Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΩΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΩΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ κ' ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ απο16ο αι. έως τις παραμονές του Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ κ' ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ απο16ο αι. έως τις παραμονές του Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


         Από τον 16ο έως τον 19ο αι
            Πληθυσμός
ΑΣΤ ΑΝΑΠΤ 2   Ραγδαία αύξηση τον 16ο και το δεύτερο μισό του 18ου αι. Η ενδιάμεση περίοδος χαρακτηρίζεται από στασιμότητα ή και μείωση λόγω: α) λιμού και έλλειψη τροφής αποτέλεσμα των καιρικών συνθηκών και της καταστροφής της σοδειάς. Δυσκολεύει την κατάσταση η κερδοσκοπική τάση – αύξηση τιμών των δημητριακών. Η σοβαρότητα των λιμών υποχωρεί τον 18ο , αρχές 19ου αι. όπου οι πιο εξελιγμένοι τρόποι μεταφοράς μπορούσαν να μεταφέρουν τροφή σε περιοχές με έλλειψη. β) αρρώστιες (πανούκλα, τύφος, βλογιά) όπου μόνο με την βελτίωση των υποδομών υγιεινής στις πόλεις καταπολεμήθηκαν, γ) πόλεμοι (Τριακονταετής), δ) Η δομή της οικογένειας και της κοινωνίας λειτούργησε σταθεροποιητικά για τον πληθυσμό, ε) η μετακίνηση των πληθυσμών, εποχική και μόνιμη. Τάση για κατοίκηση στα αστικά κέντρα για εξεύρεση εργασίας, μεταναστεύσεις πληθυσμών με τη βία (Μαυριτανοί στην Ισπανία), εξωτερική μετανάστευση στις αποικίες.
Η πυκνότητα δεν ήταν πάντα συμβατή με τις περιοχές που είχαν γόνιμο έδαφος, αλλά σε περιοχές όπου ήταν ανεπτυγμένη η οικοτεχνία που απασχολούσε μεγάλο αριθμό εργατικού δυναμικού.
Γαλλία: πυκνοκατοικημένες περιοχές: Β. Γαλλία από τη Βρετάνη ως τις Κάτω Χώρες, η περιοχή του Παρισιού, η Αλσατία και η περιφέρεια της Λυών.
Νότιες Κάτω Χώρες: ταχύτερος ρυθμός ανάπτυξης στην Ευρώπη αυτήν την εποχή, έντονη αύξηση στις δυτικές ή ναυτικές επαρχίες, Άμστερνταμ μια από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις. Αντίθετα με τις Β. Κάτω Χώρες Γερμανία: 16ος αι. αύξηση, Τριακονταετής πόλεμος σοβαρή μείωση
Άλπεις: διέθετε φυσική προστασία από τους πολέμους που κατέστρεψαν τη Γερμανία αλλά η πληθυσμιακή ανάπτυξη εμποδίστηκε από την ανεπάρκεια καλλιεργήσιμων εδαφών γι’ αυτό και προμήθευσε στρατιώτες σε ξένους στρατούς.

18ος αι.: εποχή επανεγκατάστασης και ανάπτυξης
Ρωσία, Ιταλία: σημαντική αύξηση, Ιβηρική χερσόνησος: σοβαρή μείωση λόγω μετανάστευσης προς τις αποικίες, πανώλης

Από τον 16ο έως τον 19ο αι.                                                                    AST ANAPT 3
Πόλεις – αστικά κέντρα
Οι αιώνες αυτοί δεν χαρακτηρίζονται από αστική ανάπτυξη. H προβιομηχανική πόλη αποτελούσε πρώτα απ’ όλα τόπο συναλλαγών, και η ζωή της είχε επίκεντρο την αγορά της. Ήταν επίσης κέντρο βιοτεχνικών μονάδων. Το δίκτυο των μικρών εμπορικών πόλεων, παρέμενε όπως ήταν στο τέλος του Μεσαίωνα, ελάχιστα μεγάλωσε. Εκεί ζούσαν λίγοι βιοτέχνες, επαγγελματίες και πολλοί εισοδηματίες που αντλούσαν τα εισοδήματα τους από τους γειτονικούς αγρούς και χωριά. Μια οπισθοδρομική και αμετάβλητη κοινωνία. Πολλές τέτοιες πόλεις επιβίωσαν μέχρι και τον εικοστό αιώνα γιατί δεν υπήρχε μεγάλη οικονομική ανάγκη να ανοικοδομηθούν ή να επεκταθούν. Υπάρχουν οι μικρές, (Γερμανία, ανατ. Ευρώπη, Ρωσία, Πρωσία) οι μεσαίες, οι μεγάλες και οι πολύ μεγάλες εμπορικές πόλεις (Β. Ιταλία)
Εκτεταμένη χρήση του ξύλου, (τα αστικά κέντρα των μεγαλύτερων ηπειρωτικών πόλεων ήταν φτιαγμένα από πέτρα κυρίως στην νότια Ευρώπη λόγω έλλειψης του ξύλου) έλλειψη υποδομών και συστημάτων υγιεινής, (οι περισσότερες πανώλες προέρχονταν από πόλεις), στενοί δρόμοι, μεγάλος αριθμός στάβλων και αμαξοστασίων, υποδοχή μεταναστών. Η σταδιακή αντικατάσταση του ξύλου με λιθοδομές κατέστησε τις πόλεις ασφαλέστερες και πιο υγιεινές. Ορισμένα λιμάνια αναπτύχθηκαν για να καλύψουν εμπορικές ανάγκες (Χάβρη – 16ος αι.). Επίσης «νέες πόλεις» θεωρούνται οι Residenzstade, ημιαστικοί οικισμοί για τα πριγκηπικά ανάκτορα και τα κομψά σχεδιασμένα προάστια τα οποία προσθέτονταν σε μια υφιστάμενη πόλη.
Η πόλη – εμπορικό κέντρο αποτελεί την πλειοψηφία των πόλεων. Οι μεγάλου μεγέθους πόλεις παράλληλα με τον εμπορικό και οικονομικό ρόλο τους αποτελούν έδρες των κυβερνήσεων των νέων κρατών, εκπαιδευτικά και πολιτιστικά κέντρα, διαθέτουν εξειδικευμένους γιατρούς, δικηγόρους, αλλά και έναν σημαντικό αριθμό φτωχών.
Οι μικρότερες αντλούν προμήθειες (τροφή) από την περιφέρεια τους ενώ οι μεγαλύτερες υποχρεούνται να τις εισάγουν από μακριά.
Αν. Ευρώπη και Ρωσία: μικρότερη επέκταση συγκριτικά με τη Δυτική Ευρώπη και χαρακτηρίζονται από ένα προστατευμένο από τείχη παλάτι γύρω από το οποίο επεκτείνεται σε περιορισμένη έκταση μια πυκνοκατοικημένη περιοχή που καταλήγει σε κάποιο προάστιο. (Αγία Πετρούπολη)
        
 Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
   
ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΕΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΕΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
    (μετά τους ναπολεόντειους πολέμους)
          ΠΟΛΕΙΣ
Αύξηση πληθυσμού των μεγάλων πόλεων και ειδικότερα αυτών που ήταν πρωτεύουσες των κρατών τους.
Χαρακτηριστικό της εποχής ο βαθμός αστικοποίησης της Μεγ. Βρετανίας, με το μεγαλύτερο αριθμό αστικών κέντρων, γεγονός που συνδέεται  άμεσα με τον βαθμό εκβιομηχάνισης της χώρας, συγκριτικά με την ηπειρωτική Ευρώπη. Οι πόλεις στο εσωτερικό της  Ευρώπης δεν είχαν ακόμη αναπτυχθεί σε βιομηχανικά κέντρα πράγμα που γίνεται  το δεύτερο μισό του 19ου αι. Η οικιακή βιοτεχνία εξασκούνταν σε μεγάλη κλίμακα. Οι μεταλλοβιομηχανίες ήταν κυρίως αγροτικές και εγκατεστημένες εκεί όπου υπήρχε η κινητήριος δύναμη, τα ποτάμια.
Ιβηρική χερσόνησος: Μαδρίτη, Δυτ. Ευρώπη: Βρυξέλλες, Αμβέρσα, Βερολίνο, Βιέννη, Αμβούργο, Πράγα. Αν. Ευρώπη: δεν υπάρχουν πραγματικά μεγάλες πόλεις.
Η γεωγραφία της αστική ανάπτυξης το πρώτο ήμισυ του 16ου αι. έχει αρκετά κοινά σημεία με τις αρχές του 19ου. Μια τάση που ξεκίνησε πριν από 250 έτη παγιώθηκε και ισχυροποιήθηκε. Εξαφάνιση ή αποδυνάμωση κάποιων αστικών κέντρων και παράλληλα η εμφάνιση ή ενίσχυση κάποιων άλλων.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
(μετά τους ναπολεόντειους πολέμους)
Την περίοδο των ναπολεόντειων πολέμων υπάρχει μείωση. Μετά το τέλος του πολέμου ακολούθησε αύξηση λόγω: σχετικής αύξησης των τροφίμων, εξαφάνισης σημαντικών επιδημιών, εμφάνιση κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που ευνοούσαν τους γάμους σε νεότερες ηλικίες.
Η κατανομή του πληθυσμού στη Μ. Βρετανία είναι ιδιαίτερα άνιση και δικαιολογείται απο τη συγκέντρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων, της εξόρυξης του άνθρακα και της βιομηχανικής ανάπτυξης σε ορισμένες περιοχές.
Στη Γαλλία ο πληθυσμός παραμένει στάσιμος για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους με πυκνότητα στις βόρειες ακτές, Αλσατία, Παρίσι, Λυών.
Ολλανδία, Βέλγιο: σημαντική αύξηση λόγω των νέων βιοτεχνικών δραστηριοτήτων.
Δανία, η πιο πυκνοκατοικημένη από της σκανδιναβικές χώρες, Ρωσία ραγδαία αύξηση, Ισπανία – Πορτογαλία μείωση λόγω Χερσονησιακού πολέμου, Ιταλία αύξηση, Νορβηγία- Σουηδία διασκορπισμένος σε περιοχές με παραγωγικές δραστηριότητες
Οι βασικές προσδιοριστικές παράμετροι της πληθυσμιακής μεταβολής και πυκνότητας στην Ευρώπη είναι: η βελτίωση και αύξηση της παραγωγής, η βελτίωση των συνθηκών υγιεινής, η ανάπτυξη του θεσμού του εργοστασίου και η συγκέντρωση του πληθυσμού, η παράλληλη ανάπτυξη των αστικών κέντρων και η βελτίωση των συγκοινωνιών γεγονός που επιτρέπει τη μεταφορά τροφής από απομακρυσμένες περιοχές, η Φυσική Γεωγραφία σε συνδυασμό με τις κλιματολογικές συνθήκες, άλλες κοινωνικές και πολιτιστικές παράμετροι όπως η φιλοδοξία για κοινωνική άνοδο.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ                            
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ                                                                             Β ΕΠ 1
Αλματώδη αύξηση
  • Μείωση γεννήσεων εξαιτίας οικονομικών και κοινωνικών λόγων.
  • Μείωση της θνησιμότητας. Βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, των συνθηκών υγιεινής και του περιορισμού των λιμών.
  • Παρόλο τον περιορισμό των λιμών η ανεπαρκής δίαιτα και διατροφή, (κυρίως στα αστικά κέντρα) παραμένει. Εκεί παρατηρείται ανεπάρκεια ειδών διατροφής (λαχανικά) και συμπτώματα ασθενειών λόγω αυτής της έλλειψης.
  • Μετανάστευση. Σημαντικό εσωτερικό μεταναστευτικό ρεύμα από τις αγροτικές περιοχές προς τα αστικά και βιομηχανικά κέντρα. Εποχική μετανάστευση για τη συγκομιδή στο Νέο Κόσμο. Πάντως η υπερπόντια μετανάστευση ήταν πολύ μικρότερης κλίμακας. Το μεγαλύτερο μέρος αφορούσε μικρές αποστάσεις προς την κοντινότερη κωμόπολη ή περιφερειακή πρωτεύουσα. Δεν έφευγαν μονο από άγονα εδάφη προς τις πόλεις αλλά (προς το τέλος του αιώνα) και από περιοχές με εύφορα εδάφη και ανεπτυγμένη γεωργία. Μεγάλο μέρος της ξεκίνησε σαν εποχική μετανάστευση και κατέληξε σε μόνιμη αποξένωση από τον γενέθλιο τόπο. Σε περιπτώσεις που η τιμή ενός αγροτικού προϊόντος μειώνεται παρατηρείται αύξηση της μετανάστευσης. Μετανάστευση Εβραίων από κράτος σε κράτος (φαινόμενο περιορισμένο τότε).
Ανάδειξη κουλτούρας κυρίως μέσω της γλώσσας ειδικά σε περιπτώσεις κρατών με περισσότερες από μια γλώσσες. Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά αποτελούν συστατικό στοιχείο στη διαμόρφωση οικογενειακής συμπεριφοράς.
Οι αγροτικές περιοχές είτε παραμένουν στάσιμες είτε χάνουν πληθυσμό ενώ οι βιομηχανικές επωφελούνται.
   
  Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
   ΠΟΛΕΙΣ
Β. ΕΠ 2    Εντατική αύξηση του πληθυσμού των πόλεων.
Τα μεγάλα αστικά, εμπορικά και βιομηχανικά κέντρα αναπτύχθηκαν με γρηγορότερους ρυθμούς από τις πόλεις, των οποίων βασική αιτία ανάπτυξης είναι η εξόρυξη πρώτων υλών. Οι μικρές πόλεις εξασφάλιζαν μόνο χαμηλού επιπέδου λειτουργίες (αγοραστικό κέντρο). Οι μεγαλύτερες εξασφάλιζαν διοικητικές, εμπορικές και κατασκευαστικές λειτουργίες, που υπερέβαιναν κατά πολύ τα τοπικά όρια. Οι πρωτεύουσες των περιφερειών και οι βιομηχανικές πόλεις αναπτύχθηκαν ταχύτατα. Άλλες που απείχαν πολύ απ΄τα ανθρακωρυχεία και τις κύριες οδούς μεταφοράς, αναπτύχθηκαν λίγο ή καθόλου. Μερικές πόλεις αναπτύχθηκαν εκ του μηδενός. Στην αρχή ήταν χωριά, όπως ένα ανθρακωρυχείο, ένα εργοστάσιο ή ια σιδηρουργία προσέλκυσε και άλλους ανθρώπους. Έτσι ανεγέρθηκαν εργατικές κατοικίες ήρθε ο σιδηρόδρομος και ο σταθμός του έγινε ένα είδος επίκεντρου για την άμορφη ανάπτυξη που είχε ξεκινήσει. Στην Αγγλία κάθε βιομηχανική περιοχή είχε τις νέες πόλεις της. Παράλληλα δημιουργείται μια νέα κατηγορία πόλεων, τα θέρετρα,  ως αποτέλεσμα των κακών συνθηκών διαβίωσης στις πόλεις. Δυσανάλογη αύξηση του πληθυσμού των μεγάλων πόλεων, σε σχέση με τις μικρότερες και τον συνολικό πληθυσμό.
Οι βασικές λειτουργίες της πόλης, η γεωργία, η μεταποίηση και οι υπηρεσίες, παραμένουν.
Η πλειοψηφία του πληθυσμού των πόλεων προέρχεται από εσωτερική μετανάστευση.
Η μετανάστευση ενήλικων έχει και σημαντικές επιπτώσεις και στην ηλικιακή  δομή του πληθυσμού, στον βαθμό που οι νεότερες γενιές δεν αντιπροσωπεύονται ανάλογα, ενώ η μεγάλη θνησιμότητα στις πόλεις μειώνει τους αριθμούς των ηλικιωμένων.
Η θνησιμότητα στις πόλεις είναι ιδιαίτερα αυξημένη λόγω συνθηκών υγιεινής και τροφοδοσίας. Μόνο κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αι. οι ευρωπαϊκές πόλεις άρχισαν να αποκτούν δίκτυο ύδρευσης.
Βασική πηγή ενέργειας στις πόλεις παραμένει ο άνθρακας (μέχρι το 1850). Το Λονδίνο είναι η πρώτη πόλη που υιοθετεί το 1816 τη χρήση γκαζιού για φωτισμό. Μέχρι το 1860 η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών αστικών κέντρων κάνουν χρήση γκαζιού. Η ηλεκτρική ενέργεια το αντικαθιστά μετά από 20 χρόνια.
Μεταφορικά μέσα: σημαντική εξέλιξη. Πρώτα λεωφορεία ή τραμ, με κινητήρια δύναμη άλογα. Χρήση των ηλεκτροκίνητων μηχανών και αργότερα του μετρό ως συνέχεια του σιδηροδρόμου. Τέλος μετά το 1900 εμφανίστηκαν μηχανοκίνητα λεωφορεία με μηχανές εσωτερικής καύσης.
Οικιστική συμφόρηση. Οι μικρομεσαίες και εργατικές τάξεις, στις αρχές και στα μέσα του αιώνα συγκεντρώνονται σε σειρές ομοιόμορφων σπιτιών που ενώνονται στις αυλές τους.  Αργότερα εμφανίζονται οι πολυκατοικίες, ως μια ακόμη μορφή χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Σε πολλές περιπτώσεις οι πολυκατοικίες είναι προσφορά των εταιρειών που εργάζονται οι κάτοικοι τους. Άσχημες συνθήκες διαβίωσης.
Όξυνση του προβλήματος της μόνιμης ροής τροφίμων στις πόλεις λόγω αύξησης του μεγέθους τους. Ανάπτυξη μόνιμων και εξειδικευμένων αγορών θεσμοθετημένων στο πλαίσιο των πόλεων. Σ’αυτό συνεισφέρει η εξέλιξη των μεταφορών και η δυνατότητα μεταφοράς εμπορευμάτων από μακρινές αποστάσεις. Δημιουργείται έτσι ένα μόνιμο δίκτυο τροφοδοσίας των αστικών κέντρων, που οδηγεί στο πέρας των λιμών και της έλλειψης τροφής στα αστικά κέντρα.
Οι πλέον αστικοποιημένες περιοχές στην Ευρώπη: Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και Κάτω Χώρες. Στον αντίποδα Βαλκάνια και Ιβηρική Χερσόνησος, ενώ στη μέση είναι η Ρωσία και η Σκανδιναβία.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ                    
Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 30
Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 30
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
1913: οι πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές βρίσκονται σε μια νοητή ζώνη που εκτείνεται από τη Μεγάλη Βρετανία μέχρι την ανατολική Γερμανία, περιλαμβάνοντας το σύνολο σχεδόν της Ιταλίας. Η υπόλοιπη Ευρώπη αποτελεί την «περιφέρεια» της. Συγκριτικά με τον χάρτη του προηγούμενου αιώνα ο πυκνός πληθυσμός είχε γίνει ακόμα πυκνότερος, ενώ ο πληθυσμός των αραιοκατοικημένων περιοχών είχε αραιώσει περισσότερο. Η ανάπτυξη της μιας περιοχής προκαλούσε τη μετανάστευση από την άλλη. Η πυκνότητα του πληθυσμού δεν οφείλεται μόνο στη συγκέντρωση του σε βιομηχανοποιημένες περιοχές (λόγω της επάρκειας θέσεων εργασίας, ύπαρξης πρώτων υλών, επάρκεια καταναλωτικών αγαθών). Σε περιοχές όπως η βορειοδυτική Ισπανία και η Σικελία (αγροτική οικονομία) παρατηρείται μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα που οφειλόταν στην καλλιέργεια μικρών ιδιοκτησιών και προκαλούσε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Εξήγηση: συντηρητισμός χωρικών, ο φόβος νέου περιβάλλοντος, πολιτικοί περιορισμοί, η διαβίωση ανάμεσα σε ανθρώπους άλλου θρησκεύματος αλλά ΚΥΡΙΩΣ η έλλειψη οικονομικών πόρων γιατί η μετεγκατάσταση κόστιζε ακριβά. Σημαντικό χαρακτηριστικό: η απασχόληση και σε άλλους τομείς εκτός του πρωτογενούς. Υπάρχει επίσης μια σχέση ανάμεσα στο βαθμό γεννητικότητας και θνησιμότητας και στην απασχόληση. Αποδεικνύεται ότι στις χώρες με μεγάλη γεννητικότητα και θνησιμότητα (πρωβιομηχανική περίοδος) ο πληθυσμός που απασχολείται στον πρωτογενή τομέα ξεπερνά το 50% του συνόλου.
Οι εξελίξεις που σημειώθηκαν στον πληθυσμό κατά τη διάρκεια του 19ου αι. : Βιομηχανοποίηση και οι επιπτώσεις και αλλαγές που επέφερε στη Γεωγραφία της ανθρώπινης εγκατάστασης. Ο ήδη πυκνός πληθυσμός έγινε ακόμη πυκνότερος, ενώ ο πληθυσμός των αραιοκατοικημένων περιοχών είχε σε πολλές περιπτώσεις αραιώσει περισσότερο. Η ανάπτυξη της μιας περιοχής συνοδεύεται από τη μετανάστευση της άλλης.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (ΠΟΛΕΙΣ)
Πληθυσμιακή ανάπτυξη των ήδη μεγάλων πόλεων και των λιμανιών της βιομηχανικής περιόδου με σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες. Αυτές οι πολύ μεγάλες πόλεις εξυπηρετούσαν λειτουργίες: ως πολιτικές πρωτεύουσες, κέντρα δημόσιας διοίκησης, επίκεντρο συγκοινωνιακών δικτύων και βιομηχανιών και πολλές ήταν προσανατολισμένες προς την ελαφρά βιομηχανία και την κατανάλωση. Το 1913 το 43,5% του συνολικού ευρωπαϊκού πληθυσμού χαρακτηρίζεται αστικό και κατοικεί σε περίπου 150 πόλεις με πληθυσμό άνω των 150.000 κατοίκων η κάθε μια. Άνοδος του τομέα της μεταποίησης και των υπηρεσιών. Δημιουργία μητροπολιτικών αστικών κέντρων δηλ. επέκταση των αστικών κέντρων προς την περιφέρεια και τελική απορρόφηση των μικρότερων κέντρων σε κοινή διοικητική δομή (τεράστια πολεοδομικά συγκροτήματα τα οποία σχηματίστηκαν με τη συνένωση συνεχώς αναπτυσσόμενων πόλεων και κωμοπόλεων, χωρίς καθόλου ή με ελάχιστους χώρους πρασίνου ενδιάμεσα.) Συγκριτικά με τις αρχές του 19ου αι.: στις περισσότερες από τις μικρές κωμοπόλεις ο πληθυσμός είχε συγκριτικά αυξηθεί, ενώ η ανάπτυξη εμφανίζεται κυρίως σε εκείνες που ήταν ήδη αρκετά μεγάλες με τα δεδομένα των αρχών του 19ου αι. Η συγκέντρωση του υπερπόντιου εμπορίου σε σχετικά μικρό αριθμό σημαντικών λιμανιών προκάλεσε τον ταχύτατο μετασχηματισμό τους και σε κάποιες περιπτώσεις γίνονται το δεύτερο σε μέγεθος αστικό κέντρο.

