Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

ΤΟ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ-ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΔΥΤΙΚΗΣ κ' ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΤΟ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ-ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΔΥΤΙΚΗΣ κ' ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ 

ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ   Αν θελήσουμε να αναδείξουμε τα χαρακτηριστικά του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους και ειδικότερα αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε το μεταπολεμικό μοντέλο ανάπτυξης με τα αντίστοιχα των ευρωπαϊκών κρατών της εποχής του μεσοπολέμου, οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψη τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, και χάρη στα οποία ο ιστορικός E. Hobsbawm ονόμασε τη συγκεκριμένη περίοδο «εποχή της καταστροφής». Πιο συγκεκριμένα οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που σημάδεψαν ανεξίτηλα τον προηγούμενο αιώνα, δεν ήταν απλά συγκρούσεις με δίχως προηγούμενο σε ένταση, έκταση και καταστροφικότητα, αλλά επέφεραν ανακατατάξεις τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλάζοντας οριστικά και αμετάκλητα το πρόσωπο του κόσμου και τη θέση της Ευρώπης μέσα σ’ αυτόν.
Ήδη με το πέρας του πρώτου παγκόσμιου, γνωστού και ως Μεγάλου Πολέμου, ο πολιτικός χάρτης της Ευρώπης θα έχει μετασχηματιστεί ριζικά, χάρη στην κατάρρευση τεσσάρων αυτοκρατοριών και τον σχηματισμό μικρότερων εθνικών κρατών. Οι συνέπειες δε θα περιοριστούν όμως μονάχα στο προηγούμενο γεγονός. Οι τεράστιες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και ειδικότερα η λειψανδρία, η αμφισβήτηση του φιλελευθερισμού και η λαϊκή απήχηση νέων ιδεολογιών όπως ο φασισμός και ο κομμουνισμός, οι αλυσιδωτές επαναστάσεις «από τα κάτω» και η απάντηση της αντίδρασης με την επιβολή ολοκληρωτικών καθεστώτων σε αρκετά ευρωπαϊκά κράτη, θα αποτελέσουν ορισμένες από τις πιο χαρακτηριστικές που εξελίξεις που διαδραματίστηκαν στο ευρωπαϊκό έδαφος. Ωστόσο, η σημαντικότερη ίσως επίπτωση για τη θέση της Ευρώπης σε παγκόσμιο επίπεδο, υπήρξε το γεγονός πως ο Μεγάλος Πόλεμος σηματοδότησε και το τέλος της οικονομικής της πρωτοκαθεδρίας, καθώς στη διάρκεια του μεσοπολέμου θα εξαρτηθεί σταδιακά όλο και περισσότερο από τα αμερικάνικα κεφάλαια1.ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ
Αν λοιπόν το τέλος του Μεγάλου Πολέμου θα σηματοδοτήσει την οικονομική εξάρτηση της Ευρώπης, αντίστοιχα το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, εκτός από τις ακόμα μεγαλύτερες σε αριθμό ανθρώπινες απώλειες και την τεράστια καταστροφή των ευρωπαϊκών υποδομών, θα σημάνει και την πολιτική εξάρτηση των ευρωπαϊκών κρατών από τις δύο υπερδυνάμεις που αναδείχτηκαν μεταπολεμικά2. Στο εξής και για τέσσερις και πλέον δεκαετίες, Η.Π.Α. και Σοβιετική Ένωση θα εμπλακούν σε ένα πολυεπίπεδο ανταγωνισμό, καθώς στο προφίλ της καθεμιάς αντανακλώνταν το πρότυπο μιας διαφορετικής πολιτικής πρότασης κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, του καπιταλιστικού στην πρώτη και του υπαρκτού σοσιαλισμού στη δεύτερη. Το γεγονός θα επιφέρει ένα κλίμα διπολισμού, του οποίου η προβολή σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα εκφραστεί με την διαίρεση και την πρόσδεση των ευρωπαϊκών κρατών στο άρμα της μιας εκ των δύο υπερδυνάμεων. Ευνόητα, οι επιπτώσεις των δύο παγκόσμιων πολέμων θα επηρέαζαν άμεσα τις όποιες πολιτικές υιοθετήθηκαν μεταπολεμικά σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο από τα ευρωπαϊκά κράτη.
Η υπαγωγή της πολιτικής διαίρεσης που μόλις περιγράψαμε σε γεωγραφικό επίπεδο, σήμαινε τη διχοτόμηση της Ευρώπης σε ανατολική και δυτική, με την πρώτη να εντάσσεται στη σφαίρα επιρροής της Ε.Σ.Σ.Δ. και τη δεύτερη σε εκείνη των Η.Π.Α. Κοινό στοιχείο και των δύο συνασπισμών για την άμεση μεταπολεμική περίοδο 1944-1947, υπήρξε η υιοθέτηση της αντίληψης πως η όποια οικονομική ανάπτυξη όφειλε να εδράζεται σε κεντρικό σχεδιασμό, με τη λειτουργία των βασικών κλάδων της οικονομίας όπως η βαριά βιομηχανία και ο τραπεζικός τομέας να περνούν στο πεδίο ευθύνης του κράτους3. Βέβαια, πίσω από τη συγκεκριμένη κοινή συνισταμένη υπέβοσκαν ουσιαστικές διαφορές όσον αφορά την πορεία προς την οικονομική ανάπτυξη και την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, τις οποίες θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε στη συνέχεια.
Για την ανατολική Ευρώπη με επίκεντρο την Ε.Σ.Σ.Δ., αλλά και τις χώρες που συστρατεύτηκαν μαζί της - πραγματοποιώντας ένα βαθύ κοινωνικό μετασχηματισμό στα πρότυπα της πατρίδας της Οκτωβριανής Επανάστασης4- μπορούμε συνοπτικά να επισημάνουμε τους εξής στόχους: την οικονομική επανάκαμψη με κεντρικό άξονα την βαριά βιομηχανία για την Ε.Σ.Σ.Δ.,5 και την ταχεία εκβιομηχάνιση για τις υπόλοιπες ανατολικές χώρες με βάση το μοντέλο της αντίστοιχης σοβιετικής τής δεκαετίας του 30’6. Ο τρόπος επίτευξης του προηγούμενου στόχου βασίστηκε στην υιοθέτηση, κατά το διάστημα 1948-1951, πενταετών ή εξαετών πλάνων στη διάρκεια των οποίων όφειλε να συντελεστεί προκαθορισμένη βιομηχανική ανάπτυξη και μαζικοποίηση της παραγωγής. Ωστόσο, η ικανοποίηση των απαιτήσεων που έθεταν τα πλάνα προϋπόθετε και απαιτούσε τη συμπίεση των εργατικών ημερομίσθιων7, ώστε να δημιουργηθεί πλεόνασμα που θα επανεπενδύονταν στη βιομηχανική ανάπτυξη8.
ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ: κρατών μελών του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1973
ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ: κρατών μελών του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, καθώς και ανεξάρτων ή χωρών ενταγμένων σε άλλους συνασπισμούς το 1973
  Επιχειρώντας μια σύντομη αποτίμηση του παραπάνω μοντέλου, αξίζει να εστιάσουμε στους αλματώδεις ρυθμούς ανάπτυξης τόσο του εργατικού δυναμικού όσο και της παραγωγής που επιτεύχθηκαν στη διάρκεια των δεκαετιών του 50’ και του 60’, οι οποίοι ήταν ισάξιοι ή και υπέρτεροι εκείνων της δύσης. Το επίτευγμα φαντάζει ακόμα πιο εντυπωσιακό αν συνυπολογίσουμε την απόρριψη της αμερικάνικης οικονομικής βοήθειας του σχεδίου Marshall από τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες. Στον αντίποδα, πρέπει να επισημάνουμε πως ταυτόχρονα, το συγκεκριμένο μοντέλο κυοφορούσε τα τεράστια προβλήματα που θα εμφανίζονταν μελλοντικά. Σταχολογώντας κάποιες από τις αιτίες, μπορούμε να αναφέρουμε ότι η επένδυση στη βιομηχανία έντασης εργασίας στάθηκε ανάχωμα για την εξέλιξη της υψηλής τεχνολογίας και συνάμα οδήγησε στην υπερβολική διόγκωση ξεπερασμένων βιομηχανικών κλάδων, κάτι που μελλοντικά θα είχε αρνητικές επιπτώσεις για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους9. Επίσης, η ανάπτυξη δεν είχε την ανάλογη αντανάκλαση στα εισοδήματα των εργαζομένων, γεγονός που σε συνδυασμό με τον αυταρχισμό των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων γέννησε έντονη δυσαρέσκεια στις γραμμές της εργατικής τάξης. Η αγανάκτηση για την πολιτική των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων αλλά και η εντεινόμενη δυσφορία απέναντι στην σοβιετική κηδεμονία, σε αρκετές περιπτώσεις εκφράστηκε ακόμα και με τη μορφή ανοιχτής εξέγερσης10. Επιπλέον, η υποβάθμιση του αγροτικού τομέα προς χάρη της εκβιομηχάνισης αποτέλεσε τη βασική αιτία αντίδρασης των αγροτικών μαζών, φαινόμενο που στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίστηκε με άγρια καταστολή11. Τέλος, η ανεπάρκεια καταναλωτικών αγαθών και η μη ικανοποιητική άνοδος του βιοτικού επιπέδου – παρά τα βήματα βελτίωσης που είχαν αναμφίβολα προκύψει – συγκρινόμενη με την αντίστοιχη των δυτικοευρωπαϊκών κρατών, υπόσκαψε την κοινωνική συνοχή και επέφερε βαθύ ρήγμα στη σχέση των μαζών με τα καθεστώτα, μέχρι του σημείου άρσης της εμπιστοσύνης των μαζών προς τα τελευταία12. Από την άλλη, η αδυναμία επίτευξης μεταρρυθμίσεων και διορθωτικών αλλαγών από τη μεριά των κυβερνήσεων θα οδηγούσε στα γνωστά αδιέξοδα, με κατάληξη την κατάρρευση των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων στα τέλη της δεκαετίας του 80’ και την αλλαγή του ευρωπαϊκού γεωπολιτικού τοπίου μια ακόμα φορά.
Μολονότι, η κατάσταση που περιγράψαμε καταδεικνύει το έλλειμμα ευελιξίας του ανατολικού συνασπισμού και την αδυναμία του, από ένα σημείο κι έπειτα, να ανταπεξέλθει στον αδυσώπητο ανταγωνισμό με τη δύση, με επιπτώσεις στην ίδια τη βιωσιμότητά του. Από την άλλη, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε πως στις δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, επιτεύχθηκε ο ραγδαίος μετασχηματισμός των ανατολικοευρωπαϊκών κοινωνιών. Η έμφαση στην εκβιομηχάνιση συνοδεύτηκε από έντονη αστικοποίηση και από ανάλογη μεγέθυνση της εργατικής τάξης. Παράλληλα, στο μοντέλο της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας και της κρατικοποίησης των μέσων παραγωγής πρέπει να πιστωθούν: η δημιουργία εθνικών συστημάτων υγείας που μείωσαν την παιδική θνησιμότητα και αύξησαν το μέσο όρο ζωής. Η αρωγή προς την οικογένεια και η δημιουργία δομών και θεσμών, όπως οι παιδικοί σταθμοί ή η νομιμοποίηση των αμβλώσεων που αποσκοπούσαν στην ελάφρυνση των γυναικών από τις οικογενειακές υποχρεώσεις, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν στην παραγωγή. Η αναβάθμιση της εκπαίδευσης, μέσω εκδημοκρατισμού της παιδείας και της ελεύθερης μαζικής πρόσβασης σε όλες τις βαθμίδες της πλατιών στρωμάτων. Η αύξηση των ρυθμών κοινωνικής κινητικότητας και οι περισσότερες ευκαιρίες ανέλιξης, ιδιαίτερα για την εργατική τάξη. Και τέλος, η ισοκατανομή του εθνικού εισοδήματος που συνοδεύτηκε από την εξάλειψη της επαιτείας13.

Επιχειρώντας μια ανάλογη επισκόπηση των δυτικοευρωπαϊκών κρατών, διαπιστώνουμε πως η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη παρουσίασε, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 70’, πρωτοφανείς ρυθμούς, σε σημείο που η συγκεκριμένη περίοδος έμεινε γνωστή και ως «χρυσή εποχή του καπιταλισμού»14. Σε αντιστοιχία - και αυστηρά τηρουμένων των αναλογιών- με τον ηγετικό και καθοδηγητικό ρόλο που κατείχε η Ε.Σ.Σ.Δ. για την ανατολική Ευρώπη, στην δυτική τον ανέλαβε για πρώτη φορά μια εξωευρωπαϊκή χώρα, αυτή των Η.Π.Α., η οικονομική ευρωστία της οποίας επέτρεψε την χάραξη πολιτικών παροχών προς τις συμμαχικές χώρες που θα περιγράψουμε στη συνέχεια, σε αντιδιαστολή με τη μεγάλη αντίπαλό της που προσπαθούσε να ωφεληθεί οικονομικά από τα κράτη του δικού της συνασπισμού.
Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, σε αντίθεση με τις επιταγές του φιλελευθερισμού, χαρακτηρίζονταν από τον κρατικό παρεμβατισμό και εμπνέονταν από τις αντιλήψεις του Κέυνς για ενεργό συμμετοχή του κράτους στην οικονομία. Για τον Βρετανό οικονομολόγο, πυρήνα της θεωρίας του αποτελούσε η πεποίθηση πως το κράτος δύναται να παρεμβαίνει στην οικονομία, δίχως να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής15. Ωστόσο, για τη λειτουργία της σχεδιασμένης οικονομίας θεωρούσε θεμελιώδες αξίωμα την εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης16. Πέραν του κρατικού παρεμβατισμού, άλλοι παράγοντες που διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο στην ανάπτυξη ήταν, η επάρκεια τόσο εργατικού δυναμικού όσο και αποθεμάτων κεφαλαίου, ο προσανατολισμός προς την εξασφάλιση πόρων και η πολιτική συμπίεσης της κατανάλωσης ώστε να προωθηθεί η οικονομική ανάπτυξη, μέσω της εξασφάλισης επενδύσεων17. Παράλληλα, η αδιάκοπη πρόοδος της τεχνολογίας υποβοήθησε την οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της παραγωγής18.
Ωστόσο, οφείλουμε να επισημάνουμε έναν ακόμα κεφαλαιώδους σημασίας παράγοντα, ο οποίος εξασφάλισε τους αναγκαίους πόρους για την αποκατάσταση των κατεστραμμένων από τον πόλεμο ευρωπαϊκών υποδομών και ουσιαστικά λειτούργησε ως εφαλτήριο για την ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, πρόκειται για την οικονομική χορηγία των Η.Π.Α. προς τα κράτη της δυτικής Ευρώπης, όπως προέβλεπε το σχέδιο Marshall. Οι Η.Π.Α. ενίσχυσαν οικονομικά τις προσπάθειες ανόρθωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας με απώτερο σκοπό την εξυπηρέτηση ενός διπλού στόχου. Αφενός, προσέβλεπαν στην αποκατάσταση της δυτικοευρωπαϊκής ευμάρειας, μέσω της εξασφάλισης υψηλής παραγωγικότητας και της μαζικής κατανάλωσης, για την αποτελεσματική λειτουργία της ως αναχώματος σε ενδεχόμενη εξάπλωση του κομμουνισμού στη δύση,19 αφετέρου, στόχευαν στην αναγνώριση του πρωταγωνιστικού τους ρόλου στο εσωτερικό του καπιταλιστικού συνασπισμού. Χαρακτηριστική ένδειξη της τελευταίας φιλοδοξίας αποτέλεσε η σύναψη της συνθήκης του Bretton-Woods το 1944, στην οποία το δολάριο αναγνωρίστηκε ως το μοναδικό νόμισμα μετατρέψιμο σε χρυσό20.                                                  
ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΧΩΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΝ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΡΣΑΛ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΧΩΡΕΣ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΝ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΡΣΑΛ
Απόρροια του συνδυασμού των παραγόντων που περιγράψαμε υπήρξε η οικονομική αναζωογόνηση της δυτικής Ευρώπης. Η συμμετοχή του κράτους σ’ αυτήν την προσπάθεια εκφράστηκε και μέσω των κρατικοποιήσεων βασικών οικονομικών κλάδων αλλά και με επενδύσεις στη βάση της περιφερειακής και ισόρροπης ανάπτυξης21. Όμως, η ειδοποιός διαφορά σε σχέση με παλαιότερες περιόδους ήταν η έμφαση που έδωσαν τα κράτη στην επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής κοινωνικής ευημερίας. Πρωταρχικοί στόχοι αποτελούσαν η πλήρης απασχόληση και η δυνατότερη εφικτή άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, με μέσα το κράτος πρόνοιας και την κοινωνική ασφάλιση22. Όπως προέτρεπε η κευνσιανή θεωρία, πραγματοποιήθηκαν δημόσιες επένδυσεις σε κλάδους όπως οι μεταφορές και οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ενώ οι δημόσιες δαπάνες είχαν προτεραιότητα σε τομείς όπως: η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία, η παιδεία και η στέγαση23.
Οι λόγοι για του αυξημένου ενδιαφέροντος των δυτικών κυβερνήσεων για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών είναι σίγουρα ποικίλοι και σύνθετοι. Ανάλογα με την αφετηρία και την οπτική που επιλέγει κανείς να ερμηνεύσει τη συγκεκριμένη πολιτική, μπορεί να αποδώσει την επιλογή της στις πιο διαφορετικές αιτίες, όπως: ο φόβος της εξάπλωσης του κομμουνισμού, η συνειδητοποίηση των κυβερνήσεων και των καθεστηκυιών τάξεων πως η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κατώτερων στρωμάτων αποτελεί εγγύηση κοινωνικής ομαλότητας κι ανάπτυξης, ο εσωτερικός συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, η πρωτοφανής ανάπτυξη και η ανάλογη κερδοφορία που άφηνε περιθώρια για παραχωρήσεις κ.ο.κ. Ανεξάρτητα όμως από το ποιος πραγματικά συνδυασμός αιτιών οδήγησε στην προαναφερθείσα επιλογή, το δεδομένο ήταν πως στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, το εισόδημα των εργαζομένων αυξάνονταν σταθερά και μαζί μ’ αυτό και το βιοτικό τους επίπεδο. Άλλωστε, ενδεικτικές παράμετροι της προτεραιότητας των δυτικών κυβερνήσεων για την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών, αποτελεί τόσο η παροχέτευση του μεγαλύτερου μέρους των δημόσιων δαπανών στην κοινωνική πρόνοια κατά τη δεκαετία του 60’, όσο και το γεγονός πως μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 70’, τα προηγμένα δυτικοευρωπαϊκά κράτη είχαν εξελιχθεί σε κράτη πρόνοιας24.
