Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΥΠΕΡΠ ΜΕΤΑΝ.Οι αλλαγές που έλαβαν χώρα στον κόσμο από την αυγή του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας, είναι τόσες πολλές και τέτοιας έκτασης που κάνουν τις δύο εποχές να φαντάζουν αρκετά μακρύτερα χρονικά από τα διακόσια περίπου χρόνια που τις χωρίζουν πραγματικά. Ωστόσο, πέραν της μετανάστευσης που καλούμαστε να εξετάσουμε για τις δύο χρονικές περιόδους, κοινό σημείο μεταξύ τους μοιάζει να είναι η εμφάνιση δύο φαινομένων που στην εξέλιξή τους θα ξεπερνούσαν τα όρια της Ευρώπης, αποκτώντας ουσιαστικά παγκόσμιο χαρακτήρα και επηρεάζοντας άμεσα και αυτό το φαινόμενο της μετανάστευσης. Το πρώτο, έχει να κάνει με ότι αποκαλούμε Βιομηχανική Επανάσταση1 το οποίο άλλαξε τη δομή και τη φύση της οικονομίας, τα θεμέλια της οποίας βασίζονταν στη γεωργία για δέκα χιλιάδες χρόνια περίπου. Το δεύτερο, αφορά την παγκοσμιοποίηση που επίσης έχει (και) οικονομική βάση και χαρακτήρα.
1 Η διένεξη μέρους της επιστημονικής κοινότητας για το αν είναι δόκιμη ή όχι η μεταφορά του όρου Επανάσταση από την πολιτική στην οικονομική ιστορία δε θα μας απασχολήσει εδώ, αλλά θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο για λόγους συνεννόησης.
Σύμφωνα με τον ιστορικό E. Hobsbawm αποτέλεσμα της Βιομηχανικής Επανάστασης υπήρξε αφενός η συντριβή όλων των κοινωνικών δεσμών (πλην εκείνου του χρήματος) σε συνδυασμό με την εκτόξευση όλων των σχετικών με την οικονομία δεικτών (Hobsbawm, 1992: 52). Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της προηγούμενης διαπίστωσης μοιάζει να είναι σε συμφωνία με τα στοιχεία που μας δίνει ο Pounds για τη συγκεκριμένη περίοδο, καθώς μαζί με τον υπερδιπλασιασμό του ευρωπαϊκού πληθυσμού, παραθέτει τον υπερδιπλασιασμό της αγροτικής παραγωγής, τον δεκαπλασιασμό της βιομηχανικής παραγωγής και τον εξαπλασιασμό το ευρωπαϊκού ακαθάριστου προϊόντος (Pounds, 2001: 171). Όμως πίσω από τους οικονομικούς δείκτες, κρύβονται βαθιές ανακατατάξεις και αλλαγές στον τρόπο ζωής των ευρωπαίων, γεγονός που μαρτυρά η μαζική μετανάστευση και η χωρίς προηγούμενο διόγκωση των αστικών κέντρων.
Τη μετανάστευση της συγκεκριμένης περιόδου μπορούμε να τη διακρίνουμε σε εσωτερική,
ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΥΠΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ, ΣΤΙΣ Η.Π.Α.
ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΥΠΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ, ΣΤΙΣ Η.Π.Α.
από την αγροτική ύπαιθρο κάθε ευρωπαϊκής χώρας προς τις μεγάλες πόλεις που είχαν βιομηχανική παραγωγή, ικανή να απασχολήσει εργατικά χέρια, και σε υπερπόντια, που αν και μικρότερης έκτασης από την προηγούμενη θα αποκτήσει βαρύνουσα σημασία (Pounds, 2001: 182). Αρχικά τουλάχιστον, τόπο προέλευσης των μεταναστών θα αποτελέσουν οι λιγότερο εύφορες αγροτικές εκτάσεις, ενώ όσο κυλούσε ο αιώνας θα συρρέουν στις πόλεις ακόμα και από περιοχές στις οποίες η γεωργία δεν ήταν αποδοτική, λόγω του ότι δεν χρειάζονταν πλέον τόσο εντατική εργασία όσο στο παρελθόν (Pounds, 2001: 182). Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο βαθμός της μετανάστευσης έμοιαζε να κινούνταν με ρυθμούς αντιστρόφως ανάλογους της αγροτικής παραγωγής, δηλαδή σε τόπους ή χρονιές που η απόδοση της γης έπεφτε σε χαμηλά επίπεδα, αυξάνονταν ο αριθμός εκείνων που μετανάστευαν (Pounds, 2001: 184).
Μια ακόμα διάκριση που μπορούμε να κάνουμε, είναι αυτή μεταξύ της εποχικής και της μόνιμης μετανάστευσης. Στην αρχή του 19ου αιώνα, η πρώτη είχε προορισμό τις εγγύτερες πόλεις σε μικρή απόσταση από τον τόπο προέλευσης, αλλά ειδικά μετά εμφάνιση του ατμόπλοιου ακόμα και η υπερπόντια μετανάστευση μπορεί να λογαριάζονταν ως εποχική. Ωστόσο, εκείνο που ξεκινούσε σε αρκετές περιπτώσεις για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μπορεί στην πορεία να μετατρέπονταν σε μόνιμο (Pounds, 2001: 182).
Επιπλέον, ο χαρακτήρας της μετανάστευσης της συγκεκριμένης περιόδου ήταν κυρίως προλεταριακός. Δηλαδή, ένα ογκώδες κύμα προερχόμενο από τις αγροτικές μάζες θα κατακλείσει τις πόλεις ώστε να εργαστεί στη βιομηχανία και στο εξής οφείλει να συμμορφωθεί σε πρωτοφανείς εργασιακές συνθήκες, όσον αφορά ωράρια και μισθολογικά συστήματα, ενώ επιπλέον δεν θα κατέχει το ίδιο τα μέσα παραγωγής. Το πλέον ευάλωτο τμήμα του, το όποιο χρησιμοποιείται σαν φθηνό εργατικό δυναμικό, αντλείται από τις τάξεις των παιδιών και των γυναικών (Γαγανάκης, 1999: 247).
ΠΟΛΕΜ ΜΕΤΑΝΕξαίρεση, λόγω των συνθηκών, στους παραπάνω κανόνες, φαίνεται πως αποτελούσαν οι Εβραίοι που δεν είχαν ούτε το δικαίωμα κατοχής γης, ούτε εκείνο της εγκατάστασης σε μεγάλες πόλεις. Έτσι, θα στραφούν σε μικρεμπόριο και σε χειρωνακτικές τέχνες και όταν οι συνθήκες ευνόησαν ώστε να αποκτήσουν πλήρη δικαιώματα, όπως στην αυτοκρατορία των Αψβούργων το 1867 κι έπειτα στη Γερμανία το 1871, θα επιδοθούν στο εμπόριο και στις τραπεζικές επιχειρήσεις. Διαφορές παρουσίαζε όμως και η υπερπόντια μετακίνησή τους, αφενός γιατί δεν ήταν εποχική, αφετέρου διότι η απασχόλησή τους δεν ήταν αγροτική αλλά υπήρξαν τεχνίτες και έμποροι (Pounds, 2001: 188,189).
Μια από τις βασικότερες συνέπειες που είχαν οι εξελίξεις που περιγράψαμε, ήταν η ανακατανομή του αυξημένου ευρωπαϊκού πληθυσμού, με κατακόρυφη μεγέθυνση των μεγάλων πόλεων και των βιομηχανικών κέντρων, ενώ η ύπαιθρος παρέμεινε στάσιμη, είτε μειώθηκε ο πληθυσμός της. Χαρακτηριστικό είναι πως ο ευρωπαϊκός πληθυσμός υπερδιπλασιάστηκε τη στιγμή που ο αντίστοιχος αστικός εικοσαπλασιάστηκε (Pounds, 2001: 196). Πιθανά σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη, μοναδική εξαίρεση να αποτελούσε η Ολλανδία, λόγω έλλειψης βιομηχανικής ανάπτυξης (Pounds, 2001: 192).
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό των βιομηχανικών περιοχών, υπήρξε η μείωση των ρυθμών γεννήσεων και θανάτου συγκριτικά με την υπόλοιπη χώρα, όπως για παράδειγμα στον ιταλικό βορρά και στην Καταλονία. Αντίθετα σε περιοχές με προβιομηχανική οικονομία, η μόνη λύση στις τάσεις υπερπληθυσμού ήταν η μετανάστευση, όπως συνέβη στον ιταλικό νότο και στην Cuenea της Νέας Καστίλης (Pounds, 2001: 194).
Επιπλέον, στις αγροτικές περιοχές που ο πληθυσμός μειώθηκε λόγω της μετανάστευσης, το γεγονός είχε αντανάκλαση και στην πτώση των αναπτυξιακών ρυθμών (Pounds, 2001: 193). Αντίθετα, οι πρωτεύουσες και τα βιομηχανικά κέντρα αναπτύχθηκαν, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δημιουργήθηκαν πόλεις απ’ την αρχή, χάρη στην ύπαρξη βιομηχανικής παραγωγής. Βέβαια, στις τελευταίες ήταν εμφανής η έλλειψη άλλων στρωμάτων πλην της εργατικής τάξης και υπολείπονταν στον τομέα των υπηρεσιών (Pounds, 2001: 196). Αναλογικά, οι μεγάλες πόλεις επέδειξαν μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης από τις μικρομεσαίες και παράλληλα εμφανίστηκε και ο τριτογενής τομέας των υπηρεσιών. Συνάμα, σε αρκετές μεγάλες πόλεις οι διοικητικές λειτουργίες έφτασαν σε βαθμό να υπερτερούν των άλλων τομέων της οικονομίας κι οι αγροτικές ασχολίες μειώθηκαν όπου δεν εξαλείφθηκαν εντελώς (Pounds, 2001: 198).
Ωστόσο, η αστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση παρουσίαζαν και αρκετά σοβαρά προβλήματα,ΝΕΑ ΜΕΤΑΝ τουλάχιστον στην πρώτη φάση της ανάπτυξης και σε αρκετές περιπτώσεις μέχρι και την καμπή του εικοστού αιώνα. Οι πυκνοκατοικημένες εργατογειτονιές, πέρα από το πρόβλημα αισθητικής, λόγω της μονότονης ομοιομορφίας τους, έθεταν και σοβαρό ζήτημα υγιεινής, καθώς η πυκνή δόμηση και ο συνωστισμός ευνοούσαν τη μετάδοση ασθενειών. Επίσης, τα υποτυπώδη μέτρα υγιεινής σε συνδυασμό με το πρόβλημα έλλειψης καθαρού πόσιμου νερού που αντιμετώπιζαν αρκετές μεγάλες πόλεις απειλούσαν τη δημόσια υγεία , με αποτέλεσμα την εξάπλωση επιδημιών όπως η χολέρα. Επιπλέον, πρόσβαση στους τομείς της ενέργειας- αρχικά στο αέριο και στην συνέχεια στο ηλεκτρικό – είχαν πρόσβαση (όπως και σε καθαρό νερό), μόνο στις καλύτερες γειτονιές (Pounds, 2001: 202). Τέλος, όσο οι πόλεις μεγάλωναν, τόσο αναδεικνύονταν τα προβλήματα στις μετακινήσεις και τις μεταφορές. Έτσι, ευνοήθηκε η λύση των μαζικών μέσων μεταφοράς- λεωφορείων και τραμ- αρχικά ιππήλατων και στη συνέχεια ηλεκτρικών (Pounds, 2001: 202). Παράλληλα, καθώς το ζήτημα της τροφοδοσίας γίνονταν όλο και πιο επιτακτικό όσο μεγάλωνε η πόλη, οι αγορές εξειδικεύτηκαν και έγιναν μόνιμες, ενώ εργαστήρια παραγωγής τροφίμων απόκτησαν εργοστασιακή λειτουργία. Χάρη σ’ αυτές τις εξελίξεις, απομακρύνθηκε η απειλή των λιμών που έπληττε τα αστικά κέντρα κατά το παρελθόν (Pounds, 2001: 205).
Στον αιώνα που ακολούθησε, η μετανάστευση τόσο υπερπόντια -ειδικότερα τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα – όσο και εσωτερική εξακολουθούσε υφίσταται ως φαινόμενο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ειδικότερα μετά το πέρας του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, οι βιομηχανικές χώρες της βόρειας Ευρώπης, τόσο λόγω μεγάλης καταστροφής σε παραγωγικές δυνάμεις, υποδομές κ.λ.π, όσο και λόγω έλλειψης εργατικού δυναμικού αποτέλεσαν τόπο προορισμού για εργάτες από τις χώρες της νότιας Ευρώπης. Ωστόσο, χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης περιόδου, αποτελούσε η οργανωμένη και κεντρικά σχεδιασμένη μετανάστευση από τις αναπτυγμένες χώρες του βορά, χάρη στην ικανότητα και την επιθυμία τους να απορροφούν εργατικό δυναμικό. Όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η συγκεκριμένη κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, μέχρι του σημείου να μιλάμε ακόμα και για αντιστροφή της κατάστασης σε κάποια επίπεδα.
Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να εντοπίσουμε αλλαγές που αφορούν τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική μετανάστευση σε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα: Το πρώτο αφορά τη σύνθεση των μεταναστών όπου διακρίνουμε μεγαλύτερη κινητικότητα των προσφύγων και των αδήλωτων μεταναστών είτε πρόκειται για εξωτερική μετανάστευση από Αφρική και Ασία, είτε για ομάδες από την ανατολική Ευρώπη. Μεγαλύτερη κινητικότητα εμφανίζει επίσης και η εσωτερική μετανάστευση μεσαίων και υψηλών στρωμάτων, όπου κατευθύνονται αφενός προς τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις για εργασιακούς λόγους, αφετέρου σε τόπους που αποτελούσαν επιλογές διακοπών και αναψυχής. Παράλληλα, μαζί με την εμφάνιση των νέων ρευμάτων, μεγαλύτερη σημασία αποκτά η γυναικεία μετανάστευση. (Αράπογλου, 2008: 138,139)
Το δεύτερο επίπεδο συμπεριλαμβάνει τις αλλαγές των τόπων προέλευσης αλλά και των τόπων προορισμού των μεταναστών. Έτσι, ο ευρωπαϊκός νότος, ο οποίος αποτελούσε παραδοσιακά τόπο αποστολής έχει μετατραπεί σε τόπο υποδοχής μεταναστών. Τόπους αποστολής συνιστούν αφενός η Αφρική αλλά και η Ασία στην εξωτερική μετανάστευση, αφετέρου η βόρεια και η ανατολική Ευρώπη προς τον νότο. (Αράπογλου, 2008: 139)
Το τρίτο επίπεδο έχει να κάνει με την επαγγελματική διάρθρωση των μεταναστευτικών κοινοτήτων. Το πρότυπο του προλετάριου μετανάστη τείνει να αντικαταστήσει σε σημασία, εκείνο του μικρού εμπόρου και επιχειρηματία που διεξάγει διασυνοριακό εμπόριο μέσα από μικρές εθνοτικές επιχειρήσεις στον τόπο υποδοχής. Εξάλλου, στελέχη πολυεθνικών και επαγγελματίες από το χώρο των υπηρεσιών, έχουν τόπο προορισμού τις πιο αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Συνάμα, αυξάνονται οι περιπτώσεις μόνιμης εγκατάστασης σε τόπους που αποτελούσαν επιλογές αναψυχής. (Αράπογλου, 2008: 139)
Στο τελευταίο επίπεδο αντικατοπτρίζονται οι αλλαγές των τρόπων κινητοποίησης. Καθώς στα σύγχρονα ρεύματα οι ανισότητες δεν εδράζονται [πάντα] σε ταξικούς λόγους αλλά στη γεωγραφική κινητικότητα, όπως και στην αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών [βλέπε τηλεεργασία] από νέα κοινωνικά στρώματα (Αράπογλου, 2008: 139)
ΜΕΤΑΝΕιδικότερα για τους πρόσφυγες και την αδήλωτη μετανάστευση, δύο γεγονότα ήρθαν να διογκώσουν το ρεύμα προς τις ευρωπαϊκές χώρες του νότου. Το πρώτο χρονικά αφορά την κατάρρευση των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού με αποτέλεσμα τη δημιουργία μεταναστευτικών ρευμάτων από την ανατολική προς τη δυτική Ευρώπη. Το δεύτερο αφορά τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που διεξάγουν οι Η.Π.Α. με τις συμμάχους τους και δημιουργεί κύματα Αφγανών προσφύγων και αλυσιδωτές αντιδράσεις στις γειτονικές χώρες (Λεοντίδου, 2008: 366). Ωστόσο, στη δεύτερη περίπτωση, όπως και σ’ αυτή των μεταναστών από την Αφρική δεν είναι πάντα καθαρό αν οι χώρες της νοτίου Ευρώπης αποτελούν πάντα τελικό προορισμό ή ενδιάμεσο σταθμό. Όπως και να έχει η γεωγραφική εγγύτητα, σε συνδυασμό με παραμέτρους όπως: η οικονομική ανάπτυξη της νοτίου Ευρώπης, η πολιτική αστάθεια αρκετών χωρών προέλευσης (όπως οι Βαλκανικές), η έλλειψη ετοιμότητας στη χάραξη μεταναστευτικής πολιτικής από τις χώρες προορισμού, η δημογραφική έκρηξη αφρικανικών πληθυσμών, υπήρξαν λόγοι διόγκωσης της αδήλωτης μετανάστευσης (Αράπογλου, 2008: 140)
Έτσι, η αντιμετώπιση στις χώρες υποδοχής παρουσιάζει μια πολυσημία που κυμαίνεται από την από την έξαρση του εθνικισμού και σε πιο ακραίες περιπτώσεις σε εκδήλωση ξενοφοβίας και ρατσισμού έως την εκδήλωση συναισθημάτων και πράξεων διεθνιστικής αλληλεγγύης και διοργάνωσης υποστηρικτικών εκδηλώσεων (Λεοντίδου, 2008: 369,374). Βέβαια, για την ελλειμματική ένταξη της συγκεκριμένης μερίδας μεταναστών που φτάνει μέχρι το βαθμό του κοινωνικού αποκλεισμού, μεγάλο βάρος πέφτει στις κυβερνήσεις και στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση σε επίπεδο κορυφής. Από τη μια, για την αντιρρεαλιστική αρχική πολιτική της «Ευρώπης –φρούριο», που είχε στόχο να αποκλείσει τους μετανάστες από Αφρική, Ασία και Ανατολική Ευρώπη από τα εδάφη της. Από την άλλη, για την αδιαφορία ή την έλλειψη βούλησης ακόμα και σήμερα, να διασφαλίσει οικιστική και εργασιακή αποκατάσταση (Λεοντίδου, 2008:365,367).
Μολονότι η αντιμεταναστευτική ρητορεία, συνεπικουρούμενη σε αρκετές περιπτώσεις και από μερίδα των μέσων μαζικής επικοινωνίας, μετατοπίζει το βάρος κοινωνικών προβλημάτων, με πολλές φορές ατεκμηρίωτες κατηγορίες, για αύξηση της ανεργίας ή της εγκληματικότητας, στην αθρόα μετανάστευση. Στους μετανάστες μπορεί να πιστωθεί η συμβολή στην αναπαραγωγή και την ευημερία μεσοστρωμάτων των χωρών υποδοχής μέσω: της διατήρησης χαμηλού κατασκευαστικού κόστους στις παρυφές των πόλεων, απελευθέρωσης των γυναικών από το βάρος της οικιακής φροντίδας με αποτέλεσμα την ευκολότερη επαγγελματική αποκατάσταση των τελευταίων, την προσφορά εργασίας είτε σε παλιές μεταποιητικές μονάδες είτε σε παλιές και νέες βιομηχανικές συνοικίες, την ενίσχυση του εισοδήματος των μικρών ιδιοκτητών μέσω της ενοικίασης των παλιών οικιών στο κέντρο της πόλης, τη διατήρηση ή την επέκταση του κοινωνικού εξοπλισμού (Αράπογλου, 2008: 142).
Σ’ ένα άλλο επίπεδο η νέα μορφή μετανάστευσης μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, σε αναζήτηση1 ενός ποιοτικότερου τρόπου ζωής, μοιάζει να έχει αντίστροφη κατεύθυνση από αυτήν που ακολουθούσε μεταπολεμικά η εσωτερική ευρωπαϊκή μετανάστευση για εργασιακούς λόγους. Όμως η κατεύθυνση από το βορά προς το νότο δεν αποτελεί τη μόνη αντιστροφή. Σε οικονομικό επίπεδο, αυτό το ρεύμα διακρίνεται περισσότερο για την κατανάλωση – ειδικά υπηρεσιών – παρά για την παραγωγή. Στον εργασιακό τομέα, η αξιοποίηση των δυνατοτήτων νέων τεχνολογιών, όπως η τηλεεργασία, επιτρέπει την μετακίνηση και ενεργών παραγωγικά τμημάτων, εκτός των συνταξιούχων. Επιπλέον, πολιτιστικά ενσωματώνεται αρκετά εύκολα, χωρίς να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης που διατρέχουν οι οικονομικοί μετανάστες και οι πρόσφυγες (Λεοντίδου, 2008: 373). Η συμβολή τους μπορεί να αναγνωριστεί στην αναβάθμιση οικισμών, μέσω χρημάτων που προσφέρουν για την συντήρηση παραδοσιακών οικισμών, αλλά και στην πληθυσμιακή σταθεροποίηση τόπων που κινδύνευαν με ερήμωση. Στον αντίποδα, η παρουσία τους ενθαρρύνει την τάση για «ξεπούλημα», ενώ επίσης υποβόσκει μια τάση αποκλεισμού των ντόπιων, είτε λόγω αδυναμίας των τελευταίων στην απόκτηση κατοικίας, είτε λόγω ιδιωτικοποίησης χώρων όπως οι ακτές (Λεοντίδου, 2008: 374).
Όπως γίνεται αντιληπτό, η μετανάστευση αποτελεί ένα πολυσύνθετο, πολυπαραγοντικό και πολυεπίπεδο φαινόμενο που αφορά μετακινήσεις πληθυσμών από τον τόπο προέλευσης στον τόπο προορισμού. Οι λόγοι αυτής της μετακίνησης μπορεί να είναι επίσης ποικίλοι και σύνθετοι ειδικά στις μέρες μας με τους περιορισμούς που θέτει αλλά και τις δυνατότητες που ανοίγει η παγκοσμιοποίηση. Από αυτήν την άποψη μια συγκριτική ανάλυση της μετανάστευσης, οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν τόσο τα χαρακτηριστικά των πληθυσμών (εθνικά, ταξικά, πολιτιστικά κ.α.) που μετακινούνται, όσο και τις διεργασίες και τους λόγους (πολιτικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτισμικούς κ.λ.π) που ώθησαν στην μετακίνηση αυτή, και συνάμα, τη δυνατότητα αντικειμενικής εκτίμησης της διαμορφωθείσας κατάστασης στους τόπους προορισμού. Με αυτήν την έννοια η δυνατότητα αξιοποίηση της διεπιστημονικότητας, αντί της υιοθέτησης μιας μόνο διαίρεσης των ήδη υπαρχόντων κλάδων της γεωγραφίας, και μιας προσπάθειας σύνθεσης όλων των κλάδων της ανθρωπογεωγραφίας –Κοινωνική, πολιτική, Οικονομική κ.οκ- που θα συμπεριλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές της πραγματικότητας, μοιάζει να είναι το προσφορότερο εργαλείο για ένα τόσο σύνθετο φαινόμενο όπως η μετανάστυευση.
.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. HobsbaumE./ H εποχή των επαναστάσεων 1789-1848/ σ. 52/ Εκδ. ΜΙΕΤ/ Αθήνα 1992
  2. PoundsN.J.G./ Ιστορική Γεωγραφία της Ευρώπης, τ’ Α/ Εκδ. Ε.Α.Π./ Πάτρα 2001
  3. Αράπογλου Βασίλης/ Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός/ Εκδ. Ε.Α.Π./Πάτρα 2008
  1. Γαγανάκης Κ/ Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 1999
  2. Λεοντίδου Λίλα/ Αγεωγράφητος Χώρα/Εκδ. Ελληνικά Γράμματα/ Αθήνα 2008
                                                                                                                                             Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ κ' ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ απο16ο αι. έως τις παραμονές του Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ κ' ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ απο16ο αι. έως τις παραμονές του Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