ΠΗΓΕΣ
  1. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Bloch M, Η φεουδαλική κοινωνία. Η διαμόρφωση των σχέσεων εξάρτησης, οι τάξεις και η διακυβέρνηση των ανθρώπων, Εκδ. Κάλβος, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα 1987
  1. Μανδυλαρά Άννα, Η διπλή ζωή της οικονομικής ιστορίας. Θέματα Ευρωπαϊκής Ιστοριογραφίας, Πάτρα, ΕΑΠ, 2008
  2. North D. C., Δομή και μεταβολές στην Οικονομική Ιστορία, Εκδ. Κριτική, Α. Αλεξιάδη, Αθήνα 2000
  3. Δρίτσα Μαργαρ. (επίμ)/ Θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Ευρώπης/ Εκδ. ΕΑΠ/ Πάτρα 2008
  4. Aldcroft D – Ville S. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΦΕΟΥΔΑΛΙΣΜΟΥ & Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (13ος – 18ος αι.)

 Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΦΕΟΥΔΑΛΙΣΜΟΥ & Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (13ος – 18ος αι.)

 Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΦΕΟΥΔΑΛΙΣΜΟΥ (13ος – 14ος αι.)

 ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Στις αρχές του 14ου αι. εμφανίζονται σημάδια ύφεσης στην φεουδαλική οικονομία. Η αγροτική παραγωγή μπαίνει σε βαθιά κρίση, με στασιμότητα στην απόδοση και ανεπάρκεια ικανοποίησης των οικονομικών απαιτήσεων της αριστοκρατίας. Η στασιμότητα αποτέλεσε φυσικό επακόλουθο του εκτατικού τρόπου καλλιέργειας, ο οποίος δεν μπορούσε να αυξήσει ικανοποιητικά την παραγωγή του καλλιεργούμενου εδάφους. Επιπλέον, τα επισιτιστικά προβλήματα επιδεινώθηκαν λόγω αύξησης αφενός πληθυσμιακής, αφετέρου του αριθμού των μικρών σε έκταση κλήρων.
Δύο ακόμα παράγοντες της κρίσης υπήρξαν: η έλλειψη παραγωγικών επενδύσεων, τμήματος των κερδών στον τεχνολογικό τομέα, από την πλευρά της αριστοκρατίας. Κύρια όμως λόγω εφαρμογής  «του ιδιαίτερα ανελαστικού πλαισίου εκμετάλλευσης που καθόριζε τις σχέσεις ανάμεσα στην μεγάλη χωροδεσποτεία και τον οικογενειακό αγροτικό κλήρο, τη θεμελιώδη μονάδα της φεουδαρχικής παραγωγής». Στο κοινωνικό επίπεδο, η ένταση ανάμεσα στους φεουδάρχες και τις κοινότητες των χωρικών εκφράστηκε με μια σειρά αγροτικών εξεγέρσεων.
Στον αστικό χώρο, διαδραματίστηκαν επίσης αρκετές εξεγέρσεις σαν συνέπεια της κρίσης. Η σιτοδεία σε ΠΑΝΩΛΗσυνδυασμό με την επιδημία της Μεγάλης Πανώλης του 14ου αι., οδήγησαν την κρίση σε εφιαλτικά επίπεδα θνησιμότητας.
Οι ιστορικοί της σχολής των  Annales, αναζήτησαν τα αίτια της κρίσης στην έλλειψη ισορροπίας μεταξύ της δημογραφικής ανάπτυξης από τη μια, και της δυνατότητας κάλυψης των αυξημένων διατροφικών αναγκών, λόγω ανεπάρκειας των μεσαιωνικών καλλιεργητικών πρακτικών από την άλλη.Απόρροια του προηγούμενου συνδυασμού ήταν οι διαδοχικές υφέσεις και ανακάμψεις.
Οι μαρξιστές ιστορικοί, δίνουν έμφαση είτε στην πολιτική συνιστώσα της ταξικής πόλωσης και τις συγκρούσεις ανάμεσα σε φεουδάρχες και αγρότες, είτε στην αντίφαση οικονομικών μεγεθών, που προκύπτει μεταξύ της μεγάλης χωροδεσποτείας και του μικρού αγροτικού κλήρου.
Στην κοινωνική διαστρωμάτωση στο εσωτερικό των αγροτικών πληθυσμών, διακρίνουμε μια μειοψηφία λίγων εύπορων οικογενειών που κατείχαν γη εργαλεία και προσωπικό σε βαθμό που μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στα βάρη της προσόδου και να αυτοσυντηρηθούν. Την πλειοψηφική ομάδα των μικροκαλλιεργητών που επιβίωναν με μεγάλη δυσκολία.
