκών ζωής, δεν κατάφερε να περιορίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, λόγω της σπανιότητας ή ακόμα και έλλειψης βασικών καταναλωτικών αγαθών. Η ανεπάρκειες της αγοράς υπονόμευαν το κύρος των κυβερνώντων κομμουνιστικών κομμάτων, είτε γιατί συνδέονταν με κυκλώματα πρόσβασης στα πολύτιμα καταναλωτικά αγαθών, είτε γιατί θεωρούνταν πως είχαν αποτύχει να ανυψώσουν το βιοτικό επίπεδο του λαού. Το κλίμα επιδεινώνονταν κι από την οικονομική αποστράγγιση των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών από τη Σοβιετική Ένωση
• Από τη δεκαετία του 1960 οι καπιταλιστικές κοινωνίες είχαν κερδίσει εμφανώς τη «μάχη της κατανάλωσης»
ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΑΣ-ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΝ ΜΕ ΠΛΗΡΩΜΑ ΤΕΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ
ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΑΣ-ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΝ ΜΕ ΠΛΗΡΩΜΑ ΤΕΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ
 Η απαρχή της αποσταλινοποίησης στην ΕΣΣΔ ενέπνευσε πολλές ανατολικές χώρες στην χάραξη «νέας πορείας». Σε Ουγγαρία, Ανατολική Γερμανία, Τσεχοσλοβακία, Πολωνία & Ρουμανία, έγιναν προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις αλλού τολμηρότερες κι αλλού διστακτικότερες. Όμως, ο συγκεντρωτισμός και η πολιτική ομογενοποίηση των ηγεσιών δε θα επιτρέψει παρεκκλίσεις. Η Άνοιξη της Πράγας το 1968 
και η καταστολή της από τις δυνάμεις του συμφώνου της Βαρσοβίας, συμβολίζει από τη μία, τη διάθεση των ανατολικοευρωπαϊκών κοινωνιών για αυτοδύναμη ανάπτυξη, μακριά από τον ασφυκτικό σοβιετικό έλεγχο, κι από την άλλη, την αρτηριοσκληρωτική αντίληψη των πολιτικών εξουσιών που αντιλαμβάνονταν ως μέγα κίνδυνο ακόμα και την παραμικρή παρέκκλιση από το πολιτικό κέντρο. 

 ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ & ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΥΣΗ
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 στις Δυτικές κοινωνίες, επικρατούσε ακόμα ανασφάλεια & οικονομική αβεβαιότητα σχετικά με το αν η ανάκαμψη μπορούσε να αντιμετωπίσει οριστικά τον κίνδυνο μιας ενδεχόμενης ύφεσης, όπως αυτή που βύθισε την Ευρώπη στο χάος προπολεμικά.
Ωστόσο, με εξαίρεση τις δικτατορίες της Ιβηρικής & την Ιρλανδία, οι ρυθμοί ανάπτυξης όλων των υπόλοιπων δυτικοευρωπαϊκών χωρών ήταν καλύτεροι από κάθε άλλη εποχή του παρελθόντος.
Μεταξύ 1950-60 η ανεργία κυμαίνονταν στο 3%, ενώ στην επόμενη δεκαετία 1960-70, είχε συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο στο 1,5%.
Η νέα σχεδιασμένη καπιταλιστική οικονομία του Κέυνς είχε θεμελιώδη προϋπόθεση την πλήρη απασχόληση. 
Η ανάπτυξη στηρίχτηκε στη μεγάλη διαθεσιμότητα του εργατικού δυναμικού, στα επαρκή κεφαλαιικά αποθέματα,, στην κρατική παρέμβαση με έλεγχο των τραπεζών & των επενδύσεων, στην επιβολή εξοικονόμησης πόρων και στη συμπίεση της κατανάλωσης προς όφελος της οικονομικής ανάπτυξης.
Ουσιαστική ενίσχυση της μεταπολεμικής ανάκαμψης οφείλονταν στους πόρους του σχεδίου Marshall.Οι Η.Π.Α. προέτρεπαν για υψηλή παραγωγικότητα & μαζική κατανάλωση σαν αντίδοτο στον κομουνιστικό κίνδυνο.
Οι αμερικάνικες παροτρύνσεις & οι επενδύσεις αναζωογόνησαν τις εμπορικές συναλλαγές, οι οποίες αποτέλεσαν το θεμέλιο της οικονομικής άνθησης του 1950.
Άλλωστε με αμερικάνικη παρότρυνση συστάθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα & Χάλυβα (ΕΚΑΧ), που οδήγησε στην «εμπορική επανάσταση» της 2ης μεταπολεμικής δεκαετίας.
Η 1/1/1959 σηματοδοτεί την επίσημη έναρξη της λειτουργίας της Κοινής Αγοράς και τηνεμφάνιση της ΕΟΚ ως απαρχή του εγχειρήματος οικονομικής & πολιτικής ομογενοποίησης της καπιταλιστικής Ευρώπης.