         Από τον 16ο έως τον 19ο αι
            Πληθυσμός
ΑΣΤ ΑΝΑΠΤ 2   Ραγδαία αύξηση τον 16ο και το δεύτερο μισό του 18ου αι. Η ενδιάμεση περίοδος χαρακτηρίζεται από στασιμότητα ή και μείωση λόγω: α) λιμού και έλλειψη τροφής αποτέλεσμα των καιρικών συνθηκών και της καταστροφής της σοδειάς. Δυσκολεύει την κατάσταση η κερδοσκοπική τάση – αύξηση τιμών των δημητριακών. Η σοβαρότητα των λιμών υποχωρεί τον 18ο , αρχές 19ου αι. όπου οι πιο εξελιγμένοι τρόποι μεταφοράς μπορούσαν να μεταφέρουν τροφή σε περιοχές με έλλειψη. β) αρρώστιες (πανούκλα, τύφος, βλογιά) όπου μόνο με την βελτίωση των υποδομών υγιεινής στις πόλεις καταπολεμήθηκαν, γ) πόλεμοι (Τριακονταετής), δ) Η δομή της οικογένειας και της κοινωνίας λειτούργησε σταθεροποιητικά για τον πληθυσμό, ε) η μετακίνηση των πληθυσμών, εποχική και μόνιμη. Τάση για κατοίκηση στα αστικά κέντρα για εξεύρεση εργασίας, μεταναστεύσεις πληθυσμών με τη βία (Μαυριτανοί στην Ισπανία), εξωτερική μετανάστευση στις αποικίες.
Η πυκνότητα δεν ήταν πάντα συμβατή με τις περιοχές που είχαν γόνιμο έδαφος, αλλά σε περιοχές όπου ήταν ανεπτυγμένη η οικοτεχνία που απασχολούσε μεγάλο αριθμό εργατικού δυναμικού.
Γαλλία: πυκνοκατοικημένες περιοχές: Β. Γαλλία από τη Βρετάνη ως τις Κάτω Χώρες, η περιοχή του Παρισιού, η Αλσατία και η περιφέρεια της Λυών.
Νότιες Κάτω Χώρες: ταχύτερος ρυθμός ανάπτυξης στην Ευρώπη αυτήν την εποχή, έντονη αύξηση στις δυτικές ή ναυτικές επαρχίες, Άμστερνταμ μια από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις. Αντίθετα με τις Β. Κάτω Χώρες Γερμανία: 16ος αι. αύξηση, Τριακονταετής πόλεμος σοβαρή μείωση
Άλπεις: διέθετε φυσική προστασία από τους πολέμους που κατέστρεψαν τη Γερμανία αλλά η πληθυσμιακή ανάπτυξη εμποδίστηκε από την ανεπάρκεια καλλιεργήσιμων εδαφών γι’ αυτό και προμήθευσε στρατιώτες σε ξένους στρατούς.