Επιπλέον η τεχνολογική πρόοδος δεν ήταν τέτοιου μεγέθους, ώστε να καλύψει τις απαιτήσεις για επιπλέον παραγωγή, λόγω της δημογραφικής ανάκαμψης. Επιπρόσθετα, η προώθηση του πλεονάζοντος πληθυσμού σε ανεκμετάλλευτες περιοχές δεν αρκούσε για να λύσει το πρόβλημα.  Έτσι, μειώθηκε ο μέσος οικογενειακός  κλήροςαυξήθηκε ο αριθμός των μικρών κλήρων και το αγροτικό πλεόνασμα μειώθηκε αισθητά.
Ο προηγούμενος παράγοντας της δημογραφικής ανάπτυξης, δεν αρκεί από μόνος του για να εξηγήσει την κρίση. Η αγροτική οικογένεια δε συνιστούσε αυτόνομη μονάδα, αλλά εντάσσονταν στο πλαίσιο της κοινοτικής οργάνωσης του χωριού. Οι σχέσεις ανάμεσα στις αγροτικές κοινότητες και τους χωροδεσπότες αποτελούν επιπλέον παράγοντα που πρέπει να εξεταστεί. Η στασιμότητα στην παραγωγή επηρεάζονταν κι από απαιτήσεις των αριστοκρατών, καθώς συνέβαλε στην αποστέρηση των αγροτών, ενός ικανοποιητικού χρηματικού αποθέματος, το οποίο θα αποτελούσε εν δυνάμει επενδυτικό κεφάλαιο προς όφελος της περαιτέρω ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής. Ο προσανατολισμός της αριστοκρατίας προς την αλόγιστη κατανάλωση και τον πόλεμο, καθιστούσε αδύνατη την επένδυση για βελτίωση της καλλιεργητικής απόδοσης.
Σαν μέσα αντίστασης στις εκμεταλλευτικές διαθέσεις της αριστοκρατίας, τα αγροτικά στρώματα χρησιμοποιούσαν είτε την παθητική αντίσταση και την δολιοφθορά, είτε ακόμα και τη βία, με αποτέλεσμα την απόσπαση από την πλευρά των κοινοτήτων  κάποιου βαθμού χειραφέτησης και την αναχαίτιση της αυξητικής τάσης της φεουδαλικής προσόδου.(70)
Άλλες Παράμετροι Υπήρξαν
  • 14ο αι., μερική αύξηση του μη αγροτικού πληθυσμού, με επιπτώσεις στην αστική ζωή.
  • Ανάπτυξη διοικητικού μηχανισμού στην υπηρεσία της αριστοκρατίας και της εκκλησίας.
  • Αύξηση του λειτουργικού κόστους της πολιτικής εξουσίας μέσα από τον πομπώδη καταναλωτισμό, ως ένδειξη κοινωνικής υπεροχής.
  • Αύξηση του κόστους του πολέμου και στροφή στα τοκογλυφικά δάνεια. (70)
Από τα μέσα του 14ου αι. η πανδημία της βουβωνικής πανώλης θα επηρεάσει την οικονομία
Εξάλλου την τελική έκβαση της αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο βασικών στρωμάτων της φεουδαρχικής κοινωνίας θα επηρεάσει ο κατά τόπους συσχετισμός δυνάμεων. Έτσι ενώ στην Αγγλία, η εξέγερση του 1381, οδηγεί στη μείωση της φεουδαλικής προσόδου. Αντίθετα, στην Ανατολική Ευρώπη, η απουσία παραδόσεων αυτονομίας και αυτοδιοίκησης συνάμα με την έλλειψη αγροτικού δυναμικού λόγω της πανώλης, οδήγησε στην επανεμφάνιση της δουλείας.
Σε Αγγλία και Γαλλία παρατηρήθηκε μείωση της προσόδου και μερική βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής θέσεις ορισμένων αγροτικών τμημάτων, κατά τον 14ο αι.
Τον 15ο αι. τερματίζεται η πρώτη κρίση του φεουδαλικού συστήματος και η αριστοκρατία ισχυροποιείται εκ νέου. Οι τρόποι αντιμετώπισης της κρίσης υπήρξαν ποικίλοι από την πλευρά της φεουδαρχίας, όπως: στροφή στην κτηνοτροφίαπερίφραξη των ελεύθερων γαιών,συστηματοποίηση της χρήσης του χρήματος στις συναλλαγές με τους αγρότες, πόλεμος.Μακροπρόθεσμα ευνοήθηκε η μοναρχία και ο συγκεντρωτισμός.
Στους μικροκαλλιεργητές μειώθηκε το εισόδημά τους, λόγω μείωσης της τιμής των δημητριακών, παράλληλα με την αύξηση των τιμών του κατασκευαστικού τομέα. Επίσης, απειλήθηκαν από την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας. Έτσι στράφηκαν σε εναλλακτικές καλλιέργειες συντονισμένοι με τον αστικό κατασκευαστικό τομέα. Το γεγονός αυτό όμως τους οδήγησε σε μεγαλύτερη εξάρτηση από την αγορά, για την πώληση της παραγωγής τους και για την αγορά τροφίμων.
Στις αρχές του 15ου αι., ο φεουδαλισμός βγήκε από την κρίση δεχόμενος αλλαγές και ανακατατάξεις. (72)

ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΣΤΙΚΟ ΧΩΡΟ
Στον αστικό χώρο, όπου κατέστη δυνατό, παρατηρήθηκε στροφή στην παραγωγή ειδών πολυτελείας και συνακόλουθη αναβάθμιση των ειδικευμένων τεχνιτών, οι οποίοι συμμετείχαν στις αστικές ολιγαρχίες. Οι συντεχνίες ενισχύθηκαν και αναδείχθηκε ένα κληρονομικό σύστημα διαδοχής.                           POLH MES
Το εμπόριο εξασθένισε λόγω μείωσης του πληθυσμού και η μαζική υφαντουργική παραγωγή μεταφέρθηκε στην ύπαιθρο. Έτσι αναπτύχθηκε το σύστημα της οικοτεχνίας, μεταξύ 13ου και 14ου αι. Χάρη σ’ αυτό αναπτύχθηκαν σχέσεις μισθωτής εργασίας ανάμεσα σε εμπόρους και άμεσους παραγωγούς. Οι πρώτοι εκτός από προμηθευτές πρώτων υλών και εργαλείων, κατέχουν τα μέσα παραγωγής και ιδιοποιούνται το σύνολο της παραγωγής με προκαθορισμένες τιμές.
Με τη μεταφορά της παραγωγής στην ύπαιθρο δημιουργείται μια νέα αγορά για τα μεσαία στρώματα. Παράλληλα, οι μικροκληρούχοι αποτελούν δεξαμενή φθηνού εργατικού δυναμικού, ενώ οι έμποροι κερδίζουν την αυτονομία τους από τις συντεχνίες
Η αντανάκλαση της κρίσης στις πόλεις που δεν ασχολούνται με την παραγωγή ειδών πολυτελείας επιφέρει: Ολιγοπώληση της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής εξουσίας από λίγους αρχιμαστόρους. Αύξηση της ανεργίας και υποβάθμιση της θέσης των τεχνιτών, με απώλεια της οικονομικής τους ανεξαρτησίας και μετατροπής τους σε μισθωτούς εργαζόμενους.
Σταδιακά αναπτύσσονται τρία στρώματα στο εσωτερικό των πόλεων:
  1. 1.      Αριστοκρατία των Πατρικίων
  2. 2.      Μεσαία τάξη εμπόρων και εισοδηματιών
  3. 3.      Μικρομεσαία τάξη τεχνιτών