Σε αντίθεση με την ανατολική Ευρώπη, όπου ο πλήρης έλεγχος της οικονομίας και η κατοχή των μέσων παραγωγής από το κράτος, καθιστούσε την πρόνοια αυτονόητη υποχρέωσή του προς τους πολίτες, εφόσον η έλλειψη άλλων κοινωνικών εταίρων ευνοούσε τον άμεσο καθορισμό των υποχρεώσεων της κάθε πλευράς. Στη μεικτή οικονομία της δυτικής Ευρώπης, το κράτος μοιάζει να κατέχει το ρόλο του διαμεσολαβητή σε ένα πλαίσιο συνδιαλλαγής μεταξύ κοινωνικών τάξεων. Έτσι η δημιουργία του κράτους πρόνοιας, από την μια έχει στόχο την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής ομαλότητας στην οικονομική ζωή, επιτρέποντας την διασφάλιση των επιχειρηματικών κερδών, και από την άλλη, μέσω συγκεκριμένων παροχών προς τους πολίτες, εγγυάται την ασφάλεια σε τομείς όπως: η υγεία, η παιδεία, οι συντάξεις, οι συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων κ.λ.π25. Εξάλλου, ένα ακόμα χαρακτηριστικό των δυτικών κρατών ήταν πως δεν υπήρχε ένα μονάχα μοντέλο κράτους πρόνοιας26. Η ποικιλία δείχνει να οφείλεται τόσο ιδεολογικές καταβολές των κυβερνήσεων, όσο και στην οικονομική κατάσταση των διαφορετικών κρατών, παράγοντες που επηρέαζαν το εύρος και την ποιότητα των παροχών. Ο κανόνας πάντως ήταν η προσπάθεια για διάχυση του πλούτου σε ολόκληρη την κοινωνία27.
Όσον αφορά τώρα πιθανές συνδέσεις του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης με τις πολιτικές που ακολούθησαν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης του 30’, μπορούμε να διακρίνουμε πως στο ανατολικό μοντέλο δεν υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις από την πολιτική της Ε.Σ.Σ.Δ. στη συγκεκριμένη δεκαετία, με εκείνες των ανατολικοευρωπαϊκών κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια της προσπάθειας εκβιομηχάνισής τους. Όπως μάλιστα προαναφέραμε, η σοβιετική ανάπτυξη του 30’ αποτέλεσε πρότυπο που ακολούθησαν οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Επιτεύγματα και συνέπειες περιγράφτηκαν ήδη και μόνο πιθανολογικά μπορούμε να μιλήσουμε, για το αν το ενδεχόμενο έγκαιρων μεταρρυθμίσεων ήταν κατ’ αρχήν εφικτό και κατά δεύτερο λόγο αν θα είχε θετικά αποτελέσματα.
Σχετικά τώρα με το δυτικό μοντέλο, μια αρχική διαπίστωση αποτελεί το γεγονός πως και στις δύο περιόδους, μια πρώτη αντίδραση ήταν η αίρεση της εμπιστοσύνης στο φιλελευθερισμό και η συνακόλουθη καθιέρωση του κρατικού παρεμβατισμού. Εκτός απ’ αυτό όμως, μπορούμε να εντοπίσουμε κάποιες επιμέρους ομοιότητες, όσο και διαφορές. Ο κεντρικός ρόλος που έπαιξαν οι Η.Π.Α. και στις δύο περιόδους παρουσιάζει το εξής οξύμωρο: αν τα αμερικάνικα κεφάλαια κατά την περίοδο του μεσοπολέμου αποτέλεσαν κύριο παράγοντα της ευρωπαϊκή αστάθειας, λόγω έλλειψης παρεμβατικής πολιτικής από την κυβέρνηση των Η.Π.Α.,28 μεταπολεμικά λειτούργησαν ευεργετικά και αποτέλεσαν θεμελιώδη λίθο της ευρωπαϊκής ανάπτυξης. Επίσης, όπως από το 1934 το δολάριο κατέστη το μόνο ανταλλάξιμο με χρυσό νόμισμα,29 το ίδιο συνέβη και με τη συνθήκη του Bretton-Woods το 1944, αν και στη δεύτερη περίπτωση κατάφερε να διασφαλίσει τη νομισματική σταθερότητα και να μειώσει την κερδοσκοπία, βοηθώντας τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στο δρόμο της ανάπτυξης30. Κάποιες άλλες ομοιότητες μπορούμε να αναφέρουμε σε επιμέρους μέτρα που πήραν ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κατά το μεσοπόλεμο δίχως όμως την ανάλογη επιτυχία με την μεταπολεμική, γεγονός που καταδεικνύει τη συνθετότητα των οικονομικών προβλημάτων και την εξάρτηση από κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, οι Η.Π.Α. επί Ρούσβελτ, η Γαλλία επί Μπλουμ και η Γερμανία μέχρι το 1937, έδωσαν έμφαση στα δημόσια έργα για την καταπολέμηση της ανεργίας και την οικονομική ανάπτυξη.31 Στην καλύτερη των περιπτώσεων τα αποτελέσματα ήταν μέτρια και επουδενί συγκρίνονταν με την μεταπολεμική επιτυχία που γνώρισαν ανάλογες πολιτικές. Τέλος, αρκετά από τα μέτρα που πήραν τα κοινωνικά κράτη της Ευρώπης παρουσίαζαν αξιοσημείωτες ομοιότητες με τα αντίστοιχα του NewDeal της κυβέρνησης Ρούσβελτ. Εμπνευσμένα από τη συγκεκριμένη αμερικάνικη πολιτική του 30’ υπήρξαν τα μέτρα όπως: τα επιδόματα για τα δημόσια έργα, τις περιφερειακές δημόσιες επενδύσεις, τον έλεγχο τομέων της οικονομίας, την κοινωνική ασφάλιση και τα επιδόματα στους άνεργους. Και σε αυτή την περίπτωση, η μεταπολεμική εφαρμογή από τα ευρωπαϊκά κράτη εμφάνισε θεαματικά μεγαλύτερη επιτυχία.