18ος αι.: εποχή επανεγκατάστασης και ανάπτυξης
Ρωσία, Ιταλία: σημαντική αύξηση, Ιβηρική χερσόνησος: σοβαρή μείωση λόγω μετανάστευσης προς τις αποικίες, πανώλης

Από τον 16ο έως τον 19ο αι.                                                                    AST ANAPT 3
Πόλεις – αστικά κέντρα
Οι αιώνες αυτοί δεν χαρακτηρίζονται από αστική ανάπτυξη. H προβιομηχανική πόλη αποτελούσε πρώτα απ’ όλα τόπο συναλλαγών, και η ζωή της είχε επίκεντρο την αγορά της. Ήταν επίσης κέντρο βιοτεχνικών μονάδων. Το δίκτυο των μικρών εμπορικών πόλεων, παρέμενε όπως ήταν στο τέλος του Μεσαίωνα, ελάχιστα μεγάλωσε. Εκεί ζούσαν λίγοι βιοτέχνες, επαγγελματίες και πολλοί εισοδηματίες που αντλούσαν τα εισοδήματα τους από τους γειτονικούς αγρούς και χωριά. Μια οπισθοδρομική και αμετάβλητη κοινωνία. Πολλές τέτοιες πόλεις επιβίωσαν μέχρι και τον εικοστό αιώνα γιατί δεν υπήρχε μεγάλη οικονομική ανάγκη να ανοικοδομηθούν ή να επεκταθούν. Υπάρχουν οι μικρές, (Γερμανία, ανατ. Ευρώπη, Ρωσία, Πρωσία) οι μεσαίες, οι μεγάλες και οι πολύ μεγάλες εμπορικές πόλεις (Β. Ιταλία)
Εκτεταμένη χρήση του ξύλου, (τα αστικά κέντρα των μεγαλύτερων ηπειρωτικών πόλεων ήταν φτιαγμένα από πέτρα κυρίως στην νότια Ευρώπη λόγω έλλειψης του ξύλου) έλλειψη υποδομών και συστημάτων υγιεινής, (οι περισσότερες πανώλες προέρχονταν από πόλεις), στενοί δρόμοι, μεγάλος αριθμός στάβλων και αμαξοστασίων, υποδοχή μεταναστών. Η σταδιακή αντικατάσταση του ξύλου με λιθοδομές κατέστησε τις πόλεις ασφαλέστερες και πιο υγιεινές. Ορισμένα λιμάνια αναπτύχθηκαν για να καλύψουν εμπορικές ανάγκες (Χάβρη – 16ος αι.). Επίσης «νέες πόλεις» θεωρούνται οι Residenzstade, ημιαστικοί οικισμοί για τα πριγκηπικά ανάκτορα και τα κομψά σχεδιασμένα προάστια τα οποία προσθέτονταν σε μια υφιστάμενη πόλη.
Η πόλη – εμπορικό κέντρο αποτελεί την πλειοψηφία των πόλεων. Οι μεγάλου μεγέθους πόλεις παράλληλα με τον εμπορικό και οικονομικό ρόλο τους αποτελούν έδρες των κυβερνήσεων των νέων κρατών, εκπαιδευτικά και πολιτιστικά κέντρα, διαθέτουν εξειδικευμένους γιατρούς, δικηγόρους, αλλά και έναν σημαντικό αριθμό φτωχών.
Οι μικρότερες αντλούν προμήθειες (τροφή) από την περιφέρεια τους ενώ οι μεγαλύτερες υποχρεούνται να τις εισάγουν από μακριά.
Αν. Ευρώπη και Ρωσία: μικρότερη επέκταση συγκριτικά με τη Δυτική Ευρώπη και χαρακτηρίζονται από ένα προστατευμένο από τείχη παλάτι γύρω από το οποίο επεκτείνεται σε περιορισμένη έκταση μια πυκνοκατοικημένη περιοχή που καταλήγει σε κάποιο προάστιο. (Αγία Πετρούπολη)
        
 Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
   
ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΕΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΕΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
    (μετά τους ναπολεόντειους πολέμους)
          ΠΟΛΕΙΣ
Αύξηση πληθυσμού των μεγάλων πόλεων και ειδικότερα αυτών που ήταν πρωτεύουσες των κρατών τους.
Χαρακτηριστικό της εποχής ο βαθμός αστικοποίησης της Μεγ. Βρετανίας, με το μεγαλύτερο αριθμό αστικών κέντρων, γεγονός που συνδέεται  άμεσα με τον βαθμό εκβιομηχάνισης της χώρας, συγκριτικά με την ηπειρωτική Ευρώπη. Οι πόλεις στο εσωτερικό της  Ευρώπης δεν είχαν ακόμη αναπτυχθεί σε βιομηχανικά κέντρα πράγμα που γίνεται  το δεύτερο μισό του 19ου αι. Η οικιακή βιοτεχνία εξασκούνταν σε μεγάλη κλίμακα. Οι μεταλλοβιομηχανίες ήταν κυρίως αγροτικές και εγκατεστημένες εκεί όπου υπήρχε η κινητήριος δύναμη, τα ποτάμια.
Ιβηρική χερσόνησος: Μαδρίτη, Δυτ. Ευρώπη: Βρυξέλλες, Αμβέρσα, Βερολίνο, Βιέννη, Αμβούργο, Πράγα. Αν. Ευρώπη: δεν υπάρχουν πραγματικά μεγάλες πόλεις.
Η γεωγραφία της αστική ανάπτυξης το πρώτο ήμισυ του 16ου αι. έχει αρκετά κοινά σημεία με τις αρχές του 19ου. Μια τάση που ξεκίνησε πριν από 250 έτη παγιώθηκε και ισχυροποιήθηκε. Εξαφάνιση ή αποδυνάμωση κάποιων αστικών κέντρων και παράλληλα η εμφάνιση ή ενίσχυση κάποιων άλλων.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
(μετά τους ναπολεόντειους πολέμους)
Την περίοδο των ναπολεόντειων πολέμων υπάρχει μείωση. Μετά το τέλος του πολέμου ακολούθησε αύξηση λόγω: σχετικής αύξησης των τροφίμων, εξαφάνισης σημαντικών επιδημιών, εμφάνιση κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που ευνοούσαν τους γάμους σε νεότερες ηλικίες.
Η κατανομή του πληθυσμού στη Μ. Βρετανία είναι ιδιαίτερα άνιση και δικαιολογείται απο τη συγκέντρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων, της εξόρυξης του άνθρακα και της βιομηχανικής ανάπτυξης σε ορισμένες περιοχές.
Στη Γαλλία ο πληθυσμός παραμένει στάσιμος για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους με πυκνότητα στις βόρειες ακτές, Αλσατία, Παρίσι, Λυών.
Ολλανδία, Βέλγιο: σημαντική αύξηση λόγω των νέων βιοτεχνικών δραστηριοτήτων.
Δανία, η πιο πυκνοκατοικημένη από της σκανδιναβικές χώρες, Ρωσία ραγδαία αύξηση, Ισπανία – Πορτογαλία μείωση λόγω Χερσονησιακού πολέμου, Ιταλία αύξηση, Νορβηγία- Σουηδία διασκορπισμένος σε περιοχές με παραγωγικές δραστηριότητες
Οι βασικές προσδιοριστικές παράμετροι της πληθυσμιακής μεταβολής και πυκνότητας στην Ευρώπη είναι: η βελτίωση και αύξηση της παραγωγής, η βελτίωση των συνθηκών υγιεινής, η ανάπτυξη του θεσμού του εργοστασίου και η συγκέντρωση του πληθυσμού, η παράλληλη ανάπτυξη των αστικών κέντρων και η βελτίωση των συγκοινωνιών γεγονός που επιτρέπει τη μεταφορά τροφής από απομακρυσμένες περιοχές, η Φυσική Γεωγραφία σε συνδυασμό με τις κλιματολογικές συνθήκες, άλλες κοινωνικές και πολιτιστικές παράμετροι όπως η φιλοδοξία για κοινωνική άνοδο.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ                            
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ                                                                             Β ΕΠ 1
Αλματώδη αύξηση
  • Μείωση γεννήσεων εξαιτίας οικονομικών και κοινωνικών λόγων.
  • Μείωση της θνησιμότητας. Βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, των συνθηκών υγιεινής και του περιορισμού των λιμών.
  • Παρόλο τον περιορισμό των λιμών η ανεπαρκής δίαιτα και διατροφή, (κυρίως στα αστικά κέντρα) παραμένει. Εκεί παρατηρείται ανεπάρκεια ειδών διατροφής (λαχανικά) και συμπτώματα ασθενειών λόγω αυτής της έλλειψης.
  • Μετανάστευση. Σημαντικό εσωτερικό μεταναστευτικό ρεύμα από τις αγροτικές περιοχές προς τα αστικά και βιομηχανικά κέντρα. Εποχική μετανάστευση για τη συγκομιδή στο Νέο Κόσμο. Πάντως η υπερπόντια μετανάστευση ήταν πολύ μικρότερης κλίμακας. Το μεγαλύτερο μέρος αφορούσε μικρές αποστάσεις προς την κοντινότερη κωμόπολη ή περιφερειακή πρωτεύουσα. Δεν έφευγαν μονο από άγονα εδάφη προς τις πόλεις αλλά (προς το τέλος του αιώνα) και από περιοχές με εύφορα εδάφη και ανεπτυγμένη γεωργία. Μεγάλο μέρος της ξεκίνησε σαν εποχική μετανάστευση και κατέληξε σε μόνιμη αποξένωση από τον γενέθλιο τόπο. Σε περιπτώσεις που η τιμή ενός αγροτικού προϊόντος μειώνεται παρατηρείται αύξηση της μετανάστευσης. Μετανάστευση Εβραίων από κράτος σε κράτος (φαινόμενο περιορισμένο τότε).
Ανάδειξη κουλτούρας κυρίως μέσω της γλώσσας ειδικά σε περιπτώσεις κρατών με περισσότερες από μια γλώσσες. Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά αποτελούν συστατικό στοιχείο στη διαμόρφωση οικογενειακής συμπεριφοράς.
Οι αγροτικές περιοχές είτε παραμένουν στάσιμες είτε χάνουν πληθυσμό ενώ οι βιομηχανικές επωφελούνται.
   
  Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
   ΠΟΛΕΙΣ
Β. ΕΠ 2    Εντατική αύξηση του πληθυσμού των πόλεων.
Τα μεγάλα αστικά, εμπορικά και βιομηχανικά κέντρα αναπτύχθηκαν με γρηγορότερους ρυθμούς από τις πόλεις, των οποίων βασική αιτία ανάπτυξης είναι η εξόρυξη πρώτων υλών. Οι μικρές πόλεις εξασφάλιζαν μόνο χαμηλού επιπέδου λειτουργίες (αγοραστικό κέντρο). Οι μεγαλύτερες εξασφάλιζαν διοικητικές, εμπορικές και κατασκευαστικές λειτουργίες, που υπερέβαιναν κατά πολύ τα τοπικά όρια. Οι πρωτεύουσες των περιφερειών και οι βιομηχανικές πόλεις αναπτύχθηκαν ταχύτατα. Άλλες που απείχαν πολύ απ΄τα ανθρακωρυχεία και τις κύριες οδούς μεταφοράς, αναπτύχθηκαν λίγο ή καθόλου. Μερικές πόλεις αναπτύχθηκαν εκ του μηδενός. Στην αρχή ήταν χωριά, όπως ένα ανθρακωρυχείο, ένα εργοστάσιο ή ια σιδηρουργία προσέλκυσε και άλλους ανθρώπους. Έτσι ανεγέρθηκαν εργατικές κατοικίες ήρθε ο σιδηρόδρομος και ο σταθμός του έγινε ένα είδος επίκεντρου για την άμορφη ανάπτυξη που είχε ξεκινήσει. Στην Αγγλία κάθε βιομηχανική περιοχή είχε τις νέες πόλεις της. Παράλληλα δημιουργείται μια νέα κατηγορία πόλεων, τα θέρετρα,  ως αποτέλεσμα των κακών συνθηκών διαβίωσης στις πόλεις. Δυσανάλογη αύξηση του πληθυσμού των μεγάλων πόλεων, σε σχέση με τις μικρότερες και τον συνολικό πληθυσμό.
Οι βασικές λειτουργίες της πόλης, η γεωργία, η μεταποίηση και οι υπηρεσίες, παραμένουν.
Η πλειοψηφία του πληθυσμού των πόλεων προέρχεται από εσωτερική μετανάστευση.
Η μετανάστευση ενήλικων έχει και σημαντικές επιπτώσεις και στην ηλικιακή  δομή του πληθυσμού, στον βαθμό που οι νεότερες γενιές δεν αντιπροσωπεύονται ανάλογα, ενώ η μεγάλη θνησιμότητα στις πόλεις μειώνει τους αριθμούς των ηλικιωμένων.
Η θνησιμότητα στις πόλεις είναι ιδιαίτερα αυξημένη λόγω συνθηκών υγιεινής και τροφοδοσίας. Μόνο κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αι. οι ευρωπαϊκές πόλεις άρχισαν να αποκτούν δίκτυο ύδρευσης.
Βασική πηγή ενέργειας στις πόλεις παραμένει ο άνθρακας (μέχρι το 1850). Το Λονδίνο είναι η πρώτη πόλη που υιοθετεί το 1816 τη χρήση γκαζιού για φωτισμό. Μέχρι το 1860 η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών αστικών κέντρων κάνουν χρήση γκαζιού. Η ηλεκτρική ενέργεια το αντικαθιστά μετά από 20 χρόνια.
Μεταφορικά μέσα: σημαντική εξέλιξη. Πρώτα λεωφορεία ή τραμ, με κινητήρια δύναμη άλογα. Χρήση των ηλεκτροκίνητων μηχανών και αργότερα του μετρό ως συνέχεια του σιδηροδρόμου. Τέλος μετά το 1900 εμφανίστηκαν μηχανοκίνητα λεωφορεία με μηχανές εσωτερικής καύσης.
Οικιστική συμφόρηση. Οι μικρομεσαίες και εργατικές τάξεις, στις αρχές και στα μέσα του αιώνα συγκεντρώνονται σε σειρές ομοιόμορφων σπιτιών που ενώνονται στις αυλές τους.  Αργότερα εμφανίζονται οι πολυκατοικίες, ως μια ακόμη μορφή χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Σε πολλές περιπτώσεις οι πολυκατοικίες είναι προσφορά των εταιρειών που εργάζονται οι κάτοικοι τους. Άσχημες συνθήκες διαβίωσης.
Όξυνση του προβλήματος της μόνιμης ροής τροφίμων στις πόλεις λόγω αύξησης του μεγέθους τους. Ανάπτυξη μόνιμων και εξειδικευμένων αγορών θεσμοθετημένων στο πλαίσιο των πόλεων. Σ’αυτό συνεισφέρει η εξέλιξη των μεταφορών και η δυνατότητα μεταφοράς εμπορευμάτων από μακρινές αποστάσεις. Δημιουργείται έτσι ένα μόνιμο δίκτυο τροφοδοσίας των αστικών κέντρων, που οδηγεί στο πέρας των λιμών και της έλλειψης τροφής στα αστικά κέντρα.
Οι πλέον αστικοποιημένες περιοχές στην Ευρώπη: Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και Κάτω Χώρες. Στον αντίποδα Βαλκάνια και Ιβηρική Χερσόνησος, ενώ στη μέση είναι η Ρωσία και η Σκανδιναβία.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ                    
Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 30
Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 30
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
1913: οι πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές βρίσκονται σε μια νοητή ζώνη που εκτείνεται από τη Μεγάλη Βρετανία μέχρι την ανατολική Γερμανία, περιλαμβάνοντας το σύνολο σχεδόν της Ιταλίας. Η υπόλοιπη Ευρώπη αποτελεί την «περιφέρεια» της. Συγκριτικά με τον χάρτη του προηγούμενου αιώνα ο πυκνός πληθυσμός είχε γίνει ακόμα πυκνότερος, ενώ ο πληθυσμός των αραιοκατοικημένων περιοχών είχε αραιώσει περισσότερο. Η ανάπτυξη της μιας περιοχής προκαλούσε τη μετανάστευση από την άλλη. Η πυκνότητα του πληθυσμού δεν οφείλεται μόνο στη συγκέντρωση του σε βιομηχανοποιημένες περιοχές (λόγω της επάρκειας θέσεων εργασίας, ύπαρξης πρώτων υλών, επάρκεια καταναλωτικών αγαθών). Σε περιοχές όπως η βορειοδυτική Ισπανία και η Σικελία (αγροτική οικονομία) παρατηρείται μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα που οφειλόταν στην καλλιέργεια μικρών ιδιοκτησιών και προκαλούσε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Εξήγηση: συντηρητισμός χωρικών, ο φόβος νέου περιβάλλοντος, πολιτικοί περιορισμοί, η διαβίωση ανάμεσα σε ανθρώπους άλλου θρησκεύματος αλλά ΚΥΡΙΩΣ η έλλειψη οικονομικών πόρων γιατί η μετεγκατάσταση κόστιζε ακριβά. Σημαντικό χαρακτηριστικό: η απασχόληση και σε άλλους τομείς εκτός του πρωτογενούς. Υπάρχει επίσης μια σχέση ανάμεσα στο βαθμό γεννητικότητας και θνησιμότητας και στην απασχόληση. Αποδεικνύεται ότι στις χώρες με μεγάλη γεννητικότητα και θνησιμότητα (πρωβιομηχανική περίοδος) ο πληθυσμός που απασχολείται στον πρωτογενή τομέα ξεπερνά το 50% του συνόλου.
Οι εξελίξεις που σημειώθηκαν στον πληθυσμό κατά τη διάρκεια του 19ου αι. : Βιομηχανοποίηση και οι επιπτώσεις και αλλαγές που επέφερε στη Γεωγραφία της ανθρώπινης εγκατάστασης. Ο ήδη πυκνός πληθυσμός έγινε ακόμη πυκνότερος, ενώ ο πληθυσμός των αραιοκατοικημένων περιοχών είχε σε πολλές περιπτώσεις αραιώσει περισσότερο. Η ανάπτυξη της μιας περιοχής συνοδεύεται από τη μετανάστευση της άλλης.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (ΠΟΛΕΙΣ)
Πληθυσμιακή ανάπτυξη των ήδη μεγάλων πόλεων και των λιμανιών της βιομηχανικής περιόδου με σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες. Αυτές οι πολύ μεγάλες πόλεις εξυπηρετούσαν λειτουργίες: ως πολιτικές πρωτεύουσες, κέντρα δημόσιας διοίκησης, επίκεντρο συγκοινωνιακών δικτύων και βιομηχανιών και πολλές ήταν προσανατολισμένες προς την ελαφρά βιομηχανία και την κατανάλωση. Το 1913 το 43,5% του συνολικού ευρωπαϊκού πληθυσμού χαρακτηρίζεται αστικό και κατοικεί σε περίπου 150 πόλεις με πληθυσμό άνω των 150.000 κατοίκων η κάθε μια. Άνοδος του τομέα της μεταποίησης και των υπηρεσιών. Δημιουργία μητροπολιτικών αστικών κέντρων δηλ. επέκταση των αστικών κέντρων προς την περιφέρεια και τελική απορρόφηση των μικρότερων κέντρων σε κοινή διοικητική δομή (τεράστια πολεοδομικά συγκροτήματα τα οποία σχηματίστηκαν με τη συνένωση συνεχώς αναπτυσσόμενων πόλεων και κωμοπόλεων, χωρίς καθόλου ή με ελάχιστους χώρους πρασίνου ενδιάμεσα.) Συγκριτικά με τις αρχές του 19ου αι.: στις περισσότερες από τις μικρές κωμοπόλεις ο πληθυσμός είχε συγκριτικά αυξηθεί, ενώ η ανάπτυξη εμφανίζεται κυρίως σε εκείνες που ήταν ήδη αρκετά μεγάλες με τα δεδομένα των αρχών του 19ου αι. Η συγκέντρωση του υπερπόντιου εμπορίου σε σχετικά μικρό αριθμό σημαντικών λιμανιών προκάλεσε τον ταχύτατο μετασχηματισμό τους και σε κάποιες περιπτώσεις γίνονται το δεύτερο σε μέγεθος αστικό κέντρο.

ΠΗΓΕΣ
  1. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Bloch M, Η φεουδαλική κοινωνία. Η διαμόρφωση των σχέσεων εξάρτησης, οι τάξεις και η διακυβέρνηση των ανθρώπων, Εκδ. Κάλβος, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα 1987
  1. Μανδυλαρά Άννα, Η διπλή ζωή της οικονομικής ιστορίας. Θέματα Ευρωπαϊκής Ιστοριογραφίας, Πάτρα, ΕΑΠ, 2008
  2. North D. C., Δομή και μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Εκδ. Κριτική, Α. Αλεξιάδη, Αθήνα 2000
  3. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  4. Aldcroft D – Ville S. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005

ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΟΙΚΟΥΜΈΝΗΣ ΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑΣ (6ος – 13ος αι.).

ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΟΙΚΟΥΜΈΝΗΣ ΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑΣ (6ος  – 13ος αι.).


 ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ Η ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ κ' ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ (4ος – 7ος αι. μ.Χ.)

