Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΥΠΕΡΠ ΜΕΤΑΝ.Οι αλλαγές που έλαβαν χώρα στον κόσμο από την αυγή του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας, είναι τόσες πολλές και τέτοιας έκτασης που κάνουν τις δύο εποχές να φαντάζουν αρκετά μακρύτερα χρονικά από τα διακόσια περίπου χρόνια που τις χωρίζουν πραγματικά. Ωστόσο, πέραν της μετανάστευσης που καλούμαστε να εξετάσουμε για τις δύο χρονικές περιόδους, κοινό σημείο μεταξύ τους μοιάζει να είναι η εμφάνιση δύο φαινομένων που στην εξέλιξή τους θα ξεπερνούσαν τα όρια της Ευρώπης, αποκτώντας ουσιαστικά παγκόσμιο χαρακτήρα και επηρεάζοντας άμεσα και αυτό το φαινόμενο της μετανάστευσης. Το πρώτο, έχει να κάνει με ότι αποκαλούμε Βιομηχανική Επανάσταση1 το οποίο άλλαξε τη δομή και τη φύση της οικονομίας, τα θεμέλια της οποίας βασίζονταν στη γεωργία για δέκα χιλιάδες χρόνια περίπου. Το δεύτερο, αφορά την παγκοσμιοποίηση που επίσης έχει (και) οικονομική βάση και χαρακτήρα.
1 Η διένεξη μέρους της επιστημονικής κοινότητας για το αν είναι δόκιμη ή όχι η μεταφορά του όρου Επανάσταση από την πολιτική στην οικονομική ιστορία δε θα μας απασχολήσει εδώ, αλλά θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο για λόγους συνεννόησης.
Σύμφωνα με τον ιστορικό EHobsbawm αποτέλεσμα της Βιομηχανικής Επανάστασης υπήρξε αφενός η συντριβή όλων των κοινωνικών δεσμών (πλην εκείνου του χρήματος) σε συνδυασμό με την εκτόξευση όλων των σχετικών με την οικονομία δεικτών (Hobsbawm, 1992: 52). Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της προηγούμενης διαπίστωσης μοιάζει να είναι σε συμφωνία με τα στοιχεία που μας δίνει ο Pounds για τη συγκεκριμένη περίοδο, καθώς μαζί με τον υπερδιπλασιασμό του ευρωπαϊκού πληθυσμού, παραθέτει τον υπερδιπλασιασμό της αγροτικής παραγωγής, τον δεκαπλασιασμό της βιομηχανικής παραγωγής και τον εξαπλασιασμό το ευρωπαϊκού ακαθάριστου προϊόντος (Pounds, 2001: 171). Όμως πίσω από τους οικονομικούς δείκτες, κρύβονται βαθιές ανακατατάξεις και αλλαγές στον τρόπο ζωής των ευρωπαίων, γεγονός που μαρτυρά η μαζική μετανάστευση και η χωρίς προηγούμενο διόγκωση των αστικών κέντρων.
Τη μετανάστευση της συγκεκριμένης περιόδου μπορούμε να τη διακρίνουμε σε εσωτερική,
ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΥΠΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ, ΣΤΙΣ Η.Π.Α.
ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΥΠΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ, ΣΤΙΣ Η.Π.Α.
από την αγροτική ύπαιθρο κάθε ευρωπαϊκής χώρας προς τις μεγάλες πόλεις που είχαν βιομηχανική παραγωγή, ικανή να απασχολήσει εργατικά χέρια, και σε υπερπόντια, που αν και μικρότερης έκτασης από την προηγούμενη θα αποκτήσει βαρύνουσα σημασία (Pounds, 2001: 182). Αρχικά τουλάχιστον, τόπο προέλευσης των μεταναστών θα αποτελέσουν οι λιγότερο εύφορες αγροτικές εκτάσεις, ενώ όσο κυλούσε ο αιώνας θα συρρέουν στις πόλεις ακόμα και από περιοχές στις οποίες η γεωργία δεν ήταν αποδοτική, λόγω του ότι δεν χρειάζονταν πλέον τόσο εντατική εργασία όσο στο παρελθόν (Pounds, 2001: 182). Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο βαθμός της μετανάστευσης έμοιαζε να κινούνταν με ρυθμούς αντιστρόφως ανάλογους της αγροτικής παραγωγής, δηλαδή σε τόπους ή χρονιές που η απόδοση της γης έπεφτε σε χαμηλά επίπεδα, αυξάνονταν ο αριθμός εκείνων που μετανάστευαν (Pounds, 2001: 184).
Μια ακόμα διάκριση που μπορούμε να κάνουμε, είναι αυτή μεταξύ της εποχικής και της μόνιμης μετανάστευσης. Στην αρχή του 19ου αιώνα, η πρώτη είχε προορισμό τις εγγύτερες πόλεις σε μικρή απόσταση από τον τόπο προέλευσης, αλλά ειδικά μετά εμφάνιση του ατμόπλοιου ακόμα και η υπερπόντια μετανάστευση μπορεί να λογαριάζονταν ως εποχική. Ωστόσο, εκείνο που ξεκινούσε σε αρκετές περιπτώσεις για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μπορεί στην πορεία να μετατρέπονταν σε μόνιμο (Pounds, 2001: 182).
Επιπλέον, ο χαρακτήρας της μετανάστευσης της συγκεκριμένης περιόδου ήταν κυρίως προλεταριακός. Δηλαδή, ένα ογκώδες κύμα προερχόμενο από τις αγροτικές μάζες θα κατακλείσει τις πόλεις ώστε να εργαστεί στη βιομηχανία και στο εξής οφείλει να συμμορφωθεί σε πρωτοφανείς εργασιακές συνθήκες, όσον αφορά ωράρια και μισθολογικά συστήματα, ενώ επιπλέον δεν θα κατέχει το ίδιο τα μέσα παραγωγής. Το πλέον ευάλωτο τμήμα του, το όποιο χρησιμοποιείται σαν φθηνό εργατικό δυναμικό, αντλείται από τις τάξεις των παιδιών και των γυναικών (Γαγανάκης, 1999: 247).
ΠΟΛΕΜ ΜΕΤΑΝΕξαίρεση, λόγω των συνθηκών, στους παραπάνω κανόνες, φαίνεται πως αποτελούσαν οι Εβραίοι που δεν είχαν ούτε το δικαίωμα κατοχής γης, ούτε εκείνο της εγκατάστασης σε μεγάλες πόλεις. Έτσι, θα στραφούν σε μικρεμπόριο και σε χειρωνακτικές τέχνες και όταν οι συνθήκες ευνόησαν ώστε να αποκτήσουν πλήρη δικαιώματα, όπως στην αυτοκρατορία των Αψβούργων το 1867 κι έπειτα στη Γερμανία το 1871, θα επιδοθούν στο εμπόριο και στις τραπεζικές επιχειρήσεις. Διαφορές παρουσίαζε όμως και η υπερπόντια μετακίνησή τους, αφενός γιατί δεν ήταν εποχική, αφετέρου διότι η απασχόλησή τους δεν ήταν αγροτική αλλά υπήρξαν τεχνίτες και έμποροι (Pounds, 2001: 188,189).
Μια από τις βασικότερες συνέπειες που είχαν οι εξελίξεις που περιγράψαμε, ήταν η ανακατανομή του αυξημένου ευρωπαϊκού πληθυσμού, με κατακόρυφη μεγέθυνση των μεγάλων πόλεων και των βιομηχανικών κέντρων, ενώ η ύπαιθρος παρέμεινε στάσιμη, είτε μειώθηκε ο πληθυσμός της. Χαρακτηριστικό είναι πως ο ευρωπαϊκός πληθυσμός υπερδιπλασιάστηκε τη στιγμή που ο αντίστοιχος αστικός εικοσαπλασιάστηκε (Pounds, 2001: 196). Πιθανά σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη, μοναδική εξαίρεση να αποτελούσε η Ολλανδία, λόγω έλλειψης βιομηχανικής ανάπτυξης (Pounds, 2001: 192).
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό των βιομηχανικών περιοχών, υπήρξε η μείωση των ρυθμών γεννήσεων και θανάτου συγκριτικά με την υπόλοιπη χώρα, όπως για παράδειγμα στον ιταλικό βορρά και στην Καταλονία. Αντίθετα σε περιοχές με προβιομηχανική οικονομία, η μόνη λύση στις τάσεις υπερπληθυσμού ήταν η μετανάστευση, όπως συνέβη στον ιταλικό νότο και στην Cuenea της Νέας Καστίλης (Pounds, 2001: 194).
Επιπλέον, στις αγροτικές περιοχές που ο πληθυσμός μειώθηκε λόγω της μετανάστευσης, το γεγονός είχε αντανάκλαση και στην πτώση των αναπτυξιακών ρυθμών (Pounds, 2001: 193). Αντίθετα, οι πρωτεύουσες και τα βιομηχανικά κέντρα αναπτύχθηκαν, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δημιουργήθηκαν πόλεις απ’ την αρχή, χάρη στην ύπαρξη βιομηχανικής παραγωγής. Βέβαια, στις τελευταίες ήταν εμφανής η έλλειψη άλλων στρωμάτων πλην της εργατικής τάξης και υπολείπονταν στον τομέα των υπηρεσιών (Pounds, 2001: 196). Αναλογικά, οι μεγάλες πόλεις επέδειξαν μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης από τις μικρομεσαίες και παράλληλα εμφανίστηκε και ο τριτογενής τομέας των υπηρεσιών. Συνάμα, σε αρκετές μεγάλες πόλεις οι διοικητικές λειτουργίες έφτασαν σε βαθμό να υπερτερούν των άλλων τομέων της οικονομίας κι οι αγροτικές ασχολίες μειώθηκαν όπου δεν εξαλείφθηκαν εντελώς (Pounds, 2001: 198).
Ωστόσο, η αστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση παρουσίαζαν και αρκετά σοβαρά προβλήματα,ΝΕΑ ΜΕΤΑΝ τουλάχιστον στην πρώτη φάση της ανάπτυξης και σε αρκετές περιπτώσεις μέχρι και την καμπή του εικοστού αιώνα. Οι πυκνοκατοικημένες εργατογειτονιές, πέρα από το πρόβλημα αισθητικής, λόγω της μονότονης ομοιομορφίας τους, έθεταν και σοβαρό ζήτημα υγιεινής, καθώς η πυκνή δόμηση και ο συνωστισμός ευνοούσαν τη μετάδοση ασθενειών. Επίσης, τα υποτυπώδη μέτρα υγιεινής σε συνδυασμό με το πρόβλημα έλλειψης καθαρού πόσιμου νερού που αντιμετώπιζαν αρκετές μεγάλες πόλεις απειλούσαν τη δημόσια υγεία , με αποτέλεσμα την εξάπλωση επιδημιών όπως η χολέρα. Επιπλέον, πρόσβαση στους τομείς της ενέργειας- αρχικά στο αέριο και στην συνέχεια στο ηλεκτρικό – είχαν πρόσβαση (όπως και σε καθαρό νερό), μόνο στις καλύτερες γειτονιές (Pounds, 2001: 202). Τέλος, όσο οι πόλεις μεγάλωναν, τόσο αναδεικνύονταν τα προβλήματα στις μετακινήσεις και τις μεταφορές. Έτσι, ευνοήθηκε η λύση των μαζικών μέσων μεταφοράς- λεωφορείων και τραμ- αρχικά ιππήλατων και στη συνέχεια ηλεκτρικών (Pounds, 2001: 202). Παράλληλα, καθώς το ζήτημα της τροφοδοσίας γίνονταν όλο και πιο επιτακτικό όσο μεγάλωνε η πόλη, οι αγορές εξειδικεύτηκαν και έγιναν μόνιμες, ενώ εργαστήρια παραγωγής τροφίμων απόκτησαν εργοστασιακή λειτουργία. Χάρη σ’ αυτές τις εξελίξεις, απομακρύνθηκε η απειλή των λιμών που έπληττε τα αστικά κέντρα κατά το παρελθόν (Pounds, 2001: 205).
Στον αιώνα που ακολούθησε, η μετανάστευση τόσο υπερπόντια -ειδικότερα τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα – όσο και εσωτερική εξακολουθούσε υφίσταται ως φαινόμενο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ειδικότερα μετά το πέρας του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, οι βιομηχανικές χώρες της βόρειας Ευρώπης, τόσο λόγω μεγάλης καταστροφής σε παραγωγικές δυνάμεις, υποδομές κ.λ.π, όσο και λόγω έλλειψης εργατικού δυναμικού αποτέλεσαν τόπο προορισμού για εργάτες από τις χώρες της νότιας Ευρώπης. Ωστόσο, χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης περιόδου, αποτελούσε η οργανωμένη και κεντρικά σχεδιασμένη μετανάστευση από τις αναπτυγμένες χώρες του βορά, χάρη στην ικανότητα και την επιθυμία τους να απορροφούν εργατικό δυναμικό. Όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η συγκεκριμένη κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, μέχρι του σημείου να μιλάμε ακόμα και για αντιστροφή της κατάστασης σε κάποια επίπεδα.
Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να εντοπίσουμε αλλαγές που αφορούν τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική μετανάστευση σε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα: Το πρώτο αφορά τη σύνθεση των μεταναστών όπου διακρίνουμε μεγαλύτερη κινητικότητα των προσφύγων και των αδήλωτων μεταναστών είτε πρόκειται για εξωτερική μετανάστευση από Αφρική και Ασία, είτε για ομάδες από την ανατολική Ευρώπη. Μεγαλύτερη κινητικότητα εμφανίζει επίσης και η εσωτερική μετανάστευση μεσαίων και υψηλών στρωμάτων, όπου κατευθύνονται αφενός προς τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις για εργασιακούς λόγους, αφετέρου σε τόπους που αποτελούσαν επιλογές διακοπών και αναψυχής. Παράλληλα, μαζί με την εμφάνιση των νέων ρευμάτων, μεγαλύτερη σημασία αποκτά η γυναικεία μετανάστευση. (Αράπογλου, 2008: 138,139)
Το δεύτερο επίπεδο συμπεριλαμβάνει τις αλλαγές των τόπων προέλευσης αλλά και των τόπων προορισμού των μεταναστών. Έτσι, ο ευρωπαϊκός νότος, ο οποίος αποτελούσε παραδοσιακά τόπο αποστολής έχει μετατραπεί σε τόπο υποδοχής μεταναστών. Τόπους αποστολής συνιστούν αφενός η Αφρική αλλά και η Ασία στην εξωτερική μετανάστευση, αφετέρου η βόρεια και η ανατολική Ευρώπη προς τον νότο. (Αράπογλου, 2008: 139)
Το τρίτο επίπεδο έχει να κάνει με την επαγγελματική διάρθρωση των μεταναστευτικών κοινοτήτων. Το πρότυπο του προλετάριου μετανάστη τείνει να αντικαταστήσει σε σημασία, εκείνο του μικρού εμπόρου και επιχειρηματία που διεξάγει διασυνοριακό εμπόριο μέσα από μικρές εθνοτικές επιχειρήσεις στον τόπο υποδοχής. Εξάλλου, στελέχη πολυεθνικών και επαγγελματίες από το χώρο των υπηρεσιών, έχουν τόπο προορισμού τις πιο αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Συνάμα, αυξάνονται οι περιπτώσεις μόνιμης εγκατάστασης σε τόπους που αποτελούσαν επιλογές αναψυχής. (Αράπογλου, 2008: 139)
Στο τελευταίο επίπεδο αντικατοπτρίζονται οι αλλαγές των τρόπων κινητοποίησης. Καθώς στα σύγχρονα ρεύματα οι ανισότητες δεν εδράζονται [πάντα] σε ταξικούς λόγους αλλά στη γεωγραφική κινητικότητα, όπως και στην αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών [βλέπε τηλεεργασία] από νέα κοινωνικά στρώματα (Αράπογλου, 2008: 139)
ΜΕΤΑΝΕιδικότερα για τους πρόσφυγες και την αδήλωτη μετανάστευση, δύο γεγονότα ήρθαν να διογκώσουν το ρεύμα προς τις ευρωπαϊκές χώρες του νότου. Το πρώτο χρονικά αφορά την κατάρρευση των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού με αποτέλεσμα τη δημιουργία μεταναστευτικών ρευμάτων από την ανατολική προς τη δυτική Ευρώπη. Το δεύτερο αφορά τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που διεξάγουν οι Η.Π.Α. με τις συμμάχους τους και δημιουργεί κύματα Αφγανών προσφύγων και αλυσιδωτές αντιδράσεις στις γειτονικές χώρες (Λεοντίδου, 2008: 366). Ωστόσο, στη δεύτερη περίπτωση, όπως και σ’ αυτή των μεταναστών από την Αφρική δεν είναι πάντα καθαρό αν οι χώρες της νοτίου Ευρώπης αποτελούν πάντα τελικό προορισμό ή ενδιάμεσο σταθμό. Όπως και να έχει η γεωγραφική εγγύτητα, σε συνδυασμό με παραμέτρους όπως: η οικονομική ανάπτυξη της νοτίου Ευρώπης, η πολιτική αστάθεια αρκετών χωρών προέλευσης (όπως οι Βαλκανικές), η έλλειψη ετοιμότητας στη χάραξη μεταναστευτικής πολιτικής από τις χώρες προορισμού, η δημογραφική έκρηξη αφρικανικών πληθυσμών, υπήρξαν λόγοι διόγκωσης της αδήλωτης μετανάστευσης (Αράπογλου, 2008: 140)
Έτσι, η αντιμετώπιση στις χώρες υποδοχής παρουσιάζει μια πολυσημία που κυμαίνεται από την από την έξαρση του εθνικισμού και σε πιο ακραίες περιπτώσεις σε εκδήλωση ξενοφοβίας και ρατσισμού έως την εκδήλωση συναισθημάτων και πράξεων διεθνιστικής αλληλεγγύης και διοργάνωσης υποστηρικτικών εκδηλώσεων (Λεοντίδου, 2008: 369,374). Βέβαια, για την ελλειμματική ένταξη της συγκεκριμένης μερίδας μεταναστών που φτάνει μέχρι το βαθμό του κοινωνικού αποκλεισμού, μεγάλο βάρος πέφτει στις κυβερνήσεις και στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση σε επίπεδο κορυφής. Από τη μια, για την αντιρρεαλιστική αρχική πολιτική της «Ευρώπης –φρούριο», που είχε στόχο να αποκλείσει τους μετανάστες από Αφρική, Ασία και Ανατολική Ευρώπη από τα εδάφη της. Από την άλλη, για την αδιαφορία ή την έλλειψη βούλησης ακόμα και σήμερα, να διασφαλίσει οικιστική και εργασιακή αποκατάσταση (Λεοντίδου, 2008:365,367).
Μολονότι η αντιμεταναστευτική ρητορεία, συνεπικουρούμενη σε αρκετές περιπτώσεις και από μερίδα των μέσων μαζικής επικοινωνίας, μετατοπίζει το βάρος κοινωνικών προβλημάτων, με πολλές φορές ατεκμηρίωτες κατηγορίες, για αύξηση της ανεργίας ή της εγκληματικότητας, στην αθρόα μετανάστευση. Στους μετανάστες μπορεί να πιστωθεί η συμβολή στην αναπαραγωγή και την ευημερία μεσοστρωμάτων των χωρών υποδοχής μέσω: της διατήρησης χαμηλού κατασκευαστικού κόστους στις παρυφές των πόλεων, απελευθέρωσης των γυναικών από το βάρος της οικιακής φροντίδας με αποτέλεσμα την ευκολότερη επαγγελματική αποκατάσταση των τελευταίων, την προσφορά εργασίας είτε σε παλιές μεταποιητικές μονάδες είτε σε παλιές και νέες βιομηχανικές συνοικίες, την ενίσχυση του εισοδήματος των μικρών ιδιοκτητών μέσω της ενοικίασης των παλιών οικιών στο κέντρο της πόλης, τη διατήρηση ή την επέκταση του κοινωνικού εξοπλισμού (Αράπογλου, 2008: 142).
Σ’ ένα άλλο επίπεδο η νέα μορφή μετανάστευσης μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, σε αναζήτηση1 ενός ποιοτικότερου τρόπου ζωής, μοιάζει να έχει αντίστροφη κατεύθυνση από αυτήν που ακολουθούσε μεταπολεμικά η εσωτερική ευρωπαϊκή μετανάστευση για εργασιακούς λόγους. Όμως η κατεύθυνση από το βορά προς το νότο δεν αποτελεί τη μόνη αντιστροφή. Σε οικονομικό επίπεδο, αυτό το ρεύμα διακρίνεται περισσότερο για την κατανάλωση – ειδικά υπηρεσιών – παρά για την παραγωγή. Στον εργασιακό τομέα, η αξιοποίηση των δυνατοτήτων νέων τεχνολογιών, όπως η τηλεεργασία, επιτρέπει την μετακίνηση και ενεργών παραγωγικά τμημάτων, εκτός των συνταξιούχων. Επιπλέον, πολιτιστικά ενσωματώνεται αρκετά εύκολα, χωρίς να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης που διατρέχουν οι οικονομικοί μετανάστες και οι πρόσφυγες (Λεοντίδου, 2008: 373). Η συμβολή τους μπορεί να αναγνωριστεί στην αναβάθμιση οικισμών, μέσω χρημάτων που προσφέρουν για την συντήρηση παραδοσιακών οικισμών, αλλά και στην πληθυσμιακή σταθεροποίηση τόπων που κινδύνευαν με ερήμωση. Στον αντίποδα, η παρουσία τους ενθαρρύνει την τάση για «ξεπούλημα», ενώ επίσης υποβόσκει μια τάση αποκλεισμού των ντόπιων, είτε λόγω αδυναμίας των τελευταίων στην απόκτηση κατοικίας, είτε λόγω ιδιωτικοποίησης χώρων όπως οι ακτές (Λεοντίδου, 2008: 374).
Όπως γίνεται αντιληπτό, η μετανάστευση αποτελεί ένα πολυσύνθετο, πολυπαραγοντικό και πολυεπίπεδο φαινόμενο που αφορά μετακινήσεις πληθυσμών από τον τόπο προέλευσης στον τόπο προορισμού. Οι λόγοι αυτής της μετακίνησης μπορεί να είναι επίσης ποικίλοι και σύνθετοι ειδικά στις μέρες μας με τους περιορισμούς που θέτει αλλά και τις δυνατότητες που ανοίγει η παγκοσμιοποίηση. Από αυτήν την άποψη μια συγκριτική ανάλυση της μετανάστευσης, οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν τόσο τα χαρακτηριστικά των πληθυσμών (εθνικά, ταξικά, πολιτιστικά κ.α.) που μετακινούνται, όσο και τις διεργασίες και τους λόγους (πολιτικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτισμικούς κ.λ.π) που ώθησαν στην μετακίνηση αυτή, και συνάμα, τη δυνατότητα αντικειμενικής εκτίμησης της διαμορφωθείσας κατάστασης στους τόπους προορισμού. Με αυτήν την έννοια η δυνατότητα αξιοποίηση της διεπιστημονικότητας, αντί της υιοθέτησης μιας μόνο διαίρεσης των ήδη υπαρχόντων κλάδων της γεωγραφίας, και μιας προσπάθειας σύνθεσης όλων των κλάδων της ανθρωπογεωγραφίας –Κοινωνική, πολιτική, Οικονομική κ.οκ- που θα συμπεριλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές της πραγματικότητας, μοιάζει να είναι το προσφορότερο εργαλείο για ένα τόσο σύνθετο φαινόμενο όπως η μετανάστυευση.
.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. HobsbaumE./ H εποχή των επαναστάσεων 1789-1848/ σ. 52/ Εκδ. ΜΙΕΤ/ Αθήνα 1992
  2. PoundsN.J.G./ Ιστορική Γεωγραφία της Ευρώπης, τ’ Α/ Εκδ. Ε.Α.Π./ Πάτρα 2001
  3. Αράπογλου Βασίλης/ Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός/ Εκδ. Ε.Α.Π./Πάτρα 2008
  1. Γαγανάκης Κ/ Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 1999
  2. Λεοντίδου ΛίλαΑγεωγράφητος Χώρα/Εκδ. Ελληνικά Γράμματα/ Αθήνα 2008
                                                                                                                                             Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ κ' ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ απο16ο αι. έως τις παραμονές του Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ κ' ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ απο16ο αι. έως τις παραμονές του Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