Που οφείλεται συνεπώς η αποτυχία των κυβερνήσεων του 30’ να ξεπεράσουν την κρίση και να αποσοβήσουν τον όλεθρο του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου; Θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε ένα συνδυασμό παραγόντων, πολιτικών, κοινωνικών, ιδεολογικών, ακόμα και ψυχολογικών. Ο κοινωνικός αναβρασμός της μεσοπολεμικής περιόδου, η έξαρση ενός επιθετικού εθνικισμού, η επικράτηση ολοκληρωτικών καθεστώτων πλην των χωρών με ισχυρές δημοκρατικές παραδόσεις, η έλλειψη εμπιστοσύνης και διάθεσης συνεργασίας μεταξύ των κρατών, η ανασφάλεια πλατιών κοινωνικών στρωμάτων και η ριζοσπαστικοποίηση άλλων μέσω υιοθέτησης συγκεκριμένων ιδεολογιών, η περιθωριοποίηση χωρών όπως η Ε.Σ.Σ.Δ. και η Γερμανία και η καλλιέργεια του γερμανικού ρεβανσισμού λόγω της συνθήκης των Βερσαλλιών κ.λ.π., αποτέλεσαν σίγουρα συνιστώσες που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο παρεμπόδισαν το ξεπέρασμα των προβλημάτων της μεσοπολεμικής κρίσης.
Αντίθετα, στην μεταπολεμική περίοδο, η Ευρώπη έχοντας φτάσει στο ναδίρ οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά και έχοντας βιώσει την απόλυτη καταστροφή, μοιάζει να συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο πως μόνο μέσα από τη συνεργασία θα μπορούσε να ανακάμψει. Επιπλέον, με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως αυτή της Ισπανίας, της Πορτογαλίας ή της Ελλάδας, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μοιάζουν διατεθειμένες να διασφαλίσουν την κοινωνική συνοχή, μέσω πολιτικών που περιγράψαμε και με σταθερή προσήλωση προς την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ακόμα, ο διπολισμός ακόμα κι αν σε αρκετές περιπτώσεις έδειχνε να βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί, περιορίστηκε σε περιφερειακές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις, εκτός του ευρωπαϊκού τοπίου.
     Ωστόσο, γεγονότα όπως οι κρίσεις του 70’ και η επανάκαμψη του (νέο)φιλελευθερισμού, η κατάρρευση των ανατολικοευρωπαϊκών καθεστώτων αφήνοντας σε αρκετές περιπτώσεις τα ανατολικά κράτη σε χειρότερη κατάσταση από πριν, η παγκοσμιοποίηση, οι προτεραιότητες που δείχνει να θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση προς όφελος της οικονομικής ανταγωνιστικότητας υποβαθμίζοντας τις κοινωνικές παραμέτρους, ο επαναπροσανατολισμός των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που θέτει πρωτεύοντα στόχο τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών αντί για την καταπολέμηση της ανεργίας, δημιούργησαν νέα δεδομένα για τα ευρωπαϊκά κράτη. Η οικονομία της αγοράς από τη δεκαετία του 80’ κερδίζει διαρκώς έδαφος σε βάρος της κοινωνίας, κάτι που αντανακλάται και από την εντεινόμενη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, το οποίο αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο παρά ως αρωγός στην ανάπτυξή της. Επιπρόσθετα, τα τελευταία χρόνια, προκύπτουν νέα ζητήματα όπως: η σοβαρή ανεργία, η γήρανση του ευρωπαϊκού πληθυσμού και η συνακόλουθη υπογεννητικότητα, το διαχρονικό πρόβλημα των γυναικών λόγω της διπλής καταπίεσης στην οικογένεια και την παραγωγή, αλλά και η πίεση που θέτει η προσπάθεια της γυναικείας χειραφέτησης στη σύγχρονη εποχή δημιουργώντας δίλημμα ανάμεσα στην τεκνοποίηση και την ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός ευάλωτων κοινωνικών ομάδων όπως οι μετανάστες ή οι ανύπαντρες μητέρες, το συνταξιοδοτικό πρόβλημα κ.α.
Έτσι, μέσα σ’ ένα πλαίσιο κυριαρχίας των νόμων της ελεύθερης αγοράς και απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, με παράλληλη αποδόμηση της κοινωνικής προστασίας και συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων, η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας και η εμφάνιση των απασχολήσιμων στη θέση των εργαζομένων με πλήρη και μόνιμη απασχόληση, η αύξηση του χάσματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών και η συμπίεση της μεσαίας τάξης, μοιάζουν να επιδεινώνουν την κατάσταση. Συνάμα, το ξεπέρασμα των παραπάνω δυσχερειών μοιάζει να αποτελεί την κυριότερη πρόκληση για την Ευρώπη του μέλλοντος, στο δρόμο για την επίτευξη της οικονομικής προόδου σε συνδυασμό με την κοινωνική ευημερία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  3. Ράπτης Κώστας/ Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα/ Εκδόσεις ΕΑΠ/ Πάτρα 2000
                                                                                                                                                  Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
1 Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ σ. 141/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008 Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
2 Κ. Ράπτης/ Γενική Ιστορία της Ευρώπης/ τ. Β/ σ. 222/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2000
3 Κ. Γαγανάκης, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, σελ 312, Πάτρα 1999. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
4 Ο.π./ σελ. 310
5 Ο.π./ σελ. 309
6 Ο.π./ σελ. 311
7 Εδώ θεωρούμε απαραίτητο να διασαφηνίσουμε πως το χτίσιμο του υπαρκτού σοσιαλισμού βασίστηκε στην σταλινική θεωρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα και στην ανάληψη της εξουσίας από τις ανατολικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις «από τα πάνω». Η υιοθέτηση της προηγούμενης πολιτικής αποτελούσε ουσιαστική παρέκκλιση από τον αρχικό στόχο των μπολσεβίκων, οι οποίοι θεωρούσαν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση του σοσιαλισμού στη Ρωσία την επέκτασή του στις πιο αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες με κυριότερη τη Γερμανία, μέσω εργατικών επαναστάσεων «από τα κάτω», κάτι που επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς σε αρκετές χώρες με τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου. Για το συγγραφέα της εργασίας, η επικράτηση του σταλινισμού αποτελεί τομή παρά συνέχεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, καθώς πέραν της άγριας εκμετάλλευσης και καταπίεσης που υφίσταντο η εργατική τάξη αντί της αναβάθμισης του ρόλου της με επέκταση της δημοκρατίας στην παραγωγή, συνάμα, με την υποβάθμιση του στόχου της παγκόσμιας επανάστασης τα κομμουνιστικά κόμματα του πλανήτη αλλά και της δυτικής Ευρώπης ειδικότερα, μεταλλάχθηκαν σε «μακρύ χέρι» της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής αντί για προπαγανδιστές της επανάστασης στη χώρα τους. Ωστόσο, εδώ πρέπει να κλείσει η σύντομη παρένθεση, μιας και το κατά πόσο το ανατολικό μπλοκ αφενός, εξέφραζε το πνεύμα και το γράμμα του μαρξισμού και αφετέρου, αποτελούσε συνεχιστή τη πολιτικής που χάραξαν ο Λένιν και ο Τρότσκι την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης, σηκώνει πολύ συζήτηση και είναι αντικείμενο άλλη κουβέντας.