Πρωτοκαθεδρία βαρβάρων έναντι της παραδοσιακής τάξης των πατρικίων, τόσο στο πεδίο της μάχης, όσο και στη νεοδιαμορφωμένη τάξη. Εδραίωση των βαρβαρικών ηγεμονιών στα εδάφη της Αυτοκρατορίας.
Χάρη στις μετακινήσεις γερμανικών και άλλων φύλων, παρατηρείται ανάμειξη των 2 κοινοτήτων με αποτέλεσμα: νέες εθνικές επιμειξίες, πολιτισμικές ταυτότητες και παραδόσεις όπως και νέα γλωσσικά ιδιώματα.
Σε κοινωνικό & οικονομικό επίπεδο, στην κορυφή της πυραμίδας ήταν η ισχυρή αριστοκρατία, αφενός οι Πατρίκιοι, αφετέρου οι πολέμαρχοι. Καθότι η οργάνωση τους υπήρξε αγροτική, βασίζονταν και οι δύο στη δουλεία. Εξάλλου, κοινό στοιχείο στην καθημερινότητα αποτελούσε η βαρβαρότητα.
Η νέα διοικητική οργάνωση ενίσχυσε τον τοπικισμό, λόγω της δημιουργίας κοινοτήτων με βάση τοπικά δίκτυα εξουσία και υποταγής.
ΟΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΦΥΛΩΝ
ΟΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΦΥΛΩΝ
Αρωγός στην «ρωμαϊκή επιβίωση» και συνάμα συνδετικός κρίκος της Ρώμης με τους Φράγκους επικυρίαρχους, υπήρξε η χριστιανική θρησκεία, η οποία επικράτησε έναντι των διάφορων αιρέσεων.
Η «καθολική κοινότητα» αποτέλεσε παράγοντα αλληλεγγύης ανάμεσα στους κατά τόπους αριστοκράτες και στους υποτελείς αγρότες, κάτι που αναδεικνύεται από την είσοδο πολλών συγκλητικών στις τάξεις της Εκκλησίας.
Η πνευματική και κοσμική αριστοκρατία του δυτικού ρωμαϊκού κόσμου συνδέθηκε στενά με τους νέους επικυρίαρχους, χάρη στον ενστερνισμό από τους δεύτερους της κοινωνικής, θρησκευτικής, πολιτισμικής ιδεολογίας που καλλιέργησε η πρώτη. Ωστόσο, οι δεσμοί αντανακλούσαν μια συχνά επισφαλή σχέση υποτέλειας. Στην πορεία μετουσιώθηκε στους δεσμούς αλληλεξάρτησης μεταξύ αυτοκρατορίας των Καρολιδών και της παπικής εκκλησίας.


Ο ΠΡΩΙΜΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ (8ος – 10ος αι.)

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ κ' ΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ
Μορφολογία εδάφους – φυσικό περιβάλλον.
  • Στην κοιλάδα του Δούναβη έως το παρισινό λεκανοπέδιο, κυριαρχούσε η στέπα.
  • Βόρεια & Δυτική Ευρώπη:  κυριαρχεί το δάσος, με πολλά φυσικά και τεχνητά ξέφωτα.
  • Στη Μεσόγειο: η ξηρασία, η εδαφική διάβρωση από τις βροχοπτώσεις, αποτελούσαν παράγοντες εξασθένισης των δασών. Συνεπώς, η μάχη για την κυριαρχία πάνω στη φύση και την αυτοσυντήρηση, είχαν κύριο αντίπαλο το νερό και τα έλη.
Κλίμα
Οι μεταβολές του κλίματος επηρέαζαν καθοριστικά τις καλλιεργητικές προσπάθειες.
Από τον 8ο έως τον 12ο αι. οι κλιματολογικές συνθήκες ευνόησαν την καλλιέργεια της γης, ειδικά στη βόρεια Ευρώπη. Αντίθετα, η αύξηση της ξηρασίας και η διάβρωση δυσχεραίνει τις προσπάθειες στη Μεσογειακή ζώνη.
Άλλοι παράγοντες - Επιδημίες
Επιτάχυνση συρρίκνωσης του ρωμαϊκού κόσμου, λόγω της πανώλης του 6ου αι.                        ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ-APEIKONISH
Παράγοντες όπως: Επιδημίες, η ερήμωση της γης, ο μόνιμος υποσιτισμός και τα ανεπαρκή εργαλεία, είχαν σαν αποτέλεσμα, 1ον  υπεραφθονία εδάφους και 2ον σπανιότητα ανθρώπινου δυναμικού.
Συνεπώς: πλούτος και ισχύς βασίζονταν στην εξουσία πάνω στις κοινότητες της υπαίθρου κι όχι στην κατοχή γης. Επιπλέον, η συνάντηση των πολιτισμικών παραδόσεων, των καλλιεργητικών πρακτικών και των συνηθειών διατροφής των 2 κοινοτήτων, σκιαγραφούν την εικόνα του Πρώιμου Μεσαίωνα.
Αποφασιστικής σημασίας στοιχείο του νέου συστήματος παραγωγής, αποτελεί η μόνιμη αναποτελεσματικότητα των προσπαθειών αυτοσυντήρησης των πληθυσμών.
Η ανεπάρκεια των καλλιεργούμενων εδαφών και των καλλιεργητικών μεθόδων, από κοινού με τα δεινά της καθημερινότητας, επιφέρουν υποσιτισμό, που επιδεινώνουν οι κρίσεις σιτοδείας, με αποτέλεσμα την αύξηση – ειδικά της παιδικής – θνησιμότητας.
Η σημαντικότερη διαφορά, συγκριτικά με την εποχή της ρωμαϊκής ακμής, αποτελεί ο μαζικός εξαγροτισμός της κοινωνίας, λόγω της μαζικής μετανάστευσης πληθυσμών από την πόλη στην ύπαιθρο. Απόρροια της συγκεκριμένης κίνησης αποτελεί την μετατροπή μεγάλων ομάδων πληθυσμού σε αγροτικούς σκλάβους.
Ανάλογη πορεία ακολούθησαν και οι νέοι επικυρίαρχοι, λόγω της προτίμησης που έδειχναν για εγκατάσταση στην ύπαιθρο αντί για τις πόλεις.

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΥΠΑΙΘΡΟΣ. ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ & ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ (7ος -11ος αι.)
ΚΑΣΤΡΟ  Κοινό στοιχείο των 2 κοινοτήτων αποτελούσε η θεμελιώδης ανισότητα:
Κορυφή της πυραμίδας: Ρωμαίοι Πατρίκιοι & Συγκλητικοί – Αριστοκρατία του ξίφους.
Βάση: Ο θεσμός της δουλείας.
Αποτέλεσμα: Η ένωση των 2 κοινωνιών ενίσχυσε την ταξική ανισότητα, ενώ η συγχώνευση των 2 αριστοκρατικών ομάδων οδήγησε σε επέκταση των πεδίων σύγκρουσης μεταξύ των τοπικών ηγεμόνων και πολλαπλασίασε τον αριθμό των δούλων.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ
  1. Σκλάβοι (παραγωγική τάξη)
  2. Ελεύθεροι χωρικοί (παραγωγική τάξη)
  3. Αριστοκρατία (παρασιτική τάξη)
Σκλάβοι αντιμετωπίζονταν σαν εργαλεία παραγωγής πλούτου. Τόσο οι ίδιοι όσο και οι απόγονοί τουςανήκαν στον κύριο τους. Ο αριθμός τους διατηρούνταν ή αυξάνονταν από τους πολέμους, την αναπαραγωγή και το εμπόριο.
Ωστόσο, σταδιακά η κοινωνική πραγματικότητα οδήγησε σε μεικτούς γάμους, γεγονός που συνέβαλε στην κατάργηση του αυστηρού διαχωρισμού δούλων και ελευθέρων και επέτρεψε την εμφάνιση ενδιάμεσων κατηγοριών, όπως οι απελεύθεροι.