         Από τον 16ο έως τον 19ο αι
            Πληθυσμός
ΑΣΤ ΑΝΑΠΤ 2   Ραγδαία αύξηση τον 16ο και το δεύτερο μισό του 18ου αι. Η ενδιάμεση περίοδος χαρακτηρίζεται από στασιμότητα ή και μείωση λόγω: α) λιμού και έλλειψη τροφής αποτέλεσμα των καιρικών συνθηκών και της καταστροφής της σοδειάς. Δυσκολεύει την κατάσταση η κερδοσκοπική τάση – αύξηση τιμών των δημητριακών. Η σοβαρότητα των λιμών υποχωρεί τον 18ο , αρχές 19ου αι. όπου οι πιο εξελιγμένοι τρόποι μεταφοράς μπορούσαν να μεταφέρουν τροφή σε περιοχές με έλλειψη. β) αρρώστιες (πανούκλα, τύφος, βλογιά) όπου μόνο με την βελτίωση των υποδομών υγιεινής στις πόλεις καταπολεμήθηκαν, γ) πόλεμοι (Τριακονταετής), δ) Η δομή της οικογένειας και της κοινωνίας λειτούργησε σταθεροποιητικά για τον πληθυσμό, ε) η μετακίνηση των πληθυσμών, εποχική και μόνιμη. Τάση για κατοίκηση στα αστικά κέντρα για εξεύρεση εργασίας, μεταναστεύσεις πληθυσμών με τη βία (Μαυριτανοί στην Ισπανία), εξωτερική μετανάστευση στις αποικίες.
Η πυκνότητα δεν ήταν πάντα συμβατή με τις περιοχές που είχαν γόνιμο έδαφος, αλλά σε περιοχές όπου ήταν ανεπτυγμένη η οικοτεχνία που απασχολούσε μεγάλο αριθμό εργατικού δυναμικού.
Γαλλία: πυκνοκατοικημένες περιοχές: Β. Γαλλία από τη Βρετάνη ως τις Κάτω Χώρες, η περιοχή του Παρισιού, η Αλσατία και η περιφέρεια της Λυών.
Νότιες Κάτω Χώρες: ταχύτερος ρυθμός ανάπτυξης στην Ευρώπη αυτήν την εποχή, έντονη αύξηση στις δυτικές ή ναυτικές επαρχίες, Άμστερνταμ μια από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις. Αντίθετα με τις Β. Κάτω Χώρες Γερμανία: 16ος αι. αύξηση, Τριακονταετής πόλεμος σοβαρή μείωση
Άλπεις: διέθετε φυσική προστασία από τους πολέμους που κατέστρεψαν τη Γερμανία αλλά η πληθυσμιακή ανάπτυξη εμποδίστηκε από την ανεπάρκεια καλλιεργήσιμων εδαφών γι’ αυτό και προμήθευσε στρατιώτες σε ξένους στρατούς.