8 Γαγανάκης / σελ. 312
9 Ο.π./ σελ. 312
10 Ο.π./ σελ. 312
11 Ο.π./ σελ. 312
12 Ο.π./ σελ. 314
13 Ο.π./ σελ. 314
14 Δρίτσα/ σελ. 238
15 Ο.π/ σελ. 237
16 Γαγανάκης/ σελ. 316
17 Ο.π/ σελ. 316
18 Δρίτσα/ σελ. 239
19 Γαγανάκης / σελ. 316, 317
20 Δρίτσα/ σελ. 238,239
21 Ο.π./ σελ. 238
22 Ο.π./ σελ 257
23 Ο.π./ σελ. 257
24 Γαγανάκης/ σελ. 319
25 Δρίτσα/ σελ. 241
26 Ο.π./ σελ 269
27 Ο.π./ σελ 239
28 Ο.π./ σελ 292
29 Ο.π./ σελ 140
30 Ο.π./ σελ 239
31 Ο.π./ σελ 230, 231

H ΜΟΝΕΤΑΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ κ' Η ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΝΕΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

 H ΜΟΝΕΤΑΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ & Η ΑΛΛΑΓΗ ΕΜΦΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΝΕΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

Ο στασιμοπληθωρισμός της περιόδου 1973-79 δεν μπορούσε να εξηγηθεί ικανοποιητικά από την Κεϋνσιανή  
θεωρία με αποτέλεσμα την επικράτηση νεοφιλελεύθερων ερμηνειών του φαινομένου, που συνδέθηκαν με το 
Margaret Thatcer: Η Βρετανίδα πρωθυπουργός που στην δεκαετία του 80, σύνδεσε το όνομα της με την Νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική κ' την άγρια επίθεση στις εργατικές κατακτήσεις της χώρας της.
Margaret Thatcer: Η Βρετανίδα πρωθυπουργός που στην δεκαετία του 80, σύνδεσε το όνομα της με την Νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική κ' την άγρια επίθεση στις εργατικές κατακτήσεις της χώρας της.
έργο 2 μεγάλων θεωρητικών του Milton Friedman & του Friedrich August von Hayek. Οι κυβερνήσεις της Margaret Thatcer στη Βρετανία και του Ronald Reagan στις Η.Π.Α., αναφέρονταν ρητά στους 2 αυτούς στοχαστές για να εξηγήσουν την οικονομική τους πολιτική στους ψηφοφόρους.
Ο Μ. Friedman ηγήθηκε του κινήματος των Μονεταριστών που εξέφραζε την διαφωνία της για τον παρεμβατικό ρόλο του κράτους στον έλεγχο της οικονομίας.. Στην βραχυπρόθεσμη ανάγκη άμβλυνσης οικονομικών προβλημάτων οι μονεταριστές θεωρούσαν πως η διδασκαλία των κλασικών για την ατομική οικονομική ελευθερία εξακολουθεί να ισχύει.
Οι μονεταριστές, δέχονταν από την κλασική οικονομική θεωρία το αξίωμα της ουδετερότητας του χρήματος. Θεωρούσαν πως οι αλλαγές στην ποσότητα του χρήματος επηρεάζουν μακροχρόνια μόνο τις τιμές και δεν επιδρούν στην παραγωγή & την απασχόληση. Η εξήγηση δίνεται μέσω της επίδρασης του αποτελέσματος των πραγματικών διαθεσίμων (real balance effect).
Τα πραγματικά διαθέσιμα, είναι το ποσό που τηρούν τα νοικοκυριά διαιρεμένο δια του τιμάριθμου, δηλαδή αποτελούν τον πλούτο του κοινού και επηρεάζουν τη δαπάνη του. Όταν αυξάνει η ποσότητα χρήματος στην κοινωνία, αυξάνει αυτόματα και η ροπή προς δαπάνη και συνεπώς υπάρχει μια βραχυχρόνια αυξητική επίδραση στο εισόδημα & την απασχόληση. Όμως η αύξηση δαπανών προκαλεί πληθωρισμό, η αξία πραγματικών διαθεσίμων πέφτει, και η διαδικασία που ξεκίνησε με την αύξηση χρήματος λήγει, όταν ολοκληρωθεί μια σειρά προσαρμογών στις αγορές που αφήνει την πραγματική παραγωγή & απασχόληση στα επίπεδα που είχαν πριν την αύξηση.. Μοναδική αλλαγή που προκύπτει στην οικονομία είναι το υψηλότερο επίπεδο των τιμών.

Ronald Reagan: πρόεδρος των Η.Π.Α. τη δεκαετία του 80'. Μαζί με την Μ. Θάτσερ άνοιξαν το δρόμο για την επιβολή ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
Ronald Reagan: πρόεδρος των Η.Π.Α. τη δεκαετία του 80'. Μαζί με την Μ. Θάτσερ άνοιξαν το δρόμο για την επιβολή ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
   Όπως προκύπτει, επιθυμία των μονεταριστών αποτελεί η διακριτική προσαρμογή του χρήματος στις ανάγκες παραγωγής και η παραίτηση του κράτους από μια ενεργητική νομισματική πολιτική. Απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική επίδραση στο εισόδημα είναι η νομισματική πολιτική (και όχι η δημοσιονομική) εφόσον προσαρμοστεί στις επιταγές της ελεύθερης αγοράς, απαραίτητη συνοδεία της αύξησης παραγωγής.
Συμπερασματικά, οι σχετικές τιμές των αγαθών, υπηρεσιών και συντελεστών της παραγωγής αποτελούν συστατικά στοιχεία της διαρκούς εξισορρόπησης των αγορών. Τα άτομα προσαρμόζουν τις προσδοκίες τους σύμφωνα με όσα έμαθαν να πιστεύουν κατά τη δράση τους στην οικονομία στο παρελθόν και κάνουν ελεύθερες επιλογές πραγματοποιήσιμες και μη.