ΟΙ ΑΓΡΟΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΥΣΤΕΡΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
Τον 14ο και 15ο αι. παρατηρείται αναστροφή του κλίματος οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής ανάπτυξης και είσοδο σε περίοδο στασιμότητας, μεταβολών και κρίσης.
Εκδήλωση εξεγέρσεων σε πόλεις και ύπαιθρο.
Η δημογραφική ανάπτυξη επιφέρει διαίρεση του καλλιεργούμενου εδάφους σε μικρούς κλήρους και εμφάνιση στρώματος ημερομίσθιων εργατών που δεν κατέχει γη.
Σε πολλά χωριά, οι αγρότες με υποστατικά, αποτελούν πλέον μειοψηφία.
  ΚΑΜΑΡΕΣ    Στα χωριά εμφανίζονται 2 κύριες οικονομικές τάξεις:
  1. Η μειοψηφία πλούσιων αγροτών.
  2. Η πλειοψηφία μικροαγροτώνημερομίσθιων εργατών και χειρονακτών με χαμηλό βιοτικό επίπεδο.
Από αρχές του 14ου αι. εμφανίζονται συμπτώματα της κρίσης όπως: διαίρεση κτημάτων σε μικρούς κλήρους, μικρές σοδειέςμεγάλες ανατιμήσεις.
Παράγοντες της κρίσης αποτελούν: Η αδυναμία της περαιτέρω επέκτασης καλλιεργούμενων εδαφών,στασιμότητα στην παραγωγική απόδοσηεπιδημίες ζώων και φυσικές καταστροφές. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων επιφέρει το μεγάλο λιμό του 1315-17, αλλά ακόμα βαρύτερες συνέπειες θα έχει η επιδημία Πανώλης το 1347.
Η μεταβολή των κλιματολογικών συνθηκών από τα τέλη του 13ου, συμβάλει σε ακόμα μεγαλύτερη μείωση της παραγωγής, ιδιαίτερα στις περιοχές με μεγάλο υψόμετρο.
Οι αλλαγές στην αγροτική οικονομία έχουν σαν συνέπειεςερήμωση της υπαίθρουεπέκταση της κτηνοτροφίας και στροφή σε ειδικές καλλιέργειες.
Οι κοσμική και πνευματική χωροδεσποτεία, αυξάνει την πίεση πάνω στους αγρότες για την κάλυψη των χαμένων εσόδων. Επίσης, στρέφεται στην κτηνοτροφία, λόγω απαίτησης λιγότερων εργατικών χεριών

ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ:
Η μικρή αριστοκρατία ζημιώθηκε περισσότερο, με αποτέλεσμα την εμφάνιση της «ληστρικής ιπποσύνης» που αντλούσε εισοδήματα από επιθέσεις σε εμπόρους, ληστρικές πολεμικές εκστρατείες. Ωστόσο, κύρια θύματα υπήρξαν οι χωρικοί.
Η μεγάλη αριστοκρατία ζημιώθηκε λιγότερο, λόγω άντλησης εσόδων από τις πόλεις με τη μορφή φόρων και δασμών και μικρότερη εξάρτηση από τους αγροτικούς φόρους. (147)

ΧΩΡΙΚΟΙ:
Αντιμετωπίστηκαν ως ενιαία ομάδα και του επιβλήθηκαν πρόσθετες επιβαρύνσεις και περιορισμοί στα δικαιώματα πάνω στην κοινόχρηστη γη.
Η προσπάθεια ανάσχεσης της μετανάστευσης από τους χωροδεσπότες, επιδείνωσε τη νομική θέση των χωρικών και σε ορισμένες περιοχές, ενίσχυσε προσωρινά τη δουλοπαροικία.
Από τα μέσα του 15ου αι. παρατηρείται οικονομική ανάκαμψη σε Γαλλία και Αγγλία, λόγω τερματισμού του πολέμου και αναδιανομής της γης, η οποία κατέστη δυνατή χάρη στη μεγάλη απώλεια πληθυσμών.
Οι επιπτώσεις της κρίσης στους αγροτικούς πληθυσμούς εμφάνισαν έντονες κατά τόπους διαφορές.
Οι  Μεγάλοι χωρικοί πιέστηκαν περισσότερο, εφόσον οι οικογενειακές επιχειρήσεις επηρεάστηκαν από τις μεταβολές στις τιμές των σιτηρών και των μισθών.
Αρκετοί Μικροί χωρικοί ωφελήθηκαν, λόγω αύξησης των μισθών και απόκτησης καλλιεργήσιμης γης, η οποία είχε ερημώσει.
Τα πλειοψηφικά Μεσαία στρώματα δεν βίωσαν τόση πίεση όση οι μεγάλοι χωρικοί, από την αύξηση των μισθών και τη σύνδεση με την αγορά. Ο κυριότερος παράγοντας πίεσης, αποτέλεσαν οι φεουδαλικές απαιτήσεις, που διέφεραν από τόπο σε τόπο.
Συνολικά οι αγρότες σήκωναν τα βάρη της οικονομίας, χωρίς όμως να αναγνωρίζεται η προσφορά τους. Έτσι αρκετοί επιβίωναν δύσκολα.
Στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, η νομική θέση των αγροτών ευνοήθηκε και βελτιώθηκαν τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα.  Συνάμα η δουλοπαροικία παράκμασε.
Στην Ανατολική Ευρώπη αντίθετα, ενισχύθηκαν οι δεσμοί υποτέλειας και επιδεινώθηκε η θέση των χωρικών.

ΠΗΓΕΣ
  1. Rosener W., Οι αγρότες στην Ευρώπη, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, μτφρ. Δημητρούκας Ι., Αθήνα 1999
  2. Γαγανάκης Κ, Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  3. Bloch M, Η φεουδαλική κοινωνία. Η διαμόρφωση των σχέσεων εξάρτησης, οι τάξεις και η διακυβέρνηση των ανθρώπων, Εκδ. Κάλβος, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα 1987