18ος αι.: εποχή επανεγκατάστασης και ανάπτυξης
Ρωσία, Ιταλία: σημαντική αύξηση, Ιβηρική χερσόνησος: σοβαρή μείωση λόγω μετανάστευσης προς τις αποικίες, πανώλης

Από τον 16ο έως τον 19ο αι.                                                                    AST ANAPT 3
Πόλεις – αστικά κέντρα
Οι αιώνες αυτοί δεν χαρακτηρίζονται από αστική ανάπτυξη. H προβιομηχανική πόλη αποτελούσε πρώτα απ’ όλα τόπο συναλλαγών, και η ζωή της είχε επίκεντρο την αγορά της. Ήταν επίσης κέντρο βιοτεχνικών μονάδων. Το δίκτυο των μικρών εμπορικών πόλεων, παρέμενε όπως ήταν στο τέλος του Μεσαίωνα, ελάχιστα μεγάλωσε. Εκεί ζούσαν λίγοι βιοτέχνες, επαγγελματίες και πολλοί εισοδηματίες που αντλούσαν τα εισοδήματα τους από τους γειτονικούς αγρούς και χωριά. Μια οπισθοδρομική και αμετάβλητη κοινωνία. Πολλές τέτοιες πόλεις επιβίωσαν μέχρι και τον εικοστό αιώνα γιατί δεν υπήρχε μεγάλη οικονομική ανάγκη να ανοικοδομηθούν ή να επεκταθούν. Υπάρχουν οι μικρές, (Γερμανία, ανατ. Ευρώπη, Ρωσία, Πρωσία) οι μεσαίες, οι μεγάλες και οι πολύ μεγάλες εμπορικές πόλεις (Β. Ιταλία)
Εκτεταμένη χρήση του ξύλου, (τα αστικά κέντρα των μεγαλύτερων ηπειρωτικών πόλεων ήταν φτιαγμένα από πέτρα κυρίως στην νότια Ευρώπη λόγω έλλειψης του ξύλου) έλλειψη υποδομών και συστημάτων υγιεινής, (οι περισσότερες πανώλες προέρχονταν από πόλεις), στενοί δρόμοι, μεγάλος αριθμός στάβλων και αμαξοστασίων, υποδοχή μεταναστών. Η σταδιακή αντικατάσταση του ξύλου με λιθοδομές κατέστησε τις πόλεις ασφαλέστερες και πιο υγιεινές. Ορισμένα λιμάνια αναπτύχθηκαν για να καλύψουν εμπορικές ανάγκες (Χάβρη – 16ος αι.). Επίσης «νέες πόλεις» θεωρούνται οι Residenzstade, ημιαστικοί οικισμοί για τα πριγκηπικά ανάκτορα και τα κομψά σχεδιασμένα προάστια τα οποία προσθέτονταν σε μια υφιστάμενη πόλη.
Η πόλη – εμπορικό κέντρο αποτελεί την πλειοψηφία των πόλεων. Οι μεγάλου μεγέθους πόλεις παράλληλα με τον εμπορικό και οικονομικό ρόλο τους αποτελούν έδρες των κυβερνήσεων των νέων κρατών, εκπαιδευτικά και πολιτιστικά κέντρα, διαθέτουν εξειδικευμένους γιατρούς, δικηγόρους, αλλά και έναν σημαντικό αριθμό φτωχών.
Οι μικρότερες αντλούν προμήθειες (τροφή) από την περιφέρεια τους ενώ οι μεγαλύτερες υποχρεούνται να τις εισάγουν από μακριά.
Αν. Ευρώπη και Ρωσία: μικρότερη επέκταση συγκριτικά με τη Δυτική Ευρώπη και χαρακτηρίζονται από ένα προστατευμένο από τείχη παλάτι γύρω από το οποίο επεκτείνεται σε περιορισμένη έκταση μια πυκνοκατοικημένη περιοχή που καταλήγει σε κάποιο προάστιο. (Αγία Πετρούπολη)
        
 Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
   
ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΕΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΕΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
    (μετά τους ναπολεόντειους πολέμους)
          ΠΟΛΕΙΣ
Αύξηση πληθυσμού των μεγάλων πόλεων και ειδικότερα αυτών που ήταν πρωτεύουσες των κρατών τους.
Χαρακτηριστικό της εποχής ο βαθμός αστικοποίησης της Μεγ. Βρετανίας, με το μεγαλύτερο αριθμό αστικών κέντρων, γεγονός που συνδέεται  άμεσα με τον βαθμό εκβιομηχάνισης της χώρας, συγκριτικά με την ηπειρωτική Ευρώπη. Οι πόλεις στο εσωτερικό της  Ευρώπης δεν είχαν ακόμη αναπτυχθεί σε βιομηχανικά κέντρα πράγμα που γίνεται  το δεύτερο μισό του 19ου αι. Η οικιακή βιοτεχνία εξασκούνταν σε μεγάλη κλίμακα. Οι μεταλλοβιομηχανίες ήταν κυρίως αγροτικές και εγκατεστημένες εκεί όπου υπήρχε η κινητήριος δύναμη, τα ποτάμια.
Ιβηρική χερσόνησος: Μαδρίτη, Δυτ. Ευρώπη: Βρυξέλλες, Αμβέρσα, Βερολίνο, Βιέννη, Αμβούργο, Πράγα. Αν. Ευρώπη: δεν υπάρχουν πραγματικά μεγάλες πόλεις.
Η γεωγραφία της αστική ανάπτυξης το πρώτο ήμισυ του 16ου αι. έχει αρκετά κοινά σημεία με τις αρχές του 19ου. Μια τάση που ξεκίνησε πριν από 250 έτη παγιώθηκε και ισχυροποιήθηκε. Εξαφάνιση ή αποδυνάμωση κάποιων αστικών κέντρων και παράλληλα η εμφάνιση ή ενίσχυση κάποιων άλλων.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
(μετά τους ναπολεόντειους πολέμους)
Την περίοδο των ναπολεόντειων πολέμων υπάρχει μείωση. Μετά το τέλος του πολέμου ακολούθησε αύξηση λόγω: σχετικής αύξησης των τροφίμων, εξαφάνισης σημαντικών επιδημιών, εμφάνιση κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που ευνοούσαν τους γάμους σε νεότερες ηλικίες.
Η κατανομή του πληθυσμού στη Μ. Βρετανία είναι ιδιαίτερα άνιση και δικαιολογείται απο τη συγκέντρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων, της εξόρυξης του άνθρακα και της βιομηχανικής ανάπτυξης σε ορισμένες περιοχές.
Στη Γαλλία ο πληθυσμός παραμένει στάσιμος για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους με πυκνότητα στις βόρειες ακτές, Αλσατία, Παρίσι, Λυών.
Ολλανδία, Βέλγιο: σημαντική αύξηση λόγω των νέων βιοτεχνικών δραστηριοτήτων.
Δανία, η πιο πυκνοκατοικημένη από της σκανδιναβικές χώρες, Ρωσία ραγδαία αύξηση, Ισπανία – Πορτογαλία μείωση λόγω Χερσονησιακού πολέμου, Ιταλία αύξηση, Νορβηγία- Σουηδία διασκορπισμένος σε περιοχές με παραγωγικές δραστηριότητες
Οι βασικές προσδιοριστικές παράμετροι της πληθυσμιακής μεταβολής και πυκνότητας στην Ευρώπη είναι: η βελτίωση και αύξηση της παραγωγής, η βελτίωση των συνθηκών υγιεινής, η ανάπτυξη του θεσμού του εργοστασίου και η συγκέντρωση του πληθυσμού, η παράλληλη ανάπτυξη των αστικών κέντρων και η βελτίωση των συγκοινωνιών γεγονός που επιτρέπει τη μεταφορά τροφής από απομακρυσμένες περιοχές, η Φυσική Γεωγραφία σε συνδυασμό με τις κλιματολογικές συνθήκες, άλλες κοινωνικές και πολιτιστικές παράμετροι όπως η φιλοδοξία για κοινωνική άνοδο.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ                            
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ                                                                             Β ΕΠ 1
Αλματώδη αύξηση
  • Μείωση γεννήσεων εξαιτίας οικονομικών και κοινωνικών λόγων.
  • Μείωση της θνησιμότητας. Βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, των συνθηκών υγιεινής και του περιορισμού των λιμών.
  • Παρόλο τον περιορισμό των λιμών η ανεπαρκής δίαιτα και διατροφή, (κυρίως στα αστικά κέντρα) παραμένει. Εκεί παρατηρείται ανεπάρκεια ειδών διατροφής (λαχανικά) και συμπτώματα ασθενειών λόγω αυτής της έλλειψης.
  • Μετανάστευση. Σημαντικό εσωτερικό μεταναστευτικό ρεύμα από τις αγροτικές περιοχές προς τα αστικά και βιομηχανικά κέντρα. Εποχική μετανάστευση για τη συγκομιδή στο Νέο Κόσμο. Πάντως η υπερπόντια μετανάστευση ήταν πολύ μικρότερης κλίμακας. Το μεγαλύτερο μέρος αφορούσε μικρές αποστάσεις προς την κοντινότερη κωμόπολη ή περιφερειακή πρωτεύουσα. Δεν έφευγαν μονο από άγονα εδάφη προς τις πόλεις αλλά (προς το τέλος του αιώνα) και από περιοχές με εύφορα εδάφη και ανεπτυγμένη γεωργία. Μεγάλο μέρος της ξεκίνησε σαν εποχική μετανάστευση και κατέληξε σε μόνιμη αποξένωση από τον γενέθλιο τόπο. Σε περιπτώσεις που η τιμή ενός αγροτικού προϊόντος μειώνεται παρατηρείται αύξηση της μετανάστευσης. Μετανάστευση Εβραίων από κράτος σε κράτος (φαινόμενο περιορισμένο τότε).
Ανάδειξη κουλτούρας κυρίως μέσω της γλώσσας ειδικά σε περιπτώσεις κρατών με περισσότερες από μια γλώσσες. Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά αποτελούν συστατικό στοιχείο στη διαμόρφωση οικογενειακής συμπεριφοράς.
Οι αγροτικές περιοχές είτε παραμένουν στάσιμες είτε χάνουν πληθυσμό ενώ οι βιομηχανικές επωφελούνται.
   
  Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
   ΠΟΛΕΙΣ
Β. ΕΠ 2    Εντατική αύξηση του πληθυσμού των πόλεων.
Τα μεγάλα αστικά, εμπορικά και βιομηχανικά κέντρα αναπτύχθηκαν με γρηγορότερους ρυθμούς από τις πόλεις, των οποίων βασική αιτία ανάπτυξης είναι η εξόρυξη πρώτων υλών. Οι μικρές πόλεις εξασφάλιζαν μόνο χαμηλού επιπέδου λειτουργίες (αγοραστικό κέντρο). Οι μεγαλύτερες εξασφάλιζαν διοικητικές, εμπορικές και κατασκευαστικές λειτουργίες, που υπερέβαιναν κατά πολύ τα τοπικά όρια. Οι πρωτεύουσες των περιφερειών και οι βιομηχανικές πόλεις αναπτύχθηκαν ταχύτατα. Άλλες που απείχαν πολύ απ΄τα ανθρακωρυχεία και τις κύριες οδούς μεταφοράς, αναπτύχθηκαν λίγο ή καθόλου. Μερικές πόλεις αναπτύχθηκαν εκ του μηδενός. Στην αρχή ήταν χωριά, όπως ένα ανθρακωρυχείο, ένα εργοστάσιο ή ια σιδηρουργία προσέλκυσε και άλλους ανθρώπους. Έτσι ανεγέρθηκαν εργατικές κατοικίες ήρθε ο σιδηρόδρομος και ο σταθμός του έγινε ένα είδος επίκεντρου για την άμορφη ανάπτυξη που είχε ξεκινήσει. Στην Αγγλία κάθε βιομηχανική περιοχή είχε τις νέες πόλεις της. Παράλληλα δημιουργείται μια νέα κατηγορία πόλεων, τα θέρετρα,  ως αποτέλεσμα των κακών συνθηκών διαβίωσης στις πόλεις. Δυσανάλογη αύξηση του πληθυσμού των μεγάλων πόλεων, σε σχέση με τις μικρότερες και τον συνολικό πληθυσμό.
Οι βασικές λειτουργίες της πόλης, η γεωργία, η μεταποίηση και οι υπηρεσίες, παραμένουν.
Η πλειοψηφία του πληθυσμού των πόλεων προέρχεται από εσωτερική μετανάστευση.
Η μετανάστευση ενήλικων έχει και σημαντικές επιπτώσεις και στην ηλικιακή  δομή του πληθυσμού, στον βαθμό που οι νεότερες γενιές δεν αντιπροσωπεύονται ανάλογα, ενώ η μεγάλη θνησιμότητα στις πόλεις μειώνει τους αριθμούς των ηλικιωμένων.
Η θνησιμότητα στις πόλεις είναι ιδιαίτερα αυξημένη λόγω συνθηκών υγιεινής και τροφοδοσίας. Μόνο κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αι. οι ευρωπαϊκές πόλεις άρχισαν να αποκτούν δίκτυο ύδρευσης.
Βασική πηγή ενέργειας στις πόλεις παραμένει ο άνθρακας (μέχρι το 1850). Το Λονδίνο είναι η πρώτη πόλη που υιοθετεί το 1816 τη χρήση γκαζιού για φωτισμό. Μέχρι το 1860 η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών αστικών κέντρων κάνουν χρήση γκαζιού. Η ηλεκτρική ενέργεια το αντικαθιστά μετά από 20 χρόνια.
Μεταφορικά μέσα: σημαντική εξέλιξη. Πρώτα λεωφορεία ή τραμ, με κινητήρια δύναμη άλογα. Χρήση των ηλεκτροκίνητων μηχανών και αργότερα του μετρό ως συνέχεια του σιδηροδρόμου. Τέλος μετά το 1900 εμφανίστηκαν μηχανοκίνητα λεωφορεία με μηχανές εσωτερικής καύσης.
Οικιστική συμφόρηση. Οι μικρομεσαίες και εργατικές τάξεις, στις αρχές και στα μέσα του αιώνα συγκεντρώνονται σε σειρές ομοιόμορφων σπιτιών που ενώνονται στις αυλές τους.  Αργότερα εμφανίζονται οι πολυκατοικίες, ως μια ακόμη μορφή χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Σε πολλές περιπτώσεις οι πολυκατοικίες είναι προσφορά των εταιρειών που εργάζονται οι κάτοικοι τους. Άσχημες συνθήκες διαβίωσης.
Όξυνση του προβλήματος της μόνιμης ροής τροφίμων στις πόλεις λόγω αύξησης του μεγέθους τους. Ανάπτυξη μόνιμων και εξειδικευμένων αγορών θεσμοθετημένων στο πλαίσιο των πόλεων. Σ’αυτό συνεισφέρει η εξέλιξη των μεταφορών και η δυνατότητα μεταφοράς εμπορευμάτων από μακρινές αποστάσεις. Δημιουργείται έτσι ένα μόνιμο δίκτυο τροφοδοσίας των αστικών κέντρων, που οδηγεί στο πέρας των λιμών και της έλλειψης τροφής στα αστικά κέντρα.
Οι πλέον αστικοποιημένες περιοχές στην Ευρώπη: Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και Κάτω Χώρες. Στον αντίποδα Βαλκάνια και Ιβηρική Χερσόνησος, ενώ στη μέση είναι η Ρωσία και η Σκανδιναβία.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ                    
Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 30
Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 30
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
1913: οι πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές βρίσκονται σε μια νοητή ζώνη που εκτείνεται από τη Μεγάλη Βρετανία μέχρι την ανατολική Γερμανία, περιλαμβάνοντας το σύνολο σχεδόν της Ιταλίας. Η υπόλοιπη Ευρώπη αποτελεί την «περιφέρεια» της. Συγκριτικά με τον χάρτη του προηγούμενου αιώνα ο πυκνός πληθυσμός είχε γίνει ακόμα πυκνότερος, ενώ ο πληθυσμός των αραιοκατοικημένων περιοχών είχε αραιώσει περισσότερο. Η ανάπτυξη της μιας περιοχής προκαλούσε τη μετανάστευση από την άλλη. Η πυκνότητα του πληθυσμού δεν οφείλεται μόνο στη συγκέντρωση του σε βιομηχανοποιημένες περιοχές (λόγω της επάρκειας θέσεων εργασίας, ύπαρξης πρώτων υλών, επάρκεια καταναλωτικών αγαθών). Σε περιοχές όπως η βορειοδυτική Ισπανία και η Σικελία (αγροτική οικονομία) παρατηρείται μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα που οφειλόταν στην καλλιέργεια μικρών ιδιοκτησιών και προκαλούσε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Εξήγηση: συντηρητισμός χωρικών, ο φόβος νέου περιβάλλοντος, πολιτικοί περιορισμοί, η διαβίωση ανάμεσα σε ανθρώπους άλλου θρησκεύματος αλλά ΚΥΡΙΩΣ η έλλειψη οικονομικών πόρων γιατί η μετεγκατάσταση κόστιζε ακριβά. Σημαντικό χαρακτηριστικό: η απασχόληση και σε άλλους τομείς εκτός του πρωτογενούς. Υπάρχει επίσης μια σχέση ανάμεσα στο βαθμό γεννητικότητας και θνησιμότητας και στην απασχόληση. Αποδεικνύεται ότι στις χώρες με μεγάλη γεννητικότητα και θνησιμότητα (πρωβιομηχανική περίοδος) ο πληθυσμός που απασχολείται στον πρωτογενή τομέα ξεπερνά το 50% του συνόλου.
Οι εξελίξεις που σημειώθηκαν στον πληθυσμό κατά τη διάρκεια του 19ου αι. : Βιομηχανοποίηση και οι επιπτώσεις και αλλαγές που επέφερε στη Γεωγραφία της ανθρώπινης εγκατάστασης. Ο ήδη πυκνός πληθυσμός έγινε ακόμη πυκνότερος, ενώ ο πληθυσμός των αραιοκατοικημένων περιοχών είχε σε πολλές περιπτώσεις αραιώσει περισσότερο. Η ανάπτυξη της μιας περιοχής συνοδεύεται από τη μετανάστευση της άλλης.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (ΠΟΛΕΙΣ)
Πληθυσμιακή ανάπτυξη των ήδη μεγάλων πόλεων και των λιμανιών της βιομηχανικής περιόδου με σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες. Αυτές οι πολύ μεγάλες πόλεις εξυπηρετούσαν λειτουργίες: ως πολιτικές πρωτεύουσες, κέντρα δημόσιας διοίκησης, επίκεντρο συγκοινωνιακών δικτύων και βιομηχανιών και πολλές ήταν προσανατολισμένες προς την ελαφρά βιομηχανία και την κατανάλωση. Το 1913 το 43,5% του συνολικού ευρωπαϊκού πληθυσμού χαρακτηρίζεται αστικό και κατοικεί σε περίπου 150 πόλεις με πληθυσμό άνω των 150.000 κατοίκων η κάθε μια. Άνοδος του τομέα της μεταποίησης και των υπηρεσιών. Δημιουργία μητροπολιτικών αστικών κέντρων δηλ. επέκταση των αστικών κέντρων προς την περιφέρεια και τελική απορρόφηση των μικρότερων κέντρων σε κοινή διοικητική δομή (τεράστια πολεοδομικά συγκροτήματα τα οποία σχηματίστηκαν με τη συνένωση συνεχώς αναπτυσσόμενων πόλεων και κωμοπόλεων, χωρίς καθόλου ή με ελάχιστους χώρους πρασίνου ενδιάμεσα.) Συγκριτικά με τις αρχές του 19ου αι.: στις περισσότερες από τις μικρές κωμοπόλεις ο πληθυσμός είχε συγκριτικά αυξηθεί, ενώ η ανάπτυξη εμφανίζεται κυρίως σε εκείνες που ήταν ήδη αρκετά μεγάλες με τα δεδομένα των αρχών του 19ου αι. Η συγκέντρωση του υπερπόντιου εμπορίου σε σχετικά μικρό αριθμό σημαντικών λιμανιών προκάλεσε τον ταχύτατο μετασχηματισμό τους και σε κάποιες περιπτώσεις γίνονται το δεύτερο σε μέγεθος αστικό κέντρο.