Milton Friedman (1912-207): ηγέτης της μονεταριστικής σχολής του Σικάγο. Επικριτής του Κέυνς. Υποστηρικτής της αυστηρής νομισματικής πολιτικής συνδέοντας άμεσα τον πληθωρισμό με την πιστωτική επέκταση. Το χρήμα είναι σημαντικό μόνο ως νομισματικό φαινόμενο κι αν αφεθεί να υπηρετήσει
Milton Friedman: ηγέτης του κινήματος των Μονεταριστών κ' θεωρητικός του νεοφιλελευθερισμού.
Milton Friedman: ηγέτης του κινήματος των Μονεταριστών κ' θεωρητικός του νεοφιλελευθερισμού.
δημοσιονομικά ελλείμματα μπορεί να οδηγήσει μόνο στον πληθωρισμό. Προτείνει επιστροφή στις ελεύθερες αγορές και την ιδιωτική πρωτοβουλία σ’ ένα κλίμα πολιτικού & οικονομικού φιλελευθερισμού. Εκτός από ακαδημαϊκός οικονομολόγος κατείχε και το ρόλο του συμβούλου σε προγράμματα οικονομικής φιλελευθεροποίησης.
Παραλλαγή της παραπάνω θεωρίας αποτελεί η
Robert Lukas: της σχολή των «ορθολογικών προσδοκιών»  κ' υπερμαχος του νεοφιλελευθερισμού.
Robert Lukas: της σχολή των «ορθολογικών προσδοκιών» κ' υπερμαχος του νεοφιλελευθερισμού.
του Robert Lukas, η οποία επηρέασε κι αυτή την οικονομική πολιτική.
Η σχολή ονομάστηκε «Νέα Κλασική Μακροοικονομία» και στηρίζει τις αρχές της στο αξίωμα της αριστοποίησης που χρησιμοποιούσαν οι κλασικοί. Τα άτομα δηλαδή εκμεταλλεύονται κάθε δυνατότητα να βελτιώσουν την κατάστασή τους.. (245)
Τα άτομα όντας ορθολογικά διαμορφώνουν και ορθολογικές προσδοκίες, οι οποίες αποτελούν θεμελιώδη συνιστώσα της σχολής. Αντί της συνεχούς διόρθωσης παλαιότερων εσφαλμένων επιλογών των μονεταριστών, εδώ προβάλλεται η νέα «ορθολογική» εικόνα.. Νοικοκυριά & επιχειρήσεις διαμορφώνουν τις προσδοκίες με βάση τις πληροφορίες που διαθέτουν και τους στόχους που θέλουν να πετύχουν. Αν και το περιβάλλον που κινούνται μεταβάλλεται, οι προβλέψεις των ατόμων είναι ορθές σε κάθε περίπτωση. Επειδή λοιπόν, νοικοκυριά & επιχειρήσεις στην οικονομία δρουν ορθολογικά, δε νομιμοποιείται η κρατική παρέμβαση σ’ αυτήν.
Επιπλέον, οι τιμές «εκκαθαρίζουν» την αγορά, καθώς οι τιμές που προκύπτουν σε αγορές που βρίσκονται σε συνεχή ισορροπία, επιτρέπουν την ταύτιση της ζήτησης & προσφοράς σε κάθε περίπτωση ώστε τίποτα να μη μένει απούλητο.
    Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να έχει αποτελεσματική επίδραση διότι τα άτομα προεξοφλούν τις προσδοκίες τους. Το εισόδημα περιστρέφεται γύρω από τη «φυσιολογική τιμή» (natural rate) την οποία τα άτομα γνωρίζουν. Συνεπώς, ο διπλασιασμός της ποσότητας του χρήματος από το κράτος για την αναζωογόνηση της συνολικής ζήτησης θα οδηγούσε στην επιδίωξη των ατόμων για διπλασιασμό των εισοδημάτων τους (οι επιχειρήσεις διπλασιασμό των τιμών των προϊόντων τους) γιατί δεν αναμένουν τίποτα θετικό από μια τέτοια ενέργεια. Στην περίπτωση που συμβεί το ίδιο δίχως τα άτομα να το γνωρίζουν ή να το καταλάβουν, τότε ίσως θεωρήσουν αυτήν την αύξηση ως νέα ώθηση στην αγορά και προσαρμόσουν τα σχέδια παραγωγής & κατανάλωσης τους στα νέα δεδομένα. Μόνο σε τέτοια περίπτωση οικονομικού αιφνιδιασμού η οικονομική πολιτική θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική. Ωστόσο, με δεδομένο την ροή πληροφοριών σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία ελάχιστες ενέργειες οικονομικής πολιτικής δεν μπορούν να προεξοφληθούν. 
Η επίδραση της συγκεκριμένης σχολής αφενός στο ακαδημαϊκό πεδίο, αφετέρου στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής ήταν σημαντική ως το 1990. Πρωτεύουσα επιρροή ήταν στην μεταβολή των αντιλήψεων σχετικά με την δυνατότητα του κράτους να επηρεάσει αποτελεσματικά την παραγωγή & κατανομή εισοδήματος, χρησιμοποιώντας τα μέσα οικονομικής πολιτικής που διαθέτει. Απόρροια του γεγονότος, υπήρξε η αλλαγή πολιτικών τόσο της ΕΕ, όσο και των χωρών – μελών σε εθνικό επίπεδο, που ήταν φιλικότερες προς την αγορά.
Εκείνος που επίσης συνέβαλε στο παραπάνω ήταν ο Friedrich August von Hayek. Για τον ίδιο, η οικονομία χαρακτηρίζεται από μια «αυθόρμητη πράξη» καθώς οι πολίτες επιδιώκουν οικονομικούς σκοπούς. Όποια προβλήματα προκύψουν από τη διαδικασία αυτή είναι για τον Hayek προβλήματα «αποτυχίας – συντονισμού», κατάστασης συχνής σε μια οικονομία της αγοράς με τόσους συμμετέχοντες, οι οποίοι επιδιώκουν τόσο διαφορετικούς σκοπούς ο καθένας.