Ελεύθεροι χωρικοί Την συγκεκριμένη περίοδο η ελευθερία τους υπήρξε επισφαλής.
  • Γερμανικές κοινωνίες : Κατείχαν συγκεκριμένα δικαιώματα (οπλοφορία, πολεμικά λάφυρα, απονομή δικαιοσύνης) και πρόσβαση στην ελεύθερη συλλογική καλλιέργεια των διαθέσιμων εκτάσεων.
  • Εκρωμαϊσμένες περιοχές: Η ελευθερία των καλλιεργητών περιορίζονταν και παράλληλα υφίσταντο την οικονομική εκμετάλλευση της αριστοκρατίας. Πολλοί ήταν «κολωνοί», κάτι που σήμαινε αφενός την δέσμευση τους με τη γη κι αφετέρου τη σχέση υποτέλειας με τον άρχοντα.
  • Ωστόσο, παρά την απώλεια αρκετών δικαιωμάτων των ελεύθερων αγροτικών κοινοτήτων, παρέμειναν ορισμένες κοινότητες πραγματικά ελευθέρων, οι οποίες καλλιεργούσαν την κοινή γη και χρησιμοποιούσαν τους βοσκότοπους.
  • Πυρήνας της κοινότητας των ελεύθερων χωρικών αποτελούσε η μεσαιωνική, μονοπυρηνική αγροτική οικογένεια.
Άρχοντες : Στην κορυφή της πυραμίδας ήταν ο μονάρχης, του οποίου η οικογένεια διέθετε συνήθως το μεγαλύτερο πλούτο.
Πολέμαρχοι & Πατρίκιοι ακολουθούσαν. Η περιουσία τους αυξάνονταν από βασιλικές χορηγίες και δωρεές, ενώ η τοπική εξουσία του –τυπικά τουλάχιστον – εκχωρούνταν από το βασιλιά. Η κεντρική τους θέση στην οικονομική οργάνωση απέρρεε από την κατοχή γης και την εξουσία επί της υπαίθρου.
Η παραγωγή στα αγροκτήματα βασίζονταν κυρίως στους δούλους και δευτερευόντως στο εποχικό προσωπικό.
Εναλλακτικά, υπήρχαν περιπτώσεις που οι κλήροι μοιράζονταν σε αγροτικές οικογένειες (κολωνοί), δίχως αυτές να έχουν την κυριότητα της γης.
Τον 7ο αι. πολλοί άρχοντες για να απαλλαγούν από το κόστος συντήρησης των δούλων, τους απομάκρυναν από την υπηρεσία τους, οδηγώντας τους στην καλλιέργεια γης. Αυτό συνέβαλε στην εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής.
Ήδη στον πρώιμο Μεσαίωνα, διαφάνηκε η επικράτηση της χωροδεσποτείας ως κεντρικής οικονομικής μονάδας. Όπως επίσης, η ανάδειξη της αριστοκρατίας ως ισχυρής δύναμης.
Οι επαχθείς όροι που επέβαλαν οι γαιοκτήμονες στους τυπικά ελεύθερους, οδήγησαν στην απώλεια των «προνομίων» και την κοινωνική και οικονομική υποβάθμιση των τελευταίων.
Επίσης, εμφανίστηκε ένα μεσαίο στρώμα διαχειριστών, λόγω της απουσίας ή της μεγάλης απόστασης των αρχόντων
Τον 9ο αι. παρατηρούμε την εμφάνιση των μεγάλων αγροκτημάτων, σχεδόν στο σύνολο της Δυτικής Ευρώπης. Αν και δεν κυριάρχησαν ολοκληρωτικά, με δεδομένη την ύπαρξη πολλών μεσαίων και μικρών αγροκτημάτων, τα οποία εκμεταλλεύονταν είτε μικρότεροι ευγενείς, είτε κοινότητες ελεύθερων χωρικών.
Παρά τις κατά τόπους διαφορές, το γαιοκτητικό σύστημα χαρακτηρίζονταν κι από γενικευμένες τάσεις, όπως:
  • Εξάλειψη της διάκρισης κοινοτήτων δούλων κι ελεύθερων γεωργών.
  • Επιβολή ενιαίου βαρύτερου πλαισίου υποχρεώσεων στο σύνολο των χωρικών
  • Επιδείνωση της θέσης των ελεύθερων κοινοτήτων.
Νότος: Επανεμφάνιση νομίσματος και σταδιακή ανάπτυξη κρατικών δομών. Αποτέλεσμα η υποχώρηση των αγγαρειών και η πληρωμή σε είδος και η αντικατάστασή τους από χρηματικό αντίτιμο. Το γεγονός, προώθησε βαθμιαία την αυτοδιαχείριση των μικρών κλήρων.
Η ένταση πιέσεων και εκμετάλλευσης οδήγησε στην κατασπατάληση πόρων, ενδυνάμωσε τις σχέσεις υποτέλειας και τις ενδοαριστοκρατικές έριδες.
Επιπλέον, συνέβαλε στην εμφάνιση αμυντικών πρακτικών από τη μεριά των κοινοτήτων και στη συλλογική αυτοοργάνωσή τους.

ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΕΜΠΟΡΙΟΥ (9ος-11ος αι.)
Η επανάκαμψη του εμπορίου στην επικράτεια των Καρολιδών των 9ο αι., μαρτυρά τη στενή του σχέση με το μοναρχικό κράτος.
Στο εμπόριο τέθηκαν εξαρχής συγκεκριμένοι κανόνες.
Ωστόσο, το εμπόριο δε συνδέθηκε με τις πόλεις, ούτε συνέβαλε στην ανάπτυξή τους. Αντίθετα,συνδέθηκε με την ύπαιθρο, κάτω από τον έλεγχο της κοσμικής και πνευματικής αριστοκρατίας.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΒΑΡΒΑΡΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ & Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.
Η εισβολή των Μαγυάρων συνέβαλε στην συσπείρωση των «Ευρωπαίων», ειδικά στις πιο αναπτυγμένες κοινωνίες, απέναντι στους πολιτισμικά κατώτερους βάρβαρους.
Οι επιδρομές συνέβαλαν στην αλλαγή της οργάνωσης αλλά και του χαρακτήρα του αστικού χώρου, λόγω της ανέγερσης αμυντικών τειχών. Έτσι μετατράπηκαν σε αποθηκευτικούς χώρους, γεγονός που με τη σειρά του θα είχε σημαίνοντα ρόλο στην αστική ζωτικότητα. 

Μεταναστεύσεις και εξανδραποδισμός επέφεραν την έλλειψη εργατικών χεριών. Ωστόσο, δεν επέφεραν καταλυτικές αλλαγές σε δομή κι οργάνωση των κοινωνιών της υπαίθρου. Όμως οι μαζικές μετακινήσεις οδήγησαν στη χαλάρωση των δεσμών υποτέλειας μεταξύ αγροτών και γαιοκτημόνων.
Η προαναφερθείσα χαλάρωση, αποτέλεσε παράγοντα αύξησης της καλλιέργειας, και συνακόλουθα σε δημογραφική ανάπτυξη κι εξάπλωση των κοινοτήτων σε περιοχές που κυριαρχούσε το δάσος.
Στις χώρες των εισβολέων σημειώθηκαν επίσης πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές αλλαγές, όπως:πληθυσμιακή αύξηση και διόγκωση των κοινοτήτων, λόγω εισαγωγής σκλάβων. Απόρροια ήταν η εντατικοποίηση της καλλιέργειας και η παραγωγή βασισμένη στα σιτηρά. Επίσης, επήλθε συγκεντρωτισμός, με αλλαγή των συσχετισμών υπέρ των μοναρχών και υποταγή των πολέμαρχων. Τέλος, σημειώθηκε αστική ανάπτυξη.
Γενικότερα, ευνοήθηκε το εμπόριο και η εξάπλωση της χρηματιστικής οικονομίας. Η ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής, οι τεχνολογικές καινοτομίες, η εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης δεν σταμάτησαν απ’ τις επιδρομές.
Κυριότερη εξέλιξη: αποτέλεσε η εμφάνιση της χωροδεσποτείας και η ανάπτυξη των πόλεων, ξεκινώντας έτσι η εποχή της φεουδαρχίας.
Σημαντική παράμετρος των εισβολών ήταν η ενίσχυση των δεσμών υποτέλειας.

ΠΗΓΕΣ
  1. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Bloch M, Η φεουδαλική κοινωνία. Η διαμόρφωση των σχέσεων εξάρτησης, οι τάξεις και η διακυβέρνηση των ανθρώπων, Εκδ. Κάλβος, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα 1987
  3. North D. C., Δομή και μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Εκδ. Κριτική, Α. Αλεξιάδη, Αθήνα 2000
  4. Rosener W., Οι αγρότες στην Ευρώπη, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, μτφρ. Δημητρούκας Ι., Αθήνα 1999