ΠΗΓΕΣ
  1. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Bloch M, Η φεουδαλική κοινωνία. Η διαμόρφωση των σχέσεων εξάρτησης, οι τάξεις και η διακυβέρνηση των ανθρώπων, Εκδ. Κάλβος, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα 1987
  1. Μανδυλαρά Άννα, Η διπλή ζωή της οικονομικής ιστορίας. Θέματα Ευρωπαϊκής Ιστοριογραφίας, Πάτρα, ΕΑΠ, 2008
  2. North D. C., Δομή και μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Εκδ. Κριτική, Α. Αλεξιάδη, Αθήνα 2000
  3. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  4. Aldcroft D – Ville S. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ κ' ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΩΙΜΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΕΩΣ κ' ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ κ' ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΩΙΜΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΕΩΣ κ' ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

ΑΠΟ ΤΟΝ 2ο ΕΩΣ ΤΟΝ 9ο ΑΙΩΝΑ 

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Στη δυτική ρωμαϊκή αυτοκρατορία υπήρχαν περίπου 600 πόλεις (αστικά κέντρα).  Οι μισές στην Ιταλία και πάνω
από 100 στη Γαλατία.  Λειτουργία: επιβολή φόρων στους κατοίκους των αγροτικών περιοχών, ενώ τα αστικά κέντρα αποτελούσαν μέρος της διοικητικής δομής της αυτοκρατορίας. Αυτή η λειτουργία δεν διαφοροποιήθηκε σημαντικά με τις εισβολές.
Ίδρυση επισκοπών: Παρών σε κάθε πόλη ο θρησκευτικός ηγεμόνας, ο οποίος αντικαθιστούσε μέρος των
δραστηριοτήτων της κοσμικής εξουσίας. Αυτό επηρεάζει την εγκατάσταση.
ΟΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΦΥΛΩΝ
ΟΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΦΥΛΩΝ
Βαλκανική χερσόνησο, βόρεια σύνορα: πόλεις καταστρέφονται με σκοπό την αλλαγή του ρόλους τους ως στρατιωτικών-στρατηγικών κέντρων ή εγκαταλείπονται τελείως.
Μεγάλη Βρετανία: Το σύνολο των ρωμαικών αστικών κέντρων εγκαταλείφθηκε. Υπόλοιπες πόλεις: είτε εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους οι οποίοι γύρισαν στην ύπαιθρο, είτε δέχτηκαν πρόσφυγες (10ος αι.) αποτέλεσμα των εισβολών από τη Σκανδιναβία, είτε μετατράπηκαν σε εμπορικά και οικονομικά κέντρα (Λονδίνο, Γιορκ)
Μείωση αριθμού αγροτικών κατοικιών – ανασφάλεια λόγω των εισβολών, τάση για καλλιέργεια μεγαλύτερων εκτάσεων και εγκατάλειψη μικρών αγροκτημάτων, σύσταση μικρών οικισμών – τα καταφύγια- για να αποσύρονται οι κάτοικοι σε καιρό εισβολής.

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΡΛΟΜΑΓΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ: 
ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΝΙΣΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΟΝ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΧΩΡΟ
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
Πηγές: πολύπτυχα. Μείωση πληθυσμού ως αποτέλεσμα πολεμικών συρράξεων και μετακίνησης πληθυσμών.
Γλωσσικές ομάδες: γερμανικά, λατινικά, κέλτικα, ιδιώματα σλαβικής προέλευσης
Οικισμοί:
               Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΡΛΟΜΑΓΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ: 

ΚΑΡΛΟΜΑΓΝΟΣ
ΚΑΡΛΟΜΑΓΝΟΣ
     ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΝΙΣΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΟΝ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΧΩΡΟ ΟΙΚΙΣΜΟΙ
Οι ρωμαϊκές πόλεις υπάρχουν ακόμη με σημαντικό διοικητικό και πολιτικό ρόλο. Νέος θεσμός: καθεδρικός ναός με χώρο εγκατάστασης την πόλη και συνοδεύεται από μια σημαντική σε αριθμό κοινότητα κληρικών. Μοναστήρι: χώρος εγκατάστασης οι εκτός πόλεως περιοχές αλλά πάντα σε άμεση σχέση με τις δραστηριότητες της πόλης. Ιταλία και Ισπανία: αστικά κέντρα αντιμετώπισαν λιγότερα προβλήματα συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, μικρότερη μείωση πληθυσμού, μετατροπή οικονομίας σε αγροτική. Στην Ισπανία λόγω των Μαυριτανών αναπτύχθηκε το εμπόριο και άλλες οικονομικές δραστηριότητες, περιορισμός δρόμων λόγω άναρχης οικοδόμησης.
Διαφορές Ρώμης – Κων/πολης: Η Κων/πολη  σε πλήρη αναπτυξιακή τροχιά και οικονομική άνθηση, η πλέον αναπτυγμένη πόλη της Ευρώπης. Ρώμη περιορισμένες πολιτικές και διοικητικές λειτουργίες, αρκετές εγκαταλελειμμένες περιοχές, αρκετοί χώροι για να χτιστούν εκκλησίες και να αναπτυχθεί η αγροτική οικονομία.
Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κόρινθος: σημαντικά ενεργά σε οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες, αστικά κέντρα λόγω της πρόσβασης στη θάλασσα αφού σημαντικό μέρος της οικονομίας και του εμπορίου διεξαγόταν μέσω της θάλασσας.
Οικισμοί εκτός των ορίων της πρώην ρωμαϊκής. Αυτοκρατορίας: μικρά χωριά με πρόχειρες ορθογώνιες κατασκευές, χωρίς κατασκευές για άμυνα.
Οικισμοί Σλάβων: προστασία με κατασκευές από πέτρα σε κύκλο γύρω από τον οικισμό, ως καταφύγια.
Σκανδιναβία: αυξημένες συγκεντρώσεις πληθυσμών σε ξέφωτα, νότια στις δασικές περιοχές και στις στενές λωρίδες γης ανάμεσα στη θάλασσα και στις απότομες πλαγιές των λόφων δυτικά. Κατασκευές από πέτρα και οροφές από ξύλο και κλαδιά. Πληθυσμός εξαρτημένος απο την αλιεία, περιορισμένη καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων, απουσία πλουτοπαραγωγικών πηγών + οικονομική δυσπραγία + αύξηση πληθυσμού= αναγκαστική μετανάστευση 9ος και 10ος αι

ΑΠΟ ΤΟΝ 9ο ΕΩΣ ΤΟΝ 14ο αι.
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
Η πιο σημαντική αύξηση πληθυσμού που γνώρισε ποτέ η ευρωπαϊκή ήπειρος. Αρχές του 14ου αι. ενδείξεις λιμού λόγω απότομων μεταπτώσεων των κλιματολογικών συνθηκών, αύξηση πληθυσμού, τεχνολογική αδυναμία για την εξεύρεση μεθόδων καλλιέργειας ή επέκτασης της καλλιεργήσιμης γης