Με εξαίρεση την Ιταλία & την Γερμανία, οι δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν αποστασιοποιηθεί από το οικονομικό δόγμα του Μεσοπολέμου. Στην πράξη είχαν αποδεχτεί τον κρατισμό δίνοντας έμφαση στην πλήρη απασχόληση & στην ανάπτυξη, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους στην κοινωνία από τους άλλους δείκτες της οικονομίας
Για την επίτευξη της οικονομικής ανάπτυξης & της κοινωνικής ευημερίας, οι δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις, έδειχναν διατεθειμένες να ανεχτούν –ακόμα και μια απαράδεκτη για την οικονομική σκέψη του 30’ – σχετική αύξηση του πληθωρισμού.
Εξίσου σημαντικό χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής περιόδου αποτελεί η παράλληλη ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα & η συμβίωσή του, χωρίς προβλήματα, με τον δημόσιο, με απώτερο στόχο την «ανάπτυξη». Η βαθμιαία απομάκρυνση από τον άκρατο κρατισμό σε συνδυασμό με την ελεύθερη ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, δημιούργησαν τη «μεικτή οικονομία». Ο ιδιωτικός τομέας, επωφελήθηκε κι από τις κυβερνητικές αναπτυξιακές πολιτικές, σημειώνοντας ρυθμούς ανάπτυξης τέτοιους που αποτέλεσαν βάση της «οικονομικής έκρηξης» του 1950.
Επιπλέον, παράγοντας επιτάχυνσης της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης αποτέλεσε η τεχνολογική επανάσταση.
Οι τεχνολογίες έντασης κεφαλαίου με διαρκείς & μεγάλες επενδύσεις, ενίσχυσαν την ανάπτυξη & δημιούργησαν ένα τεράστιο καταναλωτικό κοινό.
kef3_europe1957 Οι εντυπωσιακές επιδόσεις των δυτικών χωρών δημιούργησαν οικονομίες μαζικής κατανάλωσης, πλήρους απασχόλησης, διαρκούς αύξησης του εισοδήματος των εργαζομένων.
Στη δεκαετία του 60’ οι δαπάνες για την κοινωνική πρόνοια, απορροφούσαν το μεγαλύτερο μέρος των συνολικών δημόσιων δαπανών.
Μέχρι τα τέλη του 70’ τα προηγμένα καπιταλιστικά κράτη είχαν εξελιχθεί σε κράτη πρόνοιας.     
Από τα τέλη της δεκαετίας του 60’ εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της επερχόμενης κρίσης.:
• Κάμψη της αύξησης της παραγωγής.
• Οι πιέσεις που ασκούσαν οι αυξήσεις σε μισθούς & τιμές.
• Το 1971 καταρρέει το σύστημα Bretton Woods
• Πετρελαϊκή κρίση, λόγω αύξησης της τιμής του βαρελιού πετρελαίου από τον ΟΠΕΚ, επιφέρει ραγδαία αύξηση του πληθωρισμού
Το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού (στασιμότητα στην οικονομική ανάπτυξη & αύξηση πληθωρισμού) και τα δημοσιονομικά ελλείμματα των Η.Π.Α. οδηγούν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες σε κρίση. Αποτέλεσμα η εκτόξευση της ανεργίας και η επανεμφάνιση του οικονομικού φιλελευθερισμού.

 Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ, 1945-1980
Ο μετασχηματισμός της μεταπολεμικής 30κονταετίας, επιφέρει ραγδαία συρρίκνωση των αγροτικών πληθυσμών. Εν μέρει, αποτελεί απόρροια της τεχνολογικής επανάστασης στη γεωργία.
Άλλη σημαντική εξέλιξη, η μαζικοποίηση της 2βάθμιας & ιδιαίτερα της 3βάθμιας εκπαίδευσης, και η συνδεόμενη μ’ αυτή καθολική άνοδος των επαγγελμάτων που απαιτούσαν γνώσεις ψηλού επιπέδου. Η μαζικοποίηση συντέλεσε στον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης.
Η αλματώδης αύξηση των φοιτητών προκάλεσε εξίσου μεγάλη αύξηση των θέσεων εργασίας στην 3βάθμια εκπαίδευση.
Η εδραίωση του κράτους πρόνοιας συντέλεσε στην ενίσχυση του φοιτητικού σώματος.

Το ανώτερο 10% «αποχωρεί», επιδεινώνοντας τη θέση των σοσιαλιστικών κομμάτων.
Εξάλλου, η μετανάστευση συνέβαλε στην εθνοτική & φυλετική διαφοροποίηση και σε όξυνση των εσωτερικών συγκρούσεων. 
Η διόγκωση των φοιτητικών πληθυσμών εξέθεσε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες στον φοιτητικό ριζοσποαστισμό. Τις δεκαετίες 60’ & 70’ αναπτύχθηκαν κινήματα κοινωνικής κριτικής ενάντια στον πόλεμο, την κοινωνική οργάνωση, την κουλτούρα της αστικής τάξης. Οι ιδέες διαχύθηκαν στην εργατική τάξη.
Εκδήλωση και εντυπωσιακή ανάπτυξη του φεμινιστικού κινήματος, χάρη στην επαγγελματική αποκατάσταση & την είσοδο των γυναικών στην ανώτατη εκπαίδευση. Πιο έντονα στη Δύση και άλλαξε τη φύση των δραστηριοτήτων & το ρόλο των γυναικών.
Από δεκαετία 1980 Μεταβιομηχανική Εποχή με συρρίκνωση της εργατικής τάξης. Παρακμή & μεταφορά βιομηχανικών μονάδων εκτός Ευρώπης, αντικατάσταση μεγάλων μονάδων από μετρίου μεγέθους με υψηλή τεχνολογία.
Οικονομικές κρίσεις, προκαλούν ανεργία 70’ & 80’
Εσωτερική διαίρεση & άμβλυνση ταξικής συνείδησης, λόγω ανόδου του βιοτικού επιπέδου το 1950-70 στις Δυτικές κοινωνίες πλήρους απασχόλησης & μαζικής κατανάλωσης.

ΠΗΓΕΣ
  1. AldcroftD – VilleS. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005
  2. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  3. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  4. Hobsbaum E./ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ/2
  5. North D. C., Δομή και μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Εκδ. Κριτική, Α. Αλεξιάδη, Αθήνα 2000