Καίριας σημασίας είναι η κατανόηση πως δεν αρμόζει στο κράτος να παρεμβαίνει στην οικονομία για να προλάβει ή να θεραπεύσει προβλήματα αποτυχίας συντονισμού. Τα προβλήματα ξεπέρνιουνται μέσα από διαχρονικές διαδικασίες προσαρμογής στις αγορές. Η διαδικασία παραγωγής μέχρι την ύπαρξη τελικών προϊόντων είναι αρκετά χρονοβόρες, οπότε τα επιχειρηματικά λάθη στις επενδύσεις και στις εκτιμήσεις περί κερδοφορίας είναι περίπου αναπόφευκτα. 
Η οικονομική θεωρία του σχηματισμού τιμών, η νομισματική θεωρία και η θεωρία του κεφαλαίου πρέπει να μελετώνται ενιαία και πάντα προς την κατεύθυνση κατανόησης του εξισορροπητικού μηχανισμού της αγοράς. 
Ο προγραμματισμός της οικονομίας για τον Hayek, είναι καταστροφικός για την ελευθερία του ατόμου. Μεθοδολογικά η ανάλυση οφείλει να ξεκινά από το άτομο και όχι από το σύνολο. Οι θεσμοί είναι δημιούργημα της ανθρώπινης δράσης, αλλά όχι με βάση συγκεκριμένο σχέδιο. Έχουν προκύψει στο πλαίσιο αυθόρμητης τάξης. Για αυτόν το λόγο ο Hayek θεωρεί κατακριτέα την προσπάθεια μεταφοράς σχημάτων των φυσικών επιστημών στις κοινωνικές επιστήμες, κάτι που ονόμασε «επιστημονισμό». 
Οι αγορές έχουν για την ανθρώπινη δράση μεγάλη σημασία και αποτελούν μηχανισμούς απόκτησης γνώσης από τους δρώντες. Η γνώση αυτή βελτιώνεται με την ανακάλυψη νέων πραγμάτων απ’ όσους συμμετέχουν σ’ αυτές τις νέες εμπειρίες. Δηλαδή, οι αγορές αποτελούν ένα σχολείο ανακαλύψεων και συνεχούς προσαρμογής του ατόμου στην κοινωνική ζωή.
   Friedrich August von Hayek (1889-1992):
Friedrich August von Hayek: κύριος εκπρόσωπος της «αυστριακής σχολής» των οικονομικών. Γνωστός και για τις ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις του.
Friedrich August von Hayek: κύριος εκπρόσωπος της «αυστριακής σχολής» των οικονομικών. Γνωστός και για τις ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις του.
. Το άτομο αποτελεί επίκεντρο της θεωρίας του αλλά και της μεθόδου του ( μεθοδολογικός ατομισμός). Υπεράσπισε των αυθορμητισμό της αγοράς στη βάση ελεύθερα δρώντων υποκειμένων. Ωστόσο, εξέφρασε συχνά ακραίες απόψεις, όπως η πρόταση για «ιδιωτικοποίηση» της δυνατότητας έκδοσης χρήματος και η κατάργηση των Κεντρικών Τραπεζών. Friedman & Hayek αποτελούν τους κύριους θεωρητικούς του νεοφιλελευθερισμού του 80’. Ο Friedman είχε το ρόλο του πολιτικού οικονομολόγου κι ο Hayek εκείνο του κοινωνικοφιλοσοφικού στοχαστή. Και οι 2 αντλούσαν από την οικονομική θεωρία και τις έννοιές της. 
Το έργο του Hayek και ο μονεταρισμός, οδήγησαν στην επάνοδο της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού. Οι οικονομικές πολιτικές έπαψαν στη Ευρ. Ένωση κι αλλού να επιδιώκουν τη μέγιστη ευημερία και την πλήρη απασχόληση. Ιδιωτικοποιήσεις και έμφαση στην αγορά επαναπροσδιόρισαν το ρόλο του δημοσίου και ο νεοφιλελευθερισμός κυριάρχησε πολιτικά. Τα περιθώρια άσκησης παρεμβατικής πολιτικής μειώθηκαν. Το Κράτος Πρόνοιας αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο στην εξάπλωση της λογικής της αγοράς και όχι ως δικλείδα ασφαλείας των ατελειών της.
Ωστόσο, υπάρχει αντίλογος και πολλοί επιστήμονες αναζητούν νέες συνθέσεις. Στο μέλλονασφαλώς θα υπάρξουν συμβολές που θα υποβοηθήσουν στη δημιουργία νέων κοινωνικών πλειοψηφιών, ενώ οι νέες ιδέες θα στηρίξουν την οικονομική πολιτική του μέλλοντος.
 ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Τα προβλήματα οικονομικής αστάθειας που επέφερε ο Μεγάλος Πόλεμος, τόσο σε εθνικό όσο και διεθνές επίπεδο οδήγησαν στην κρίση του 29. Οι εξελίξεις οδήγησαν στη ιδεολογική ήττα του φιλελευθερισμού και στην αλλαγή οικονομικής πολιτικής με έμφαση στην ενεργό ζήτηση και τον κρατικό παρεμβατισμό. Η μεταπολεμική ανάπτυξη, εκφράστηκε μέσω των έργων του Κέυνς, ενώ μέχρι τη δεκαετία του 70’ επιτεύχθηκε η «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού. Η Ευρώπη γνώρισε πρωτοφανή ανάπτυξη και συνάμα οικοδομήθηκε το Κράτος Πρόνοιας. 
Ωστόσο με τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 70’ σημειώνεται νεοφιλελεύθερη ανάκαμψη, στηριζόμενη κυρίως στις ιδέες των Friedman & Hayek. Οι επιπτώσεις άρχισαν να γίνονται ορατές από τη δεκαετία του 90 και έπειτα.
Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989 οδήγησε την παγκόσμια & ευρωπαϊκή οικονομία σε φάση ανάπτυξης αλλά και μετασχηματισμών, πλούτου αλλά και ένδειας, οικονομικής μεγέθυνσής αλλά και ανεργίας.
Η οικονομική σκέψη και οι πολιτικές του μέλλοντος ασφαλώς θα είναι διαφορετικές από τις σημερινές. Ωστόσο, είναι δύσκολο να προβλέψουμε την κατεύθυνση και την ένταση των αλλαγών, καθώς το αποτέλεσμα καθορίζεται πάντα από τη συλλογική δράση. 


ΠΗΓΕΣ
  1.  Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  3. Ράπτης Κώστας/ Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα/ Εκδόσεις ΕΑΠ/ Πάτρα 2000
  4. Aldcroft D – Ville S. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005
  5. North D. C., Δομή και μετ