ΑΠΟ ΤΟΝ 9ο ΕΩΣ ΤΟΝ 14ο αι 
ΠΟΛΕΙΣ
Τα αστικά κέντρα αναπτύσσονται και επεκτείνουν το ρόλο τους ενώ νέες πόλεις δημιουργούνται.                      ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ-TEIXH
Η πόλη δεν είναι το βασικό σημείο αναφοράς μιας ευρύτερης περιοχής, στον βαθμό που δεν ασκεί εξουσία εκτός των ορίων της. Αυτή η εξουσία ασκείται από τους τοπικούς άρχοντες, οι οποίοι έχουν υπό τις εντολές τους τους χωρικούς. Η πόλη ως εμπορικό και διαμετακομιστικό κέντρο στο οποίο η ανάπτυξη των υπηρεσιών είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εξυπηρέτηση των αναγκών της φεουδαρχικής τάξης. Αυτή η λειτουργία δημιούργησε μια νέα τάξη, την μεσαία τάξη. Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της καθορίζονταν από τον βασιλιά ή τον τοπικό άρχοντα. Επιβολή φόρων για τις οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες (οικονομική χροιά λειτουργίας της πόλης): η πόλη ως μια κερδοφόρα επιχείρηση για τον βασιλιά και τον τοπικό άρχοντα.
Κατηγορίες προέλευσης των πόλεων:
Οι πόλεις μετεξέλιξη αυτών της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κάποια σημεία είναι κατεστραμμένα, οι δρόμοι έχουν διαφοροποιηθεί και η εκκλησία έχει ενσωματωθεί στην πόλη. Θετικά σημεία: οδικό δίκτυο που συνδέει την πόλη με την ύπαιθρο και άλλα αστικά κέντρα, προστατευτικά τείχη και κάποιες υποδομές.
«Πόλεις- κάστρα» , για στρατιωτικούς και στρατηγικούς σκοπούς. Δημιουργήθηκαν με βασικό σκοπό να προστατέψουν τους ανθρώπους από τις επιδρομές. Χαρακτηριστικό: η παρουσία, περιμετρικά του τείχους που τις περιέβαλλε ενός βαθιού χαντακιού με νερό, απότομης όχθης και οχυρώματος με πασσάλους σε αυτή. Υπάρχει ένας δρόμος που επεκτείνεται στην πλαγιά , στην κορυφή της οποίας βρίσκεται το κάστρο. Ελάχιστες μετατράπηκαν σε αστικά κέντρα αργότερα.
«Νέες πόλεις»: α) ως αποτέλεσμα των εμπορικών δραστηριοτήτων της εποχής σε περιοχές όπου υπάρχει κάποιος θεσμός, κυρίως εκκλησιαστικός, ή κάποιο κτίσμα το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει και ως καταφύγιο, β) χωρίς προηγούμενη ύπαρξη κάποιου κτιρίου ή θεσμού στην περιοχή. Οι δρόμοι τέμνονται σε ορθές γωνίες σχηματίζοντας «οικοδομικά τετράγωνα», τα οποία περιτριγυρίζονται από τοίχο ή φράχτη με πασσάλους.
Τρεις βασικές γεωγραφικές ζώνες – ανάπτυξη διαφορετικών τύπων πόλεων:
Α) νότια Ευρώπη. Πόλεις από την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η αστική δομή παραμείνει η ίδια χωρίς βασικές αλλαγές. Στην νότια Ιταλία παρακμάζουν αντίθετα με την βόρεια όπου το εμπόριο ανθεί. Η νότια Ισπανία έχει σημαντικά αστικά κέντρα.
Β) υπόλοιπες περιοχές ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: Η πλειοψηφία εγκαταλείφθηκε ή καταστράφηκε. Κάποιες ξαναχτίστηκαν, «νέες πόλεις» εμφανίστηκαν ως εμπορικά κέντρα ή για στρατιωτικούς και στρατηγικούς σκοπούς.
Γ) υπόλοιπη Ευρώπη: δημιουργήθηκαν από τον 9ο έως τον 13ο αι. Αποτέλεσμα της ανάπτυξης εμπορίου και της δημιουργίας εμπορικών δρόμων. Ρηνανία: σημαντική εμπορική δίοδος, πλέον αστικοποιημένη περιοχή.
«Νέες πόλεις» δημιουργήθηκαν λόγω της ύπαρξης φυσικής υποδομής για τις μεταφορές και το εμπόριο.
Κοινό σημείο: οι αγροτικού και γεωργικού τύπου δραστηριότητες. Περικλείονταν από αγροτικές περιοχές στις οποίες είχαν πρόσβαση οι κάτοικοι. Ανάπτυξη αγορών και υπηρεσιών για την εξυπηρέτηση του εμπορίου. Στις μεγαλύτερες αναπτύχθηκε σειρά από υπηρεσίες αφού είχαν εξελιχθεί σε διοικητικά κέντρα θρησκευτικά ή κοσμικά.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 14ου αι. 
   
Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΝ 14ο αι.
Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΝ 14ο αι.
  ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
Σημαντική μείωση, λόγω: καταστροφή στις καλλιέργειες, επέκταση πανώλης. Η πανώλη ως ενδημική νόσος. Τέλος μεγάλων μετακινήσεων πληθυσμών. Οι μετακινήσεις ήταν κυρίως εσωτερικές λόγω κυρίως οικονομικών λόγων ή ανεύρεσης πιο εύφορης γης. Μετακίνηση από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, χώροι των ευκαιριών και της εμπορικής δραστηριότητας. Και η ίδια η πόλη έπρεπε να προσελκύσει νέους πληθυσμούς, αφού διαφορετικά ο υψηλός δείκτης θνησιμότητας στα αστικά κέντρα θα τα οδηγούσε σε αφανισμό.
9ος – 13ος αι. αύξηση πληθυσμού, αρχές και μέσα 14ου αι. δραματική μείωση λόγω των ασθενειών

Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 14ου αι. 
                                                             ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Το 80% του πληθυσμού κατοικεί σε αγροτικές περιοχές και ασχολείται με αγροτικές εργασίες.
Βασικός τύπος εγκατάστασης: το συμπαγές ή πυρηνικό χωριό: τα σπίτια έχουν τοποθετηθεί ακανόνιστα. Ο οικισμός έχει αναπτυχθεί γύρω από τον ελεύθερο χώρο της εκκλησίας και έξω απ’ τον οικισμό επεκτείνεται ο ανοιχτός αγρός (καλλιεργήσιμη γη) χωρισμένη σε χωράφια και λωρίδες και καλλιεργείται ομοιόμορφα.
Όταν ο πληθυσμός αυξάνεται αρχίζει να καλύπτει δασώδεις εκτάσεις και τον υπόλοιπο χώρο εκτός των πρώτων οικισμών. Οι νέοι έποικοι του δάσους καθάριζαν μια περιοχή και εκεί εγκαθίδρυαν μια απομονωμένη κατοικία, ένα νέο αγροτικό κλήρο. Τέτοιου τύπου κατοικίες δεν έπαιρναν τη μορφή πυρηνικού χωριού.
Χωριό-δρόμος ομαδική εγκατάσταση, ένας «χωροθέτης» οργάνωνε τον οικισμό. Οι έποικοι δικαιούνται να χρησιμοποιήσουν ένα μικρό κομμάτι γης μπροστά από την οικία και μια λωρίδα γης πίσω, με καθορισμένα όρια. Γερμανία.
«χωριό- δαχτυλίδι»: Οι κατοικίες δημιουργούσαν ένα κυκλικό σχήμα, με ελεύθερο χώρο στη μέση για τη βοσκή των ζώων και την καλλιέργεια της γης, αίσθημα ανασφάλειας.
Μια μέση κατάσταση εγκατάστασης μεταξύ του «χωριού-δρόμου» και του «χωριού δαχτυλιδιού» ήταν αυτή στην οποία υπήρχε αρκετός χώρος ανάμεσα στις δύο σειρές κατοικιών, χώρος κοινής ιδιοκτησίας.
Οι συγκεκριμένοι οικισμοί δεν είχαν βασικό σκοπό την προστασία, πάντως συνήθως υπήρχε μια αμυντική εγκατάσταση. Ως καταφύγιο λειτουργούσε η εκκλησία ή κάποιο κοντινό κάστρο.

ΑΣΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
Η πόλη, εκτός της Αγγλίας, είναι συμπαγής και καλά οχυρωμένη, με τείχη, τάφρους ή οχυρωματικούς πασσάλους. Το τείχος έχει και συμβολική σημασία: διαχωρίζει τον ελεύθερο άνθρωπο της πόλης με τον ημιελεύθερο ή καθόλου ελεύθερο άνθρωπο της αγροτικής γης. Η βασική διαφορά της μεσαιωνικής πόλης με την ελληνική και ρωμαϊκή είναι ότι στη δεύτερη περίπτωση η πόλη είναι ενσωματωμένη στον κοινωνικό και φυσικό περίγυρο, ενώ στην πρώτη αποτελεί έναν τελείως διαφοροποιημένο χώρο.
Η ύπαρξη του τείχους ήταν εμπόδιο στην ανάπτυξη τους. Οι περισσότερες ήταν υπερπλήρεις.
«διπλές πόλεις»: όταν η συνέχεια της πόλεως διακόπτεται από ένα ποτάμι. Παρατηρείται τμηματοποίηση της πόλης και διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων και των ρόλων κάθε τμήματος της πόλης
Αγορά: το σημείο εκείνο στο οποίο διοργανώνονται οι εβδομαδιαίες εμπορικές συναλλαγές και οι ετήσιες εκθέσεις προϊόντων. Δίπλα υπάρχει η μεγάλη αποθήκη, όπου αποθηκεύονται προϊόντα. Δίπλα σε αυτή την εμπορική δομή υπάρχει το κτίριο της διοίκησης, δείγμα πλούτου και ισχύος της πόλης.
Η εκκλησία παραμένει σημαντικός θεσμός στη δομή της πόλης, ενώ στις ρωμαϊκές πόλεις βρίσκεται στο κέντρο.
Οι κάτοικοι δραστηριοποιούνται και στην καλλιέργεια της γης.
Ζώνες αστικοποιημένης Ευρώπης: α) Ιταλία πόλεις προερχόμενες από ρωμαϊκές πόλεις, εκτός της Βενετίας, β) από τη Φλάνδρα μέχρι το Ρήνο, με εμπορική σημασία.
Κέντρα κλωστοϋφαντουργίας εμπορίου και βιοτεχνίας. Κοινό χαρακτηριστικό: βρίσκονται στις όχθες μεγάλων ποταμών εξυπηρετώντας εμπορικούς και μεταφορικούς σκοπούς. Γ) υπόλοιπη Γαλλία, νότια Αγγλία και Γερμανία: διασκορπισμένες πόλεις μεσαίου ή μικρού μεγέθους, Δ) Σκανδιναβία, Μεσόγειο, ανατολική, νοτιοανατολική Ευρώπη: ελάχιστες πόλεις.
Εξουσία εντός ορίων. Οι κάτοικοι της υπαίθρου έρχονται για να εμπορευτούν το περίσσευμα της παραγωγής τους. Τα εδάφη γύρω από την πόλη ανήκουν στους κατοίκους της και η αγορά γης είναι μια από τις βασικές και ελάχιστες επενδυτικές δραστηριότητες τους. Η καλλιέργεια τους ήταν εντατική και η παραγωγή καλύπτει σημαντικό μέρος της τροφοδοσίας των κατοίκων της.
Σημαντική δραστηριότητα: χειροτεχνία και βιοτεχνία
Η ανάπτυξη της ήταν άμεσα συνυφασμένη με την διαθεσιμότητα τροφής. Οι μικρές εξασφάλιζαν την τροφή από τις γύρω περιοχές, αλλά οι μεγάλες ήταν σε άμεση εξάρτηση από τις αγροτικές περιοχές και εκτός περιφέρειας της.
Λίγες είχαν την υποδομή για τροφοδοσία νερού και καμία για αποχέτευση και όμβρια ύδατα. Τροφοδοσία νερού από πηγάδια ή ποτάμια. Ανύπαρκτο αποχετευτικό δίκτυο. Απορρίμματα εκτεθειμένα στους δρόμους. Η θνησιμότητα ήταν μεγάλη.

Ο ΥΣΤΕΡΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ (ΑΡΧΕΣ 14ου – ΑΡΧΕΣ 16ου αι.)
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
Μειώνεται δραστικά λόγω της πανώλης. Η πανώλη είχε σημαντικές επιπτώσεις και στη μετατροπή της σχέσης προσφοράς – ζήτησης. Και σε ότι αφορά τη χρήση γης και το εργατικό δυναμικό.                                ΠΑΝΩΛΗ
Α) μείωση του εργατικού δυναμικού, λόγω της γενικότερης μείωσης του πληθυσμού,
Β) ερήμωση σημαντικών καλλιεργήσιμων εκτάσεων, λόγω της έλλειψης εργατικού δυναμικού
Γ) αύξηση της ζήτησης εργατικού δυναμικού
Δ) αύξηση του κόστους του εργατικού δυναμικού και της εργατικής αμοιβής

Σημαντικές αλλαγές στη ζήτηση τροφής και στο κόστος της:
Α) η τιμή των δημητριακών μειώθηκε λόγω της περιορισμένης ζήτησης
Β) μεγάλος αριθμός χωριών εγκαταλείφθηκε λόγω της μείωσης του πληθυσμού
Γ) η ηλικία σύστασης οικογένειας και οικονομικής μονάδας μειώθηκε αισθητά, επειδή αρκετοί νέοι κληρονόμησαν τους παλαιότερους που απεβίωσαν λόγω της πανώλης
Δ) η εργατική αμοιβή αυξήθηκε όταν το κόστος της τροφής μειώθηκε
Ε) η εγκατάλειψη των καλλιεργήσιμων εκτάσεων ευνόησε την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, στον βαθμό που υπήρχε πλέον περισσότερος διαθέσιμος χώρος για την τροφή των κοπαδιών. Η παραγωγή μαλλιού, αποτελεί σημαντική πηγή εισοδήματος της εποχής ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης της κτηνοτροφίας.
Η συγκέντρωση του πληθυσμού παραμένει η ίδια παρά την πανώλη και τις συνέπειες της γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως: η ποιότητα του εδάφους, οι κλιματολογικές συνθήκες και το υψηλό ή χαμηλό επίπεδο διαχείρισης της γης (τεχνικές καλλιέργειας), επίπεδο υγιεινής και δημόσιας υγείας, επίπεδο κοινωνικής οργάνωσης, οικονομικοί όροι – δυνατότητα αγοραστικής δύναμης του πληθυσμού. Άρα κάποιοι παράμετροι δεν διαφοροποιήθηκαν παρά την πληθυσμιακή μείωση, γι’ αυτό και αναπτύχθηκαν σημαντικά αστικά κέντρα.

Ο ΥΣΤΕΡΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ (ΑΡΧΕΣ 14ου – ΑΡΧΕΣ 16ου αι.)
ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Δεν σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές. Οι συνέπειες της πανώλης έντονες στα αστικά κέντρα λόγω της γειτνίασης του πληθυσμού και της έλλειψης των υποδομών. Παρόλα αυτά σημαντικός αριθμός αστικών κέντρων αυξάνουν τον πληθυσμό τους, κυρίως εκεί όπου είναι εγκατεστημένες κυβερνητικές αρχές (Ρώμη και Παρίσι), ή που υπάρχει σύνδεση με το θαλάσσιο εμπόριο
           
Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ
             Πληθυσμός
070928_davinci        Αυξάνεται μετά την πτώση του 14ου αι., και τις διακυμάνσεις του 15ου. Έλλειψη στοιχείων εκτός από την Αγγλία. Πυκνοκατοικημένες περιοχές: Κάτω Χώρες, μεσογειακή Ευρώπη (β. Ιταλία) . Αραιοκατοικημένες περιοχές: ανατολική Ευρώπη, Ρωσία, Λιθουανία, εσωτερικό Βαλκανίων
  
Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ
    Πόλεις – Αστική ανάπτυξη
Διαδικασία αστικοποίησης: αστικό κέντρο μπορεί να είναι και ένα χωριό των 500 κατοίκων, με στρατηγική και σημαντική γεωγραφική θέση. Το 15% του ευρωπ. Πληθυσμού κατοικεί σε αστικά κέντρα, τα οποία είναι περίπου 5000-6000. Στα περισσότερα η αγροτική οικονομία είναι το βασικό τους χαρακτηριστικό. Έλλειψη μόνιμης τροφοδοσίας νερού,  αποχέτευσης και άλλων βασικών υποδομών δημιουργούν επιδημίες και μόλυνση ποταμών. Αποτελούν πόλο μετανάστευσης από τις αγροτικές περιοχές.
Σημαντικός παράγοντας ανάπτυξης είναι η οικονομική και εμπορική δραστηριότητα (πόλη – εμπορικό κέντρο). Επίσης η ύπαρξη εύφορων εδαφών γύρω απ’ αυτή για να θρέψει τους κατοίκους της.
Μια νέα κατηγορία πόλεων είναι τα διοικητικά κέντρα των νέων εθνών – κρατών, οι πρωτεύουσες τους (πόλη – πρωτεύουσα). Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει το Παρίσι με σημαντική επέκταση και αυξητικό πληθυσμό άρα ανάγκη για συνεχείς προμήθειες και αύξηση πληθυσμού που υποαπασχολείται λόγω της μικρής βιοτεχνίας που είχε. Την ανταγωνιζόταν η Κων/πολη, ενώ το Λονδίνο και η Μόσχα ήταν μικρές κωμοπόλεις.
Μια άλλη κατηγορία ήταν οι πόλεις – λιμάνια (Γένοβα, Βενετία, Βαρκελώνη, Μασσαλία). Νέο δεδομένο: η ανάπτυξη του εμπορίου και των συγκοινωνιών με τον Νέο Κόσμο μέσω των ανακαλύψεων με αποτέλεσμα την ανάπτυξη των πόλεων – λιμανιών στην Ιβηρική χερσόνησο και στις Κάτω Χώρες
Ρυμοτομία πόλεων παρόμοια με τους προηγούμενος δύο αιώνες : στενοί δρόμοι, λίγοι πλακόστρωτοι, πεδίο απόθεσης των οικιακών απορριμμάτων, πυκνή δόμηση με μόνους υπαίθριους χώρους τις αγορές και τα κοιμητήρια,  κυριαρχούν λίγα δημόσια κτίρια, πύργοι και οβελίσκοι ναών. Αστικά κέντρα φτιαγμένα από ξύλο και πηλό παρά από πέτρα. Οι μικρότερες πόλεις αυτοσυντηρούνται ενώ οι μεγαλύτερες βασίζονται σε προμήθειες από μακριά.
Οι περισσότερες διαθέτουν βασική βιοτεχνία (υφαντουργία). Ανάπτυξη βιοτεχνικών χωριών (δυτική Φλάνδρα, Β. Γαλλία)
Η δικαιοδοσία τους δεν έφτανε σε μεγάλη απόσταση πέρα από τα τέχη τους και ένας από τους λόγους μή ανάπτυξης επαρκούς συστήματος ύδρευσης ήταν ο μή έλεγχος της γη και των γύρω φυσικών πόρων.
Οι μεγαλουπόλεις, κυρίως, βρίσκονταν στην Β. Ιταλία και στην βορειοδυτική Ευρώπη. Οι πρωτεύουσες ήταν οι μεγαλύτερες πόλεις στις χώρες τους.

ΠΗΓΕΣ
  1. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Bloch M, Η φεουδαλική κοινωνία. Η διαμόρφωση των σχέσεων εξάρτησης, οι τάξεις και η διακυβέρνηση των ανθρώπων, Εκδ. Κάλβος, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα 1987
  3. Μανδυλαρά Άννα, Η διπλή ζωή της οικονομικής ιστορίας. Θέματα Ευρωπαϊκής Ιστοριογραφίας, Πάτρα, ΕΑΠ, 2008
  4. North D. C., Δομή και μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Εκδ. Κριτική, Α. Αλεξιάδη, Αθήνα 2000
  